Ένα νέο φάρμακο για το άσθμα, που βρίσκεται στη φάση…
των κλινικών δοκιμών, θα μπορούσε να φέρει επανάσταση στη θεραπεία της ασθένειας και να μειώσει τον αριθμό των θανάτων, υποστηρίζει η βρετανική εφημερίδα Guardian.

Ο τρόπος αντιμετώπισης της ασθένειας έχει αλλάξει ελάχιστα την τελευταία 20ετία: όσοι δεν μπορούν να ελέγξουν εύκολα τα συμπτώματά τους βασίζονται στους εισπνευστήρες ή χρησιμοποιούν στεροειδή, τα οποία όμως μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση του βάρους, σε διαβήτη, οστεοπόρωση και υπέρταση.

Μόνο στη Βρετανία, 500.000 άνθρωποι εκτιμάται ότι πάσχουν από σοβαρή ή μέτρια μορφή άσθματος. Η ανάπτυξη του νέου φαρμάκου, του Fevipiprant, θα δώσει την ευκαιρία στους μισούς από αυτούς, όσους παρουσιάζουν τα πιο σοβαρά συμπτώματα, να λαμβάνουν απλώς ένα χάπι δυο φορές την ημέρα, αντί να βασίζονται στις παλαιότερες μεθόδους. Από τη νέα θεραπεία θα μπορούσαν επίσης να ωφεληθούν και οι άλλοι 250.000 ασθενείς που έχουν πιο ήπια συμπτώματα.
Οι ειδικοί που επέβλεψαν την τελευταία κλινική μελέτη του φαρμάκου υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε να μειώσει στο μισό τον κίνδυνο να παρουσιάσουν οι ασθενείς μια κρίση και να χρειαστεί να εισαχθούν σε νοσοκομείο για νοσηλεία.

«Αυτό το νέο φάρμακο θα μπορούσε να αλλάξει το παιχνίδια για τη μελλοντική θεραπεία του άσθματος», εξήγησε ο Κρις Μπράιτλινγκ, ο ερευνητής και καθηγητής πνευμονολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ που ήταν επικεφαλής της μελέτης. «Είμαι ενθουσιασμένος από το πόσο αποτελεσματικό θα μπορούσε να είναι και για τη δυνατότητά του να μειώσει την ανάγκη να λαμβάνουν οι ασθενείς στεροειδή. Οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να σταματήσουν αυτά τα φάρμακα, κάτι που θα έκανε μεγάλη διαφορά για αυτούς», εξήγησε.

Στην κλινική μελέτη του Fevipiprant διαπιστώθηκε ότι η χορήγησή του οδήγησε σε σημαντικό περιορισμό των συμπτωμάτων του άσθματος, σε βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας και σε μείωση των πνευμονικών λοιμώξεων.

Ο αριθμός των ανθρώπων που διαγιγνώσκονται με άσθμα στη Βρετανία αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Η μόλυνση της ατμόσφαιρας, το χλώριο στις πισίνες και τα σύγχρονα πρότυπα υγιεινής πιστεύεται ότι είναι ορισμένοι από τους παράγοντες εμφάνισης της ασθένειας.
Σύμφωνα με τον Μπράιτλινγκ, εάν οι επόμενες μελέτες επιβεβαιώσουν τις δυνατότητες του νέου φαρμάκου, το Fevipiprant θα μπορούσε να κυκλοφορήσει στην αγορά «σε περισσότερα από δύο αλλά σε λιγότερα από τρία χρόνια».

Η κλινική δοκιμή που έγινε στο Λέστερ, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Lancet, χρηματοδοτήθηκε από κοινού από το Εθνικό Ινστιτούτο Ερευνών Υγείας της Βρετανίας, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ελβετική φαρμακευτική εταιρεία Novartis, την κατασκευάστρια του Fevipiprant. Στη μελέτη αυτή συμμετείχαν 61 ασθενείς όμως σύμφωνα με την εφημερίδα ο Μπράιτλινγκ έχει ξεκινήσει άλλη μία κλινική δοκιμή με τη συμμετοχή 850 ασθενών (τα αποτελέσματά της δεν αναμένεται να γίνουν γνωστά πριν το 2018) ενώ σχεδιάζονται και άλλες μελέτες για την αποτελεσματικότητα και τις ενδεχόμενες παρενέργειες του φαρμάκου