Του Βασιλείου Α. Τσίγκου, Λέκτορος Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ἕνας γέροντας τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεώς μας ἔλεγε ὅτι θά πρέπει νά θέτουμε “φυλακήν τῷ…
στόματι ἡμῶν”, ὅταν μιλοῦμε γιά τά “ὑπέρ ἔννοιαν” μυστήρια τοῦ Χριστοῦ.

Πολύ δέ περισσότερο, ὀφείλουμε νά ἱστάμεθα μέ τόν προσήκοντα σεβασμό, ὅταν καλούμεθα νά μιλήσουμε γιά τό ὑπερφυές “μυστήριο τῶν μυστηρίων” τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν Ὑπερευλογημένη Θεοτόκο καί Ἀειπάρθενο Μητέρα Του.

Ἀναφορικά μέ τό ὄντως “μέγα τῆς Θεοτόκου μυστήριον”, θά μπορούσαμε, μαζί μέ ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, καί ἐμεῖς μέ ζέουσα προσευχητική διάθεση νά ἐπαναλάβουμε τά λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ: “Τείχισόν μου τάς φρένας Σωτήρ μου· τό γάρ τεῖχος τοῦ κόσμου ἀνυμνῆσαι τολμῶ, τήν ἄχραντον Μητέρα σου· ἐν πύργῳ ρημάτων ἐνίσχυσόν με, καί ἐν βάρεσιν ἐννοιῶν ὀχύρωσόν με.

Σύ γάρ βοᾷς τῶν αἰτούντων πιστῶς τάς αἰτήσεις πληροῦν. Σύ οὖν μοι δώρησαι γλῶτταν, προφοράν, καί λογισμόν ἀκαταίσχυντον· πᾶσα γάρ δόσις ἐλλάμψεως παρά Σοῦ καταπέμπεται Φωταγωγέ, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον”.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἐξαρχῆς παραλάβει καί διαφυλάσσει ἀκαινοτόμητη, ἑρμηνεύει αὐθεντικά καί βιώνει ἀδιαλείπτως μία ἀληθινή περί Θεοτόκου Μαρίας δογματική παράδοση καί διδασκαλία, ὅπως αὐτή ἔχει ἐκφρασθεῖ διά τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν πολυπληθῶν συγγραμμάτων τῶν θεοφόρων Πατέρων της.

Στίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν, θά συνεισφέρουμε καί ἐμεῖς τόν ὀβολό μας ἐπιχειρώντας νά ἀνατρέξουμε στά μνημεῖα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, ἔτσι ὥστε νά γίνουμε φορεῖς καί μεταδότες τῆς παρακαταθήκης τῆς πίστεως, πού παραλάβαμε γιά τά ἄρρητα μυστήρια τοῦ Θεοῦ, τά ὁποῖα, μέσα στό προαιώνιο σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, πραγματοποιήθηκαν ἐν χρόνῳ μέ τή συμβολή τῆς Θεοτόκου.

Ἀρχικά θά μᾶς ἀπασχολήσουν οἱ δογματικές διεργασίες καί οἱ ἀπόψεις ἐκείνων τῶν προσώπων, πού ἔπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στή διαμόρφωση τοῦ ὅρου “Θεοτόκος” κατά τή διάρκεια τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία νά διατυπώσει ἐπακριβῶς καί σαφῶς τή δογματική της διδασκαλία.

Στή συνέχεια, θά ἀναπτύξουμε τή θέση ὅτι ὁ ὅρος “Θεοτόκος” εἶναι στήν πραγματικότητα χριστολογικός καί σωτηριολογικός ὅρος. Μέ ἄλλα λόγια, θά καταδείξουμε ὅτι ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς Παρθένου Μαρίας ὡς Θεοτόκου συνδέεται μέ ἀκατάλυτο δεσμό καί ὀργανική, ἀμφίδρομη σχέση μέ τήν ὀρθόδοξη Χριστολογία καί Σωτηριολογία, καί γι’ αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα μόνο, πλήν ὅμως, ἀναπόσπαστο κεφάλαιο στή διαπραγμάτευση τοῦ δόγματος τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Ἡ ὀρθόδοξη ἀλήθεια γιά τό πρόσωπο τῆς Παρθένου Μαρίας μπορεῖ νά κατανοηθεῖ σωστά καί νά περιγραφεῖ μέ ἀκρίβεια μόνο μέσα σ’ ἕνα χριστολογικό πλαίσιο, μέσα στό κλίμα τῆς Χριστολογίας.

Ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός καί τέλειος Θεός καί ὁ πρῶτος ἀληθινός καί τέλειος ἄνθρωπος. Οἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ εἶναι “ἀσυγχύτως” ἑνωμένες στό ἴδιο καί τό αὐτό πρόσωπο, σέ μία ἄρρητη ὑποστατική ἕνωση. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε κατά πάντα τέλειος ἄνθρωπος ὁμοούσιος μέ ἐμᾶς καί γι’ αὐτό καί ἡ μητέρα πού τόν γέννησε εἶναι ἀληθινά Θεοτόκος.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ἀλλά καί πολύ ἐνωρίτερα, ἀποκαλοῦσαν τήν Παρθένο Μαρία ὡς Θεοτόκο. Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί δέν ἐπέτρεπαν κανένα ἴχνος ἀμφιβολίας.

“Τό παιδίον Θεός καί πῶς οὐ Θεοτόκος ἤ τίκτουσα”, ἐπισημαίνει πολύ εὔγλωττα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Δικαίως καί ἀληθῶς, λοιπόν, ὀνομάζουμε τήν Παρθένο Μαρία “Θεοτόκο”, γιατί τό ὄνομα αὐτό ἐπιβεβαιώνει ὅτι Ἐκεῖνος πού γεννήθηκε ἀπό αὐτήν ἦταν Θεάνθρωπος, Θεός καί ἄνθρωπος σέ μία μοναδική καί ἄρρητη ὑποστατική ἑνότητα.

“Εἰ γάρ Θεοτόκος ἡ γεννήσασα, πάντως Θεός ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, πάντως δέ καί ἄνθρωπος”. Σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀρχαιοπαράδοτη δογματική διδασκαλία γιά τή Θεοτόκο στηρίζεται καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅταν προειδοποιεῖ μέ ἕναν ἀφοριστικό τρόπο: “Εἴ τις οὐ Θεοτόκον τήν Ἁγίαν Μαρίαν ὑπολαμβάνει, χωρίς ἐστιν τῆς θεότητος”.

Τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐπετέλεσε ὁ Χριστός μέ τήν Ἐνανθρώπησή Του, κατά τήν ὁποία προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἀνύψωσε, τή θέωσε καί τήν ἔσωσε.

Ἡ τελειότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ συνδέεται ἀναπόσπαστα καί ὀργανικά μέ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Θά λέγαμε ὅτι συνιστᾶ θεμελιώδη προϋπόθεση γιά τήν τελειότητα τῆς σωτηρίας. “Ὅλον γάρ ὅλος ἀνέλαβέ με, καί ὅλος ὅλῳ ἡνώθη, ἵνα ὅλῳ τήν σωτηρίαν χαρίσηται· τό γάρ ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον”.

Στό Σύμβολο τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, στό Σύμβολο τῆς πίστεως, ὁμολογοῦμε: “Τόν δι’ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντα”.

Λίγες μόλις δεκαετίες μετά τό γεγονός τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκαν οἱ πρῶτες παραχαράξεις τῆς πίστεως καί ἀργότερα οἱ μεγάλες χριστολογικές αἱρέσεις στήν Ἐκκλησία Του, σχετικά μέ τό πρόσωπο καί τήν ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων. Ποιός εἶναι Αὐτός; Ποιά εἶναι ἡ σχέση Του μέ τό Θεό; Πῶς κατανοεῖται ἡ σχέση καί ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό Χριστό, ἡ ἕνωση δηλαδή ἀκτίστου καί κτιστοῦ ἀπό τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ; Πῶς μπορεῖ νά εἶναι συγχρόνως “Υἱός τοῦ ἀνθρώπου;” Μέ ποιό τρόπο γεννήθηκε ἀπό γυναίκα; Πῶς εἶναι δυνατό ἡ μητέρα Του, ἡ Παρθένος Μαρία νά ἀποκαλεῖται “Θεοτόκος”; Τά ἐρωτήματα πού ἐτίθεντο ἀφοροῦσαν ὄχι μόνο τή θεότητα τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλά καί τήν Ἐνανθρώπησή Του.

Οἱ προβληματισμοί αὐτοί προξένησαν μακραίωνες δογματικές συζητήσεις. Ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νά προφυλάξει τά πιστά μέλη της καί νά ἀπαντήσει στίς ἀποκλίνουσες ἀπόψεις διατύπωσαν αὐθεντικά τήν πίστη της καί καθόρισαν Οἰκουμενικές Συνόδους, οἱ ὁποῖες διατύπωσαν αὐθεντικά τήν πίστη της καί καθόρισαν τά δόγματά της.

Οἱ δογματικές ἀποφάσεις τῶν Συνόδων, γνωστές ὡς “ὅροι”, δηλαδή ὅρια-ὁριοθετήσεις, ἐμπεριέχουν σωτήριες ἀλήθειες. Συνεπῶς, τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά σωτηριολογικές προτάσεις ζωῆς, ἀφοῦ καταγράφουν τήν κοινή πίστη καί τήν καθολική συνείδηση καί διαχρονική ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

Οἱ ἀμφισβητήσεις γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίσθηκαν πολύ νωρίς, καταρχήν μέ τήν αἵρεση τοῦ Δοκητισμοῦ καί τοῦ Μοναρχιανισμοῦ. Ἀλλά καί κατά τήν περίοδο τῶν μεγάλων τριαδολογικῶν αἱρέσεων τέθηκε ἐκ νέου τό χριστολογικό ζήτημα, γιατί τόσο οἱ ἀρειανοί ὅσο καί οἱ εὐνομιανοί εἶχαν δική τους “Χριστολογία”, στήν ὁποία, ἀσφαλῶς, ἀπάντησαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Τήν ἐποχή αὐτή τό ἐνδιαφέρον ἐστρέφετο πρωτίστως στό τριαδολογικό δόγμα, πού ἀφοροῦσε τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί τή σχέση Του μέ τό Θεό Πατέρα Του. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, καί κατά τήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Νικαίας τό ἔτος 325, οἱ Πατέρες δέν συζήτησαν γιά χριστολογικά θέματα, πού ἀφοροῦσαν τό μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ-Λόγου καί τῆς σχέσεώς του μέ τή Μητέρα Του. Ὡστόσο, εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἄμεση ἄρνηση τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα καί τήν ἔμμεση ἄρνηση τῆς Παρθένου Μαρίας ὡς Θεοτόκου.

Ἀργότερα, τό χριστολογικό ζήτημα τέθηκε ἐξαιτίας τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀπολιναρίου Λαοδικείας. Ὁ Ἀπολινάριος (†390), ὅπως καί ἡ λεγομένη Ἀλεξανδρινή Σχολή, τόνιζε πρωτίστως τήν ἑνότητα στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, συχνά εἰς βάρος τῆς πληρότητας του ἀνθρώπινου στοιχείου.

Δίδασκε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τέλειος Θεός καί κατά τήν Ἐνανθρώπηση ἔλαβε μόνο σάρκα (“Θεός σαρκοφόρος”), δηλαδή ἀνθρώπινο σῶμα καί ἄλογη ψυχή, ὄχι ὅμως καί ἀνθρώπινο νοῦ, γιατί αὐτό θά σήμαινε τήν τελειότητα (ἀκεραιότητα) τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Ὁ Ἀπολινάριος θεωροῦσε πώς ὁ Χριστός γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνάγκη νά εἶναι τέλειος Θεός.

Γιά νά εἶναι λοιπόν δυνατή ἡ πλήρης ἕνωση στόν Ἕνα Χριστό, δίδασκε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν ἔλαβε κατά τήν Ἐνανθρώπηση τέλεια ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά μόνο τό ἀνθρώπινο σῶμα ἐμψυχωμένο μέ ζωϊκή (ἄλογη) ψυχή καί ὄχι ἀνθρώπινο νοῦ. Προτιμοῦσε νά χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο “σάρξ”, ὄχι ὅμως μέ τή βιβλική του σημασία. Ἐπέμενε στή στενή ἕνωση Θεοῦ καί ἀνθρώπου στό Χριστό, ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη φύση Του δέν ἦταν πλήρης. Τήν ἕνωση Λόγου καί σαρκός σέ μία φύση τήν χαρακτήριζε “ἕνωσιν οὐσιώδη”, “ἕνωσιν σύνθετον” καί “ἕνωσιν φυσικήν”. Ἡ “κολοβωμένη” ἀνθρώπινη φύση μετά τήν ἕνωση πρέπει νά θεωρηθεῖ ὅτι ἀπορροφήθηκε καί χάθηκε μέσα στούς κόλπους τοῦ Λόγου, ἔτσι ὥστε ὁ Χριστός νά μήν εἶναι τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλά μόνο τέλειο Θεός.

Στή διδασκαλία τοῦ Ἀπολιναρίου ἀντέδρασαν ἀπό πολύ νωρίς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί τόν καταδίκασαν πολλές φορές. Ἡ ὁριστική ὅμως καταδίκη τῆς αἱρετικῆς του κακοδοξίας ἔγινε ἀπό τήν Β´ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό ἔτος 381. Ὁρισμένοι ἐκφραστές τῆς Ἀντιοχειανῆς Σχολῆς, στήν προσπάθειά τους νά ἀντικρούσουν τόν Ἀπολινάριο, ἔφθασαν στό ἄλλο ἄκρο. Τήν ἐποχή αὐτή κύριος ἐκπρόσωπός τους ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Ταρσοῦ Διόδωρος (†392). Αὐτός διέκρινε τίς δύο φύσεις στό Χριστό σέ σημεῖο πού ἔφθανε νά δεχθεῖ σχεδόν καί “δύο Υἱούς” κατά τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, τόν “Υἱό τοῦ Θεοῦ” καί τόν “Υἱό Δαβίδ”.

Ὁ Διόδωρος μποροῦσε νά κάνει λόγο γιά τίς “δύο φύσεις” στό Χριστό καί μετά τήν ἕνωση, ἔτσι ὥστε οἱ δύο φύσεις νά μποροῦν νά γίνουν ἀντιληπτές καί ὡς δύο πρόσωπα στόν Ἕνα Χριστό.

Ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας, μαθητής τοῦ Διοδώρου, προφανῶς γι’ αὐτόν τό λόγο, ἄρχισε νά μιλᾶ καί γιά “δύο Υἱούς”. Μέ τίς θέσεις αὐτές ὁ Θεόδωρος θεωρήθηκε ὡς πρόδρομος καί δημιουργός τοῦ Νεστοριανισμοῦ.

Ὑποστήριζε πώς στήν ἕνωση Θεοῦ καί ἀνθρώπου στό Χριστό εἶναι ἕνα πρόσωπο, ὡστόσο δέν δεχόταν πραγματική ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό Χριστό.

Τόσο ὁ Θεόδωρος ὅσο καί οἱ ὑπόλοιποι Νεστοριανοί τήν ἕνωση Θεοῦ καί ἀνθρώπου στό Χριστό ἀποκαλοῦσαν “ἐνοίκηση” καί “συνάφεια”, δηλαδή “συνένωση” ὡς ἠθική ἕνωση. Μεταξύ τοῦ Θείου Λόγου καί τοῦ ἀνθρώπου Ἰησοῦ ἀναγνώριζε ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα γνώμης, δηλαδή ἐξωτερική ἕνωση. Ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό Χριστό ἦταν “σχετική ἕνωση”, εἶχε δηλαδή τήν ἔννοια τῆς “ἐπαφῆς” καί “συνάφειας”.

Μ’ αὐτό τόν τρόπο, ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας καί γενικά ἡ Ἀντιοχειανή Σχολή, ἀρνοῦνταν τήν πραγματική ὑποστατική ἕνωση καί χώριζαν τό Χριστό στά δύο. Γι’ αὐτό ἀπέφευγαν τή χρήση ἐκφράσεων ὅτι ὁ Θεός γεννήθηκε ἤ ὁ Θεός ἔπαθε.

Τή μητέρα τοῦ Κυρίου προτιμοῦσαν νά τήν ἀποκαλοῦν “ἀνθρωποτόκο”, γιατί ἔλεγαν ὅτι αὐτή ἐγέννησε τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος στά σπλάχνα της, κατά τόν χρόνο διαπλάσεως τοῦ ἐμβρύου (“ἐν τῇ διαπλάσει” ὅπως ἔλεγε), ἑνώθηκε μέ τό Λόγο. Ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων (Λόγου καί ἀνθρώπου) κατά τήν Ἐνανθρώπηση χαρακτηρίζεται ἀπό τόν Θεόδωρο ὡς “συνάφεια”, δηλαδή ὡς ἠθική ἕνωση.

Οἱ ἀκραῖες αὐτές ἀπόψεις ἔγιναν εὐρύτερα γνωστές κυρίως μέ τό Νεστόριο, μαθητή τοῦ Θεοδώρου. Ὅταν ὁ Νεστόριος ἔγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περίπου τό ἔτος 428, ἔφερε ὡς σύμβουλο μαζί του ἀπό τήν Ἀντιόχεια τόν ἱερέα Ἀναστάσιο.

Ὁ τελευταῖος, σέ κήρυγμα πού ἔκανε ἐνώπιον τοῦ Νεστορίου, εἶπε: “Θεοτόκον τήν Μαρίαν καλείτω μηδείς Μαρία γάρ ἄνθρωπος ἦν, ὑπό ἀνθρώπου δέ Θεόν τεχθῆναι ἀδύνατον”. Τά λόγια αὐτά προκάλεσαν εὐλόγως δογματικό σκάνδαλο στόν εὐσεβή λαό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλοῦσε τή μητέρα τοῦ Σωτῆρος “Θεοτόκο”, ἀφοῦ εἶχε γεννήσει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ τόν Μονογενή.

Ὁ πατριάρχης Νεστόριος ἔσπευσε νά ἀναλάβει τήν εὐθύνη καί μέ τό κῦρος του νά καλύψει τόν Ἀναστάσιο καί μέ σειρά ὁμιλιῶν του προσπάθησε νά ἀναλύσει τήν θεολογική ἔννοια τοῦ ὅρου “Θεοτόκος” μέ τό “Χριστοτόκος”, καθ’ ὅτι ἡ Θεοτόκος γι’ αὐτόν γέννησε τόν “ψιλόν ἄνθρωπον Χριστόν”.

Ἀπέρριπτε τόν ὅρο “Θεοτόκος” ὡς μή ἁγιογραφικό, ἀλλά ὡς ἐθνικό καί ἐπιδεκτικό εἰδωλολατρικῆς ἐννοίας καί παρανοήσεως καί κατά συνέπεια δέν δεχόταν τήν προσωνυμία “μήτηρ Θεοῦ”, γιά νά μήν θεωρήσει κάποιος τήν Παρθένο “θεά”, πού γέννησε τό Θεό γυμνό, χωρίς τήν ἀνθρωπότητά του. Ἡ Παρθένος Μαρία γέννησε μόνο τόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ, μέ τόν ὁποῖο ἦταν ἑνωμένος “κατ’ ἄκραν συνάφειαν” ὁ Θεός Λόγος.

Γι’ αὐτό ὑποστήριζε ὅτι ὁ Λόγος ἁπλῶς “προῆλθε” ἤ “παρῆλθε” ἤ “διῆλθε” διά μέσου αὐτῆς, ἀλλά δέν “γεννήθηκε” ἀπό αὐτήν. Μέ τόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ ἦλθε σέ “συνάφεια” ἡ θεία φύση μέ ἀποτέλεσμα νά προκύψει ἕνα ὄχι πραγματικό, ἀλλά ἠθικό πρόσωπο, στό ὁποῖο ὁ Νεστόριος ἀπέδιδε τό ὄνομα “Χριστός”, καί γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἡ Παρθένος Μαρία θά πρέπει νά ὀνομάζεται, κατ’ αὐτόν, “Θεοδόχος”, “Θεοφόρος”, “ἀνθρωποτόκος” καί “Χριστοτόκος”, ὄχι ὅμως “Θεοτόκος”.

Μέ βάση αὐτές τίς ἀπόψεις κατέληγε στό αὐτονόητο συμπέρασμα ὅτι ἡ Παναγία γέννησε ἕναν κοινό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἦταν ταυτόχρονα καί τό κατοικητήριο ἤ ὄχημα τῆς θεότητας. Πρόκειται, λοιπόν, κατά βάση γιά ἐνοίκηση τῆς θεότητας στήν ἀνθρωπότητα, καί ὄχι γιά “καθ’ ὑπόστασιν” ἕνωση.

Μέ τή διδασκαλία του ὁ Νεστόριος διέστρεφε τή βιβλική ἔννοια τῆς Ἐνσαρκώσεως καί Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν Θεός, ἀλλά ὁ “ψιλός ἄνθρωπος Ἰησοῦς”, πού ἦταν ἁπλῶς “κτήτωρ τῆς θεότητος” ἤ “ὄργανον μᾶλλον καί ἐργαλεῖον θεότητος καί ἄνθρωπος θεοφόρος”. Ὁ Νεστόριος κατέστρεφε κυριολεκτικά τήν ἔννοια τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, δυνάμει τῆς ὁποίας καί ὡς συνέπεια αὐτῆς ἦταν ἀπολύτως δικαιολογημένος ὁ χαρακτηρισμός τῆς Παρθένου Μαρίας ὡς “Θεοτόκου”.

Ἀντί γιά τήν ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο φύσεων “ἐξ ἄκρας συλλήψεως” δεχόταν ἁπλή “συνάφεια” καί ἐπαφή, κατά τό παράδειγμα τῆς τοποθετήσεως δύο ἐπαλλήλων σανίδων ἤ ἔκανε λόγο γιά ἕνωση “σχετική”, κατά τό παράδειγμα τῶν δύο συζύγων ἤ δύο φίλων.

Μιλοῦσε γιά “κατ’ ἐνοίκησιν”, “κατ’εὐδοκίαν”, “κατά θέλησιν” ἕνωση, δηλαδή ὄχι πραγματική καί ἀληθινή καί πλήρη, ἀλλά μόνο ἐξωτερική καί φαινομενική καί ἠθική ἕνωση καί τελικῶς ἀπέρριπτε τήν “φυσική” ἕνωση, τήν “ὑποστατική” ἕνωση ἤ τήν “καθ’ὑπόστασιν ἕνωσιν” τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.

Ὁ Νεστόριος ἐπέμενε στό ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ “σαρκώθηκε” καί δέν “γεννήθηκε” ἀπό τή Θεοτόκο κατά τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἀκόμη, ἀπέρριπτε τίς δύο γεννήσεις τοῦ Λόγου καί τή διπλή ὁμοουσιότητα Αὐτοῦ, ὅτι δηλαδή “ὁ Λόγος εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα κατά τή θεότητα καί ὁμοουσίως μέ τή Μητέρα Του καί μέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους κατά τήν ἀνθρωπότητα”.

Ὁ Νεστόριος κάνει λόγο γιά “συνάφεια εἰς ἕν πρόσωπον” καί εἰσηγεῖται μία δυαδικότητα πού δέν κατόρθωσε τελικά νά ξεπεράσει. Καθώς δέ χώριζε τίς δύο ἐν Χριστῷ φύσεις, ὑπονοοῦσε ὅτι ὁ Χριστός ἔχει καί δύο πρόσωπα. Διέκρινε τόν ἕνα Υἱό σέ δύο Υἱούς, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ καί τόν Υἱό τῆς Παρθένου.

Τή διάκριση σέ δύο Υἱούς τή συστηματοποίησε καί ὁδηγήθηκε στήν ἀπόρριψη τοῦ ὅρου “Θεοτόκος”. “Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς καί ὁ Λόγος, δύο διαφορετικές ὑποστάσεις, μολονότι ἑνώνονται κατά ἠθική καί βουλητική σχέση, ἀποτελοῦν δύο χωριστά καί διακεκριμένα πράγματα”. Ἡ “συνάφεια” σέ ἕνα πρόσωπο τῶν δύο φύσεων δέν ἦταν ὁ Θεός Λόγος, ἀλλά ἦταν ἡ “συνάφεια” ἐκείνη πού προέρχεται ἀπό τή “συνάφεια” τοῦ Λόγου μέ τόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ.

Ἡ ἄρνηση τοῦ Νεστορίου νά δεχθεῖ τήν ὑποστατική ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό Χριστό τόν ὁδηγοῦσε στήν ἄρνηση καί τῆς θεότητάς Του. Γιά τό Νεστόριο τό ὄνομα Χριστός σήμαινε καί τίς δύο φύσεις, γι’ αὐτό καί τό θεωροῦσε “μήνυμα τῶν δύο φύσεων”. Τόνιζε πώς τό ὄνομα αὐτό δέν ἀναφέρεται στήν οὐσία τοῦ Λόγου, ἀλλά στή θεία οἰκονομία. Ἰσχυριζόταν πώς εἶναι ἀδιανόητο νά λέμε ὅτι ὁ Χριστός, ὡς Θεός Λόγος, γεννήθηκε, ἔπαθε, σταυρώθηκε. Ἀφοῦ προηγουμένως ἀπέρριπτε τό ὅτι ὁ γεννηθείς ἀπό τήν Παρθένο εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα κατά τή θεότητα καί συνεπῶς κατά φύσιν Θεός, κατέληγε πώς ἡ Θεοτόκος γέννησε τόν Χριστό πού δέν ἦταν ὁ Θεός Λόγος. Μέ ἄλλα λόγια, ἀπέρριπτε τό ὅτι ὁ γεννηθείς πρό τῶν αἰώνων ἀπό τόν Πατέρα καί εἶναι ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα, γεννήθηκε ἐν χρόνῳ κατά τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τήν Παρθένο Μαρία, καί συνεπῶς εἶναι κατά φύσιν ἄνθρωπος καί ὁμοούσιος μέ ἐμᾶς.

Ὁ Νεστόριος, προφανῶς, ταύτιζε καί ἄρα συνέχεε τίς δύο “γεννήσεις” τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Μέ τίς ἀπόψεις του διέστρεφε καί τήν πραγματική σημασία τοῦ ὅρου “Θεοτόκος”, τόν ὁποῖο ἀπό “ἀμάθεια” ἤ ἀδυναμία καί ἀνεπάρκεια κατανόησης τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ἀρνήθηκε νά ἀποδώσει στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἀποκαλώντας τήν “Χριστοτόκο”.

Γι’ αὐτό προέτρεπε ὅλους τούς χριστιανούς νά μήν ἀποκαλοῦν τή Μαρία, τή μητέρα τοῦ Χριστοῦ, Θεοτόκο. Ὅλες αὐτές οἱ δοξασίες ὁδηγοῦσαν στήν οὐσιαστική ἀμφισβήτηση τοῦ γεγονότος τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί, κατ’ ἐπέκταση, στήν πλήρη κατάρρευση τοῦ δόγματος τῆς σωτηρίας. Ἡ δέ μετά πείσματος ἐπιμονή τοῦ Νεστορίου στίς αἱρετικές του δοξασίες, τόν ὁδήγησε σέ συνοδική καταδίκη ἀπό τήν Γ´ καί τήν Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδο.

Ἡ Γ´ Οἰκουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τόν Β´ στήν Ἔφεσο τό ἔτος 431, μέ βασικό στόχο τήν ἀνακατασκευή καί καταδίκη τῶν αἱρετικῶν ἀποκλίσεων του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου. Στή Σύνοδο προήδρευσε ὁ πατριάρχης Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί παρευρίσκοντο ἐκπρόσωποι τοῦ Πάπα Ρώμης Κελεστίνου, ὅπως καί ἡ πλειοψηφία τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀνατολῆς.

Γιά τούς Πατέρες τῆς Συνόδου μέ τή διδασκαλία τοῦ Νεστορίου διακυβεύεται ἡ ἀκεραιότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ καί ἄρα αὐτή καθ’ ἑαυτή ἡ πραγματικότητα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐάν πράγματι ὁ Θεός δέν ἑνώθηκε πλήρως μέ τόν ἄνθρωπο, τότε πῶς εἶναι δυνατό νά τόν σώσει;

Γι’ αὐτό ἐπέμεναν στήν πλήρη καί ἀσύγχυτη ἐν Χριστῷ ἕνωση Θεοῦ καί ἀνθρώπου τόσο, ὥστε νά ὀνομάζουν τή Μητέρα τοῦ Χριστοῦ ὄχι ἁπλῶς “Χριστοτόκο” (ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Νεστόριος), ἀλλά ἀληθινά καί πραγματικά “Θεοτόκο”.

Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ὄχι μόνο καταδίκασαν τόν Νεστόριο, ἀλλά καί ἐπικύρωσαν καί ἐπιβεβαίωσαν τήν περί Θεοτόκου διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Κυρίου εἶναι καί Χριστοτόκος, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι καί Θεοτόκος. “Εἰ γάρ Χριστοτόκος, πάντως ὅτι καί Θεοτόκος εἰ δέ οὐ Θεοτόκος, οὐδέ Χριστοτόκος”.

Σύμφωνα μέ τόν ἱερό πατέρα ὁ χαρακτηρισμός “Θεοτόκος” γιά τήν Παρθένο Μαρία θεωρεῖται κατά πάντα παραδοσιακός καί ἀποτελεῖ τή λυδία λίθο καί τόν πυρήνα τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.

Ἡ ἐπικύρωση τῆς περί τῆς Παρθένου Μαρίας, ὡς Θεοτόκου, διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἦταν συνάμα καί ἐπιβεβαίωση τῆς ἀμετακίνητης πίστης γιά τήν Ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ὁ τέλειος κατά τήν θεότητα καί τέλειος κατά τήν ἀνθρωπότητα Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἕνας καί ὁ αὐτός, ὁ Θεός Λόγος. Ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Λόγου εἶναι “ἕνωσις ἀληθής” ἤ ἀκριβέστερα “ἕνωσις καθ’ ὑπόστασιν” καί δηλώνεται ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο σαφέστατα μέ τή φράση “μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη.

Τό “σεσαρκωμένη ” γιά τόν ἱερό πατέρα δηλώνει τήν τελειότητα ( ἀκεραιότητα) τῆς ἀνθρωπότητας στή μία ὑπόσταση τοῦ Λόγου καί ἀσφαλῶς σημαίνει τήν πλήρη Ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Στήν ἀποκαλούμενη ” Ἔκθεση Πίστεως τῶν διαλλαγῶν”, πού ἔγινε οὐσιαστικά ὁ ἐπίσημος δογματικό “ὅρος” τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διακηρύχθηκε μέ ἐπίσημο τρόπο Θεοτόκος ἡ Παρθένος Μαρία, ἐντός τῆς ὁποίας σαρκώθηκε “ἀσυγχύτως” ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως δηλώνεται ρητά στό ἐν λόγῳ δογματικό κείμενο, “κατά τήν τῆς ἀσυγχύτου ἑνώσεως ἔννοιαν ὁμολογῦμεν τήν ἁγίαν Παρθένον Θεοτόκον, διά τόν Θεόν Λόγον σαρκωθῆναι καί ἐνανθρωπῆσαι καί ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως ἑνῶσαι ἑαυτῷ τόν ἐξ αὐτῆς ληφθέντα ναόν “.

Ἡ μελέτη τῶν πηγῶν καί ἡ σύγχρονη ἐπιστημονική ἔρευνα ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα πώς ἡ συμβολή τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ὑπῆρξε πρωταγωνιστική καί καθοριστική στήν ἀνάδειξη καί προβολή τοῦ ὅρου “Θεοτόκος” ὁ ὁποῖος καθίσταται ὁ δογματικός ὁρισμός τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου .

Ὡστόσο, παρά τή ρητή συνοδική καταδίκη τοῦ Νεστορίου , τό χριστολογικό ζήτημα δέν ἔληξε ὁριστικά, ἀλλά συνεχίσθηκε γιά πολλούς αἰῶνες καί γιά τή διευθέτησή του χρειάσθηκε νά συγκληθοῦν καί ἄλλες Οἰκουμενικές Σύνοδοι.

Μετά τό Νεστόριο καί σέ ἀντίθεση μέ τίς ἀπόψεις του ἐμφανίσθηκε ὁ Μονοφυσιτισμός, μέ κύριο ἐκπρόσωπό του τόν Εὐτυχή. Αὐτός ἐπικαλοῦνταν τόν Κύριλλο, τόν ὁποῖο ὅμως ἑρμήνευε μονόπλευρα καί ἐσφαλμένα, προφανῶς γιατί δέν εἶχε κατανοήσει τόν κυρίαρχο σωτηριολογικό χαρακτῆρα τῆς Χριστολογίας του.

Ὁ Εὐτυχής δέν δεχόταν τό ὁμοούσιο τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου μέ τό σῶμα τῆς Μητέρας Του καί μέ τό δικό μας, γιατί, ὅπως ἔλεγε, Αὐτός εἶναι Θεός μας. ” Ὁ Κύριος δέν ἔλαβε ἀπότήν Παρθένο σάρκα ὁμοούσια μέ ἐμᾶς, ἀλλά τό σῶμα τοῦ Κυρίου δέν εἶναι σῶμα ἀνθρώπου· ἀνθρώπινο εἶναι τό σῶμα ἀπό τήν Παρθένο .

Ἔκανε λόγο γιά ἀλλοίωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στό Χριστό μετά τήν ἕνωση καί ἀναγνώριζε στό Χριστό δύο φύσεις πρίν τήν ἕνωση, μετά ὅμως τήν ἕνωση μία, καθ’ ὅτι ἡ θεία φύση ἀπορρόφησε τήν ἀνθρώπινη. Ὁ Εὐτυχής, ὅπως νωρίτερα καί ὁ Νεστόριος, ταύτιζε τούς ὅρους “φύση ” καί “πρόσωπο”, θεωρώντας ὅτι φύση καί πρόσωπο εἶναι ὅροι ἀχώριστοι. Ἐνδιαφερόταν νά ἀποδείξει ὅτι στό Χριστό ὑπάρχει ἕνα πρόσωπο καί συνεπῶς μία μόνο φύση.

Συγκεκριμενα ὑποστήριζε: ” Ὁμολογῶ ἐκ δύο φύσεων γεγενῆσθαι τόν Κύριον ἡμῶν πρό τῆς ἑνώσεως, μετά δέ τήν ἕνωσιν μίαν φύσιν ὁμολογῶ” . Ὁ Εὐτυχής καταδικάσθηκε καί ἀφορίσθηκε ὡς μονοφυσίτης αἱρετικός ἀπό τήν “Ἐνδημοῦσα” Σύνοδο τοῦ 448 καί λίγο ἀργότερα ἀπό τόν Πάπα Ρώμης Λέοντα μέ τήν ἐπιστολή πρός τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανό. Πρόκειται γιά μία δογματική χριστολογική ἐπιστολή τοῦ Λέοντος, τή γνωσή ὡς “Τόμος τοῦ Λέοντος”.

Ἡ καταδίκη τοῦ Εὐτυχοῦς προκάλεσε τήν ἀντίδραση τοῦ Διοσκόρου Ἀλεξανδρείας. Ὁ Διόσκορος ἐναντιώθηκε στόν Νεστοριανισμό, ἀλλά, παρέχοντας θεολογική καί ἐκκλησιατική στήριξη στόν Εὐτυχή, κατάφερε νά παρασύρει ἀξιοσημείωτο ἀριθμό κληρικῶν καί μοναχῶν τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας. Καθώς εἶχε τήν ὑποστήριξη του αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β´, συνεκάλεσε ὑπό τήν προεδρεία του Σύνοδο τό ἔτος 449 στήν Ἔφεσο.

Ἡ Σύνοδος δικαίωσε τόν Εὐτυχή, καταδίκασε τόν Φλαβιανό Κωνσταντινουπόλεως, καί ὅλους τούς “ἀνατολικούς ” ἐπισκόπους πού ἦταν ἀντίθετοι μέ τή μονοφυσιτική διδασκαλία τοῦ Εὐτυχοῦς. Παρά τό γεγονός ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή συγκλήθηκε ὡς Οἰκουμενική δέν ἔγινε δεκτή ὡς τέτοια ἀπό τή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καί χαρακτηρίσθηκε ὡς “Ληστρική .

Προκειμένου νά καταδικασθεῖ γιά μία ἀκόμη φορά ὁ Νεστοριανισμός ἀλλά καί νά ἀντιμετωπισθεῖ ἡ νέα χριστολογική αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ καί ἐπί τέλους νά εἰρηνεύσει ἡ Ἐκκλησία ἀπό τή διογκούμενη ἀντίδραση τῶν πιστῶν της, συγκλήθηκε ἡ Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδος στή Χαλκηδόνα τό ἔτος 451.

Ἡ Σύνοδος καταδίκασε τούς Νεστοριανούς πού θεωροῦσαν τόν Κύριον ψιλόν ἄνθρωπο, ἀπέρριπταν τόν ὅρο ” Θεοτόκος” καί διαιροῦσαν τό ἕνα πρσοωπο τοῦ Κυρίου σέ δύο.

Καταδίκασε τόν Εὐτυχή καί τούς ὀπαδούς τῆς μονοφυσιτικῆς αἱρέσεως πού πρέσβευαν σύγκραση καί σύγχυση τῶν δύο φύσεων, δέχοταν δύο φύσεις πρίν τήν ἕνωση, μία φύση μετά τήν ἕνωση καί ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶχε ἀνθρώπινη φύση ὅμοια μέ ἐμᾶς. Ἡ σπουδαιότητα τῆς Συνόδου ἐντοπίζεται στό γεγονός ὅτι διατύπωσε μέ ἀκριβολόγο θεολογική ὁρολογία τό χριστολογικό δόγμα σχετικά μέ τήν ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ καί τόν τρόπο τῆς μεταξύ τους σχέσεως στή μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Καθόρισε ὅτι ὑπάρχουν δύο φύσεις ἑνωμένες ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως σέ ἕνα πρόσωπο ἤ μία ὑπόσταση.

Στόν “Ὅρο Πίστεως” τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος διαβάζουμε: “Ἑπόμενοι τοίνυν τοῦς ἁγίοις Πατράσιν, ἕνα καί τόν αὐτόν ὁμολογεῖν Υἱόν τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν συμφώνως ἅπαντες ἐκδιδάσκομεν, τέλειον τόν αὐτόν ἐν θεότητι καί τέλειον τόν αὐτόν ἐν ἀνθρωπότητι, Θεόν ἀληθῶς καί ἄνθρωπον ἀληθῶς τόν αὐτόν ἐκ ψυχῆς λογικῆς καί σώματος, ὁμοούσιον τῷ πατρί κατά τήν θεότητα, καί ὁμοούσιον ἡμῖν τόν αὐτόν κατά τήν ἀνθρωπότητα, κατά πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρίς ἁμαρτίας· πρό αἰώνων μέν ἐκ τοῦ Πατρός, γεννηθέντα κατά τήν θεότητα, ἐπ’ ἐσχάτων δέ τῶν ἡμερῶν τόν αὐτόν δι’ ἡμᾶς καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐκ Μαρίας τῆς Παρθένου τῆς Θεοτόκου κατά τήν ἀνθρωπότητα, ἕνα καί τόν αὐτόν Χριστόν, Υἱόν, Κύριον Μονογενῆ, ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, αδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον, οὐδαμοῦ τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνῃρημένης διά τήν ἔνωσιν, σωζομένης δέ μᾶλλον τῆς ἰδιότητος ἑκατέρας φύσεως καί εἰς ἕν πρόσωπον καί μίαν ὑπόστασιν συντρεχούσης, οὐκ εἰς δύο πρόσωπα μεριζόμενον ἤ διαιρούμενον, ἀλλ’ ἕνα καί τόν αὐτόν υἱόν Μονογενῆ, Θεόν, Λόγον, Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καθάπερ ἄνωθεν οἱ προφῆται περί αὐτοῦ καί αὐτός ἡμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐξεπαίδευσε καί τό τῶν Πατέρων ἡμῖν παραδέδωκε Σύμβολον ” .

Ἕναν αἰῶνα ἀργότερα, συγκλήθηκε τό ἔτος 553 στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό ἡ Ε´ Οἰκουμενική Σύνοδος, προκειμένου ἀφενός νά διασφαλίσει τό κύρος τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἀφετέρου νά καταδικάσει τά λεγόμενα “Τρία Κεφάλαια ” καί τίς κακοδοξίες τοῦ Ὠριγένη καί τῶν ὀπαδῶν του.

Στό δογματικό της “ὅρο” ἡ Σύνοδος μεταξύ ἄλλων, καταδικάζει τίς νεστοριανικές αἱρετικές ἀπόψεις, ἐπαναλαμβάνει ὅσα ἡ ἐκκλησιαστική συνείδηση ἀποδέχεται γιά τίς “δύο γεννήσεις” τοῦ Θεοῦ Λόγου καί ἀναθεματίζει ὅλους ὅσους δέν ὁμολογοῦν ” κυρίως καί κατ’ ἀλήθειαν” Θεοτόκο τήν Παρθένο Μαρία.

“Εἰ τις καταχρηστικῶς, ἀλλ’ οὐκ ἀληθῶς Θεοτόκον λέγει τήν ἁγίαν ἔνδοξον ἀειπάρθενον Μαρίαν, ἤ κατά ἀναφοράν, ὡς ἀνθρώπου ψιλοῦ γεννηθέντος, ἀλλ’οὐχί τοῦ Θεοῦ Λόγου σαρκωθέντος ἐξ αὐτῆς, ἀναφερομένης δέ κατ’ ἐκείνους τῆς τοῦ ἀνθρωπου γεννήσεως ἐπί τόν Θεόν λόγον, ὡς συνόντα τῷ ἀνθρώπῳ γενομένῳ· καί συκοφαντεῖ τήν ἁγίαν ἐν Χαλκηδόνι σύνοδον, ὡς κατά ταύτην τήν ἀσεβῆ ἐπινοηθεῖσαν παρά Θεοδώρου ἔννοιαν Θεοτόκον τήν παρθένον εἰποῦσαν· ἤ εἴ τις ἀνθρωποτόκον αὐτήν καλεῖ ἤ χριστοτόκον ὡς τοῦ Χριστοῦ μή ὄντος Θεοῦ, ἀλλά μή κυρίως καί κατα ἀλήθειαν Θεοτόκον αὐτήν ὁμολογεῖ, διά τό τόν πρό αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα Θεόν Λόγον ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν ἐξ αὐτῆς σαρκωθῆναι,οὔτω τε εὐσεβῶς καί τήν ἁγίαν ἐν Χαλκηδόνι σύνοδον Θεοτόκον αὐτήν ὁμολογῆσαι, ὁ τοιοῦτος ἀνάθεμα ἔστω”.

Μέ τό Χριστολογικό ζήτημα ἀσχολήθηκε καί ἡ ΣΤ´ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατά τά ἔτη 680 -681, καί ἰδιαίτερα μέ μία πλευρά τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τόν Μονοεργητισμό καί Μονοθελητισμό, τόν ὁποῖο καί καταδίκασε ἐπικυρώνοντας ταυτόχρονα τίς ἀποφάσεις ὅλων τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνοδων. Στή Σύνοδο αὐτή, μέ συνοδική ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, πατριάρχου Ἰεροσολύμων, πού ἀνακεφαλαιώνει ὅλο τό Τριαδολογικό καί Χριστολογικό δόγμα,τονίζεται ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι “Θεοτόκος” καί “Ἀειπάρθενος” · “πρό τοῦ τόκου καί ἐν τῷ τόκῳ καί μετά τόν τόκον” .

Ἡ “ἀειπαρθενία” τῆς Παναγίας εἶναι δογματική συνέπεια τοῦ γεγονότος ὅτι αὐτή ἦταν ἀληθινά “Θεοτόκος” καί συμβολίζεται εἰκονογραφικά μέ τήν παράσταση τριῶν ἀστεριῶν πού φέρει στό μαφόριό της. Ἡ Θεοτόκος εἶναι καί Ἀειπάρθενος καί αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν ἐκφραστικό ὄνομα τῆς Θεοτόκου. Στά δύο αὐτά ὀνόματα “Θεοτόκος” καί “Ἀειπάρθενος” μπορεῖ νά συνοψισθεῖ ὅλη ἡ δογματική διδασκαλία γιά τήν Παρθένο Μαρία.

Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος, πού συγκλήθηκε κατά τά ἔτη 691 -692 στήν Κωνσταντινούπολη, μέ σκοπό νά συμπληρώσει τό νομοθετικό ὑστέρημα τῶν δύο προηγηθεισῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀχολήθηκε καί μέ τήν κατάπαυση ὁρισμένων παραδοξοτήτων, πού ἀπό καιρό εἶχαν ἐμφανισθεῖ καί ἀναφέρονταν σέ ἔθιμα τῶν Χριστιανῶν κατά τά “ἐπιλόχεια” τῆς Θεοτόκου. Μεταξύ τῶν πολλῶν κανόνων πού ἐξέδωσε, μέ τόν 79ο κανόνα της ὄχι μόνο καταπόλεμησε καί καταδίκασε τά λεγόμενα “ἐπιλόχεια” ἔθιμα, ἀλλά καί ὑπογράμμισε τόν ἀλόχευτο χαρακτήρα τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ ἀπό τή Θεοτόκο, σημειώνοντας χαρακατηρισκά “ἀλόχευτον τόν ἐκ τῆς Παρθένου θεῖον τόκον ὁμολογοῦντες “.

Ἡ Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος συγκληθηκε στή Νίκαια τό ἔτος 787 , ἐξ αἰτίας τῆς Εἰκονομαχίας. Στόν “ὅρο” τῆς πίστεως ἀνακεφαλαιώνεται ὁλόκληρη ἡ μακραίωνη ὀρθόδοξη πίστη τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπαναλαμβάνεται ἡ διδασκαλία ὅτι ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου εἶναι Ἀειπάρθενος καί ἀληθινά Θεοτόκος.

“Ὁμολογοῦμεν δέ καί τήν δέσποιναν ἡμῶν τήν ἁγίαν Μαρίαν κυρίως καί ἀληθῶς Θεοτόκον, ὡς τεκοῦσαν σαρκί τόν ἕνα τῆς ἁγίας Τριάδος Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν… σύν τούτοις δέ καί τάς δύο φύσεις ὁμολογοῦμεν τοῦ σαρκωθέντος δι’ἡμᾶς ἐκ τῆς ἀχράντου Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, τέλειον αὐτόν Θεόν καί τέλειον ἄνθρωπον γινώσκοντες.

Μέ ὅσα ἀναφέρθηκαν μέ ἰδιαίτερα συνοπτικό τρόπο, μπορεῖ εὔκολα νά κατανοηθεῖ ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο δέν εἶναι καθόλου ἄσχετη μέ ὁλόκληρη τήν δογματική της παράδοση. Ἀντιθέτως σχετίζεται ὀργανικά καί συνδέεται πρωταρχικά μέ τή Χριστολογία καί τή Σωτηριολογία, γιατί μέ τή Θεοτόκο σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος , ὁ Κύριος τῆς Δόξης καί Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ Ἄσαρκος Λόγος, προκειμένου νά πληρωθεῖ ἡ σωτηριώδης θεία οἰκονομία.

Μιά διαστρεβλωμένη καί “μειωμένη” Χριστολογία ἔχει ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ἀφοῦ καταλύει τό δόγμα τῆς σωτηρίας. Ἀλλά καί κάθε ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία, ὅπως ἡ σχετική περί Θεοτόκου, κατανοεῖται καί ἑρμηνεύεται ἀποκλειστικά ἐντός καί διά τῆς Θεολογίας καί τῆς Χριστολογίας.

Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, καθώς ἔχει στέρεη βάση της τή Χριστολογία, δέν εἶναι καί δέν ἐπιτρέπεται νά μετατραπεῖ σέ αὐτονομημένη, ἀνεξάρτητη καί αὐτοδύναμη Μαριολογία καί Μαριολατρεία , ἤ ἀκόμη σέ ἀνθρωπολογία μέ κέντρο της τήν Παρθένο Μαρία, ἀλλά εἶναι πρωτίστως καί κατεξοχήν Χριστολογία, στήν ὁποία συμπεριλαμβάνεται ἀσφαλῶς καί ἡ ἀνθρωπολογία καί ἡ περί Θεοτόκου διδασκαλία. Οἱ ὅποιες παρανοήσεις, παραχαράξεις καί καινοτομίες , πού ἀφοροῦσαν τό πρόσωπο καί τό ἔργο τῆς Παρθένου Μαρίας, προῆλθαν σαφέστατα ἀπό μία λανθασμένη καί “κολοβωμένη” Χριστολογία, ἀπό τήν παρανόηση τοῦ δόγματος τῆς Ἐνανθρωπήσεως. Κατά συνέπεια, ἡ ὀρθόδοξη ἀλήθεια γιά τή Μητερα τοῦ Χριστῦ ὡς Θεοτόκου δέν μπορεῖ παρά νά “ἐπιστηρίζεται σέ χριστολογική βάση”!

Οἱ ἀστείρευτες πηγές τῆς συνοδικῆς καί πατερικῆς παράδοσης τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, ἀπό τίς ὁποῖες μικρόν μόνο μέρος ἀξιοποιήθηκε καί παρουσιάσθηκε ἐδῶ μαρτυροῦν ὁμοφώνως καί διατρανώνουν συνοδικῶς ὅτι ἡ Ὑπερευλογημένη Παρθένος Μαρία εἶναι ὄντως καί ἀληθῶς Θτοόκος, Θεογεννήτρια καί Θεομήτωρ, ὅπως “θεογράφως διεχάραξαν” καί “πνευματοκινήτως” ἐδογμάτισαν οἱ θεοφόροι Πατέρες, πού συγκρότησαν τίς Ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδους.

Ἡ Κυρία Θεοτόκος ” διηκόνησε ” καί “ὑπούργησε” στό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας καί τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου διά τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου καί τῆς θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.

Γιά τή συμβολή τῆς Παρθένου Μαρίας στήν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου τῆς Οἰκονομίας, δικαιολογημένα ἀποδίδεται τιμή, δόξα καί ὕμνος στήν ” ἔχουσα τά δευτερεία τῆς Ἁγίας Τριάδος” , στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τό σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, τό κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τή Μητέρα τοῦ “δεύτερου ἀνθρώπου τοῦ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ, τήν Μητέρα τοῦ “ἐσχάτου Ἀδάμ” τοῦ “καινοῦ ἀνθρώπου” τήν ἀληθινή κατά σάρκα Μητέρα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου.

Ἐπειδή ὁ Χριστός εἶναι ὁ ” πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς ” ἡ Παναγία Μητέρα Του εἶναι Μητέρα μας καί ἐμεῖς θετοί υἱοί της. Κάθε πιστός ἔχει μία ἀπροσμέτρητη δυνατότητα καί προοπτική, ἀφοῦ μπορεῖ νά γίνει καί αὐτός κατά χάριν “Θεοτόκος” καί νά κυοφορήσει κατά χάριν τόν Χριστό ὡς ἔμβρυο.

Θά πρέπει βεβαίως νά θεωρηθεῖ ὡς αὐτονόητη προϋπόθεση ἡ ὀρθοδοξη διδασκαλία γιά τή Θεοτόκο καί Ἀειπάρθενο Μαρία.

Ἡ μοναδικότητα καί τό ἀνεπανάληπτο μεγαλεῖο τῆς Θεομήτορος εἶναι σχετικά παρόμοια πρός τή μοναδικότητα τοῦ Υἱοῦ της, πού “ἐπετέλεσεν πᾶσαν βουλήν τοῦ Θεοῦ καί Πατρός”. Τό Πρόσωπο καί ἡ Ἀποστολή τῆς Παρθένου Μαρίας μένουν μετέωρα καί ἀκατανόητα, ἐάν δέν συνδεθοῦν μέ τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Ἡ Παρθένος ” Θεόν σαρκωθέντα τεκοῦσα, Θεοτόκος ὀνομάζεται . Ὁ Χριστός Θεός σεσαρκωμένος καί ἐνανθρωπήσας”, προσδίδει στήν κατά σάρκα Μητέρα Του τό ὄνομα ” Θεοτόκος”ἀλλά καί τό ὄνομα “Θεοτόκος” “ἅπαν τό μυστήριον τῆς οἰκονομίας [τῆς ἐνανθρώπησεως] συνίστησι. Τό ὄνομα “Θεοτόκος” εἶναι μία ἀναπόφευκτη συνέπεια τοῦ ὀνόματος “Θεάνθρωπος”. Καί τά δύο ὀνόματα στέκουν καί πέφτουν μαζί. Ἡ ἀπόρριψη τοῦ ὅρου “Θεοτόκος” ὁδηγεῖ στήν ἀναίρεση ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηριώδους θείας Οἰκονομίας .

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Υἱοῦ τῆς Θεοτόκου. Τίποτε δέν πρόκειται νά παρεμβληθεῖ μεταξύ τους. Ἡ Θεοτόκος θά εἶναι πάντοτε ἀχώριστη ἀπό τόν Υἱό της ” οὐδέν γάρ μέσον Μητρός καί Υἱοῦ” . Ἰδιαίτερα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ τιμή καί ὁ μακαρισμός καί ἡ δόξα τῆς Παναγίας Θεοτόκου δέν τελειώνουν ποτέ γιατί ” ἡ εἰς αὐτήν τιμή, εἰς τόν ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα (Υἱόν) ἀνάγεται”. Ἡ μητέρα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου, ἡ Θεοτόκος, εἶναι ἡ “Μητέρα τῆς δόξης”. Ἡ μεγαλύτερη δόξα τῆς Παρθένου Μαρίας εἶναι ὁ θεανδρικός της τόκος, ὁ ” καρπός τῆς κοιλίας της”, ὁ Υἱός της, πού τῆς χάρισε και τό μοναδικό ὄνομα ” Θεοτόκος “.

Ἡ Θεοτόκος δέν ἐνεργεῖ καί δέν δοξάζεται αὐτονομημένα καί ἀνεξάρτητα ἀπό τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Σωτήρα Χριστό. Ἔτσι κατανοεῖται γιατί ἡ ὀρθόδοξη περί Θεοτόκου διδασκαλία συνδέεται οὐσιαστικά καί ὀργανικά μέ τήν ὀρθόδοξη Χριστολογία καί κατ’ ἐπέκταση μέ τήν ὀρθόδοξη Σωτηριολογία. Ἡ ἑνότητα Χριστολογίας καί Σωτηριολογίας εἶναι ἄρρηκτη, ὁ δεσμός τους ἀκατάλυτος και ἡ σχέση τους εἶναι ἀμφίδρομη. Ἡ Σωτηριολογία εἶναι στήν οὐσία της Χριστολογία, ἀφοῦ ὁ Χριστός δέν νοεῖται παρά μόνο ὡς Σωτήρας. Γι’ αὐτό καί ὁ ὅρος “Θεοτόκος” στήν πραγματικότητα εἶναι χριστολογικός καί σωτηριολογικός ὅρος. Μέσα στά πλαίσια αὐτά κατανοεῖται καί ἡ ὁμολογία ὅτι ” οὐκ ἔστιν ἄλλη σωτηρία, εἰ μή τό ὀρθῶς φρονεῖν και πιστέυειν, κατ’ ἀλήθειαν Θεοτοκον τήν ἁγίαν Παρθένον ὑπάρχειν” .

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, θέλοντας νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα τῆς πίστεως, τόνιζαν ἐμφατικά τή δογματική ἀναγκαιότητα τοῦ ὅρου ” Θεοτόκος ” στή λειτουργία τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηριώδους θείας Οἰκονομίας. Ὁ Σωτήρας Χριστός, ὁ “Εἷς τῆς Ἁγίας Τριάδος” εἶναι ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐκ Παρθένου Μαρίας σαρκωθείς, Θεός καί ἄνθρωπος. Ἡ Θεολογία καί ἡ Χριστολογία εἶναι ἡ καρδιά, ἡ οὐσία καί τό περιεχόμενο ὁλοκλήρου τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς παραδόσεως. Γι’ αὐτό, λοιπόν, στή δογματική διδασκαλία ὅλα κατανοοῦνται, φωτίζονται καί ἑρμηνεύονται Χριστολογικῶς.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ” στῦλος καί ἑδραίωμα τῆςἀληθείας”, καυχᾶται ἐν Κυρίῳ ὅτι συνεχίζει τήν ἐπί γῆς πορεία της διαφυλάσσοντας ἀναλλοίωτη καί ἀκαινοτόμητη μέχρις ἐσχάτων αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀρχαιοπαράδοτη διδασκαλία καί ” καλήν παρακαταθήκην ” τῆς πίστεως. Στήν ἀληθινή ὀρθόδοξη καθολική πίστη τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό “χάραγμα” καί τό “σκῆπτρον τῆς Ὀρθοδοξίας” .

Καί ἐνῶ “γυναῖκες λέγονται ἄπειροι καί ἀνθρωποτόκοι ἀμέτρητοι καί παρθένοι μύριαι πλεῖσται καί Μαρίαι εἰσί ” γιά τήν ὀρθόδοξη παράδοση καί ζωή δικαίως, “κυρίως καί ἀληθῶς” , μόνον καί ἰδιώτατον καί κυριώτατον καί σημαντικώτατον ἐστι τῇ ἁγίᾳ ἀχράντῳ καί ἀειδόξῳ Παρθένῳ ὄνομα τό Θεοτόκος”.

Πηγή