Η Γιουσρά Μαρντίνι δεν κατάφερε να προκριθεί στον τελικό…
των 100μ. της πεταλούδας των γυναικών, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο. Σίγουρα όμως της αξίζει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο της ζωής! Το κορίτσι αυτό έφυγε από τη Συρία και με μια βάρκα ξεκίνησε το ταξίδι της σωτηρίας από τα παράλια της Τουρκίας προς τη Λέσβο… μέχρι που κατέληξε στη Γερμανία.
Η 18χρονη πρόσφυγας από τη Συρία έκανε το όνειρο της πραγματικότητα, περνώντας τον Ατλαντικό για να λάβει μέρος στους αγώνες κολύμβησης των Ολυμπιακών και μάλιστα κατάφερε να προκριθεί στα ημιτελικά του αγωνίσματος της.

Ήταν πρώτη στη πρώτη κούρσα των προκριματικών των 100μ. πεταλούδας με χρόνο 1:09.21, αλλά στη συνέχεια η Γιουσρά Μαρντίνιδεν τα κατάφερε. Δεν μπόρεσε να προκριθεί στον τελικό, καταλαμβάνοντας την 41η θέση στις 45 συνολικά αθλήτριες του αγωνίσματος, αλλά ήδη είναι η νικήτρια. Ήταν πριν καν πέσει στην πισίνα για να διαγωνιστεί.

Το όνειρο της Μαρντίνι έγινε πραγματικότητα ταξιδεύοντας στο Ρίο, υπό τη σημαία των προσφύγων (ROA), που ενέκρινε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, αλλά πριν από αυτό έζησε τον πραγματικό εφιάλτη. Τον εφιάλτη του πολέμου και της προσφυγιάς. Στη Συρία υπήρξε πρωταθλήτρια με συμμετοχή, μάλιστα, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2012, αν και ήταν μόλις 14 ετών. Λίγα χρόνια μετά ο εμφύλιος πόλεμος διέλυσε τα πάντα στη ζωή της.

Το κορίτσι αυτό έφυγε από τη Συρία και με μια βάρκα ξεκίνησε το ταξίδι της σωτηρίας από τα παράλια της Τουρκίας προς τη Λέσβο. Μια πορεία από το σκοτάδι, στο φως. Η Γιουσρά ήταν ανάμεσα στους 18 απελπισμένους που έζησαν τον εφιάλτη, καθώς σταμάτησε να λειτουργεί η μηχανή και η βάρκα άρχισε να «μπάζει νερά» τον Αύγουστο του 2015, όταν προσπαθούσαν να περάσουν το Αιγαίο.

Έπεσε στη θάλασσα μαζί με την αδερφή της και με άλλους δύο πρόσφυγες και τράβηξαν τη βάρκα μέχρι τη στεριά, για τρεις ώρες κολυμπώντας παρέα με το θάνατο. «Πριν επιβιβαστούμε στη βάρκα, μας έλεγαν ότι θα πεθάνουμε. Ετσι, το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι όταν ανεβαίνεις εκεί, είναι ο θάνατος», διηγήθηκε στους δημοσιογράφους η νεαρή αθλήτρια στο Ολυμπιακό χωριό και συμπλήρωνε για την απίστευτη περιπέτεια της στα παγωμένα νερά του Αιγαίου: «Με το ένα χέρι κολυμπούσα, με το άλλο τραβούσα τη βάρκα μ’ ένα σκοινί. Δεν μπορώ να περιγράψω την εμπειρία».

Κατάφερε όμως, τελικά, να περάσει στην Ελλάδα. Ακολούθησε το καραβάνι της προσφυγιάς, πριν τα κέντρα εξουσίας κλείσουν τα σύνορα και υψώσουν φράχτες απανθρωπιάς, από Σκόπια, Σερβία, Ουγγαρία και Αυστρία, μέχρι που κατέληξε στη Γερμανία και σ’ ένα κέντρο φιλοξενίας στο Βερολίνο. Εκεί ξαναβρέθηκε με τον πατέρα της και ξεκίνησε πάλι προπονήσεις στο αγαπημένο άθλημα της, την κολύμβηση και από εκεί έκανε το ταξίδι της ζωής της στο Ρίο και στους Ολυμπιακούς αγώνες.

«Εμείς στην ομάδα των προσφύγων δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα, αλλά μας ενώνει η Ολυμπιακή σημαία και αντιπροσωπεύουμε τους 60 εκατομμύρια πρόσφυγες, που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Πολλοί από αυτούς εναπόθεσαν τις ελπίδες πάνω μας και δεν ήθελα να τους απογοητεύσω», δήλωσε μετά την κούρσα της και συμπλήρωσε για τα όνειρα της. «Πρώτα από όλα θέλω να κάνω υπερήφανους τους γονείς μου και από εκεί και πέρα η ψυχή μου λαχταράει για τρία πράγματα: Να ανοίξουν τα σύνορα για τους πρόσφυγες, να πάρω κάποτε ένα Ολυμπιακό μετάλλιο και να επικρατήσει ειρήνη στην πατρίδα μου».