Μια μέρα γυρνάει ο άντρας από τη δουλειά του και βρίσκει το σπίτι και τον κήπο άνω-κάτω. Τα παιδιά, με τις πιζάμες…

τους ακόμη, παίζανε μέσα στη λάσπη και σε βρωμιές και ήταν σε άθλια κατάσταση, άδεια κονσερβοκούτια και παλιόχαρτα ένα γύρο.

Προχωράει στο σπίτι και το βρίσκει σε ακόμη χειρότερη κατάσταση. Πιάτα σωρός στο νεροχύτη, το φαΐ του σκύλου χυμένο παντού, ένα σπασμένο ποτήρι κάτω από το τραπέζι, και ένας μικρός σωρός άμμου στην πίσω πόρτα, Το καθιστικό είναι γεμάτο με παιχνίδια και διάφορα είδη ρουχισμού και μια επιτραπέζια λάμπα έχει αναποδογυριστεί.

Πάει επάνω να δει τη γυναίκα του, πατώντας σε διάφορα σπασμένα παιχνίδια και σκουπίδια. Είχε ήδη αρχίσει να ανησυχεί ότι μπορεί να ήταν άρρωστη, ή ότι είχε πάθει ατύχημα.

Τη βρήκε στην κρεβατοκάμαρα, στο κρεβάτι με το νυχτικό της ακόμη, να διαβάζει ένα βιβλίο. Τον κοίταξε, του χαμογέλασε και τον ρώτησε πώς ήταν η μέρα στη δουλειά. Αυτός την κοίταξε απορημένος και:

– Μα τι συνέβη εδώ σήμερα; ρώτησε.
Εκείνη του χαμογέλασε πάλι και απάντησε:
– Ξέρεις, κάθε μέρα που έρχεσαι σπίτι από τη δουλειά, με ρωτάς τι έκανα όλη μέρα.
– Ε και λοιπόν;
– Ε λοιπόν σήμερα δεν το έκανα!