Ανάμεσα στους βασικούς στόχους της Κυβέρνησης στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι η επιστροφή τουλάχιστον…
100.000 προσφύγων υπό ε/κ διοίκηση (οι καταγεγραμμένοι πρόσφυγες είναι 160.000), αλλά και «η επιστροφή θρησκευτικών μνημείων και χώρων λατρείας που έχουν ιδιαίτερο συμβολισμό για τους Ε/κ».

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος των επιδιώξεων, αφήνεται να εννοηθεί ότι η πλευρά μας διεκδικεί να θέσει, στη μετά λύση εποχή, υπό την επίβλεψή της ορισμένες ορθόδοξες εκκλησίες, ενδεχομένως και μοναστήρια, τα οποία θεωρεί σημαντικά, προκειμένου να ικανοποιήσει το θρησκευτικό αίσθημα των χριστιανών Ε/κ. Αυτό όμως που δεν ξεκαθαρίζεται είναι το καθεστώς που θα διέπει ορισμένα άλλα πολιτιστικά μνημεία της αρχαιότητας, των ελληνιστικών χρόνων, του Βυζαντίου, της εποχής των Ενετών και Φράγκων, τα οποία ο Αττίλας κρατά σκλαβωμένα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα μνημεία της κατεχόμενης Κερύνειας αλλά και της Μόρφου, επαρχίες για τις οποίες μας προετοιμάζουν ότι θα είναι υπό τ/κ διοίκηση. Εντούτοις, ποιος μπορεί έστω να διανοηθεί ότι το αρχαίο θέατρο των Σόλων, το Κάστρο της Κερύνειας μας, το μυθικό φρούριο της Καντάρας, το Κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα και του Βουφαβέντο στην οροσειρά του Πενταδαχτύλου και το Πέλλαπαϊς θα δοθούν διά παντός ως λάφυρα στους Τούρκους για την εισβολή; Ακούμε συχνά τις αριστερές και δεξιές Σειρήνες του «έντιμου και οδυνηρού συμβιβασμού» να ισχυρίζονται πως 42 χρόνια τουρκικής κατοχής είναι πολλά. Μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία ορισμένων μόνο από τα σπουδαία πολιτισμικά μνημεία των κατεχομένων αρκεί για να αποδείξει πως, κάτω από το βάρος των αιώνων ελληνικής παρουσίας στο νησί της Αφροδίτης, το κάλεσμα για οριστικό ξεπούλημα του πολιτισμού μας, για 42 χρόνια τουρκικής σκλαβιάς, φαντάζει με άγος.

Το θέατρο των Σόλων (Μόρφου)

Το αρχαίο ελληνικό θέατρο υπήρξε ο πρόδρομος της χριστιανικής εκκλησίας. Εκεί οι Έλληνες πρόγονοί μας πήγαιναν για να διδαχτούν την τραγωδία και τη διαλεκτική σχέση φύσης-ανθρώπου-θεών. Για τους Σόλους, ο ιστορικός Ηρόδοτος μάς εκμυστηρεύεται πως κτίστηκε κατόπιν επιθυμίας και υπόδειξης του Αθηναίου νομοθέτη Σόλωνα, από τον οποίο πήρε και το όνομά του. Η ελληνική αυτή πόλη της αρχαιότητας υπήρξε ένα από τα βασίλεια της Κύπρου και το 498 π.Χ. έλαβε μέρος στην εξέγερση εναντίον των Περσών. Αργότερα οι κάτοικοι της πόλης έστειλαν ναυτική βοήθεια στον Αλέξανδρο τον Μέγιστο, όταν αυτός διεξήγαγε την εκπολιτιστική εκστρατεία του στην Ανατολή. Η πόλη ήκμασε κατά την Ελληνιστική, τη Ρωμαϊκή και την Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Το ρωμαϊκό θέατρο χρονολογείται στα τέλη του 2ου αιώνα ή στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. Η γειτνίαση του Βασιλείου με τα μεταλλεία εξόρυξης χαλκού της Φουκάσας και της Σκουριώτισσας καταμαρτυρεί ότι οι Σόλοι γνώρισαν μέρες ακμής και προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των Μυκηναίων εμπόρων που έκτισαν αποικία, και των Ελλήνων των Ιστορικών χρόνων αργότερα.

Το Κάστρο της Κερύνειας

Το βυζαντινό κάστρο στην κατεχόμενή μας Κερύνεια χρονολογείται από την περίοδο των πρώτων Αραβικών επιδρομών στο νησί στα μέσα του 7ου αι. μ.Χ. Σε αυτό σώζονται διάφορα τμήματα στην αυλή και αλλού, που είχαν ενσωματωθεί στις επεκτάσεις των Λουζινιανών. Είναι σε αυτό το Πρωτοβυζαντινό κάστρο που έστειλε την οικογένεια και τους θησαυρούς του ο Ισαάκιος Κομνηνός κατά την εκστρατεία του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου το 1191. Στο κάστρο διατηρείται το βυζαντινό παρεκκλήσι με τρούλο (12ος αι. μ.Χ),  το οποίο μάλιστα στηρίζεται σε τέσσερεις μαρμάρινους κίονες που, μαζί με τα κιονόκρανά τους, πρέπει να ανήκαν σε πρωιμότερο κτήριο Ελληνιστικής περιόδου. Στον χώρο του παρεκκλησίου πιθανόν να υπήρχε παλιότερη Πρωτοβυζαντινή βασιλική. Το παρεκκλήσι, το οποίο βρίσκεται εκτός του κύριου συγκροτήματος του κάστρου, πιθανόν να λειτουργούσε και κατά την περίοδο των Λουζινιάν, εξυπηρετώντας τις λατρευτικές ανάγκες της Ορθόδοξης κοινότητας.

Το Κάστρο της Καντάρας

Το φρούριο της Καντάρας κτίστηκε από τους Βυζαντινούς, μετά την οριστική απελευθέρωση της Κύπρου στα 965 μ. Χ. από τους Άραβες και καταστράφηκε από τους Ενετούς τον 16ο αιώνα. Η φυσική οχύρωση του φρουρίου το κατέστησε πολλές φορές κέντρο συγκρούσεων. Σύμφωνα με τον Etienne Lusignan, το 1391 ο βασιλιάς Ιάκωβος οχύρωσε το φρούριο της Καντάρας, με ορισμένες από τις οχυρώσεις του να σώζονται μέχρι και σήμερα. Όσο οι Γενουάτες είχαν την Αμμόχωστο, το φρούριο αποτελούσε πολύτιμο παρατηρητήριο και ισχυρό οχυρό. Το κάστρο συνδέεται με την παράδοση της Ρήγαινας, για την οποία έχουν γραφτεί τραγούδια, ποιήματα. Το μνημείο αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λαϊκής πολιτιστικής μας παράδοσης και συντηρεί μύθους που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Κοντά στη Καντάρα βρισκόταν και το μοναστήρι της Παναγίας της Καντάρας.

Ο Άγιος Ιλαρίωνας

Το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, ή του Άη Λαρκού, βρίσκεται στην Κύπρο στην κατεχόμενη επαρχία Κερύνειας και κατασκευάστηκε από τους Βυζαντινούς τον 11ο αιώνα μ.Χ. Αρχικά υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιλαρίωνα, ενώ στη συνέχεια προστέθηκαν δωμάτια των μοναχών και τραπεζαρία, όταν έγινε μοναστήρι. Κατά τη Φράγκικη περίοδο, εκτός από αμυντικό φρούριο, το κάστρο το χρησιμοποιούσε σε περιόδους ειρήνης η βασιλική οικογένεια της Κύπρου για εξοχική κατοικία και γι’ αυτό και κτίστηκαν τα βασιλικά διαμερίσματα. Μετά τον 14ο αιώνα το κάστρο αυτό, αλλά και άλλα ορεινά οχυρά, σταδιακά εγκαταλείφθηκαν. Και αυτό το μνημείο συνδέεται με την ιστορία της Ρήγαινας.

Το κάστρο του Βουφαβέντο

Κτισμένο στα τέλη του 11ου-αρχές 12ου αιώνα, σε μια περίοδο που για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία η Κύπρος είχε μεγάλη στρατιωτική και πολιτική σημασία λόγω της κατάκτησης ολόκληρης σχεδόν της Μ. Ασίας από τους Σελτζούκους Τούρκους. Ο Ισαάκιος Κομνηνός, μετά την ήττα του το 1191, αναγκάστηκε να παραδώσει το κάστρο αυτό στον Ριχάρδο Λεοντόκαρδο. Το κάστρο ονομαζόταν και Κάστρο των Λεόντων. Καταστράφηκε από τους Βενετούς στις αρχές του 16ου αι μ.Χ. Κατά τις παραμονές της Οθωμανικής εισβολής, το 1570, ο Astorre Baglione, ο οποίος προετοίμαζε την άμυνα της Λευκωσίας, φέρεται να έστειλε στο κάστρο όσους δεν μπορούσαν να πολεμήσουν…

Αββαείο Πέλλαπαϊς

Το πάλαι ποτέ αυτό αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Κερύνειας βρίσκεται περίπου 6 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πόλης της Κερύνειας. Το χωριό πήρε την ονομασία του περίφημου Αββαείου που βρίσκεται σ’ αυτό. Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά εναπομείναντα μνημεία Γοτθικής μοναστικής αρχιτεκτονικής στην ανατολική Μεσόγειο. Κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του το αββαείο αναφέρεται ως ‘Επισκοπία’ ή ‘Πισκοπιά’. Το όνομα αυτό πιθανόν να υποδηλώνει ότι το κτήριο κτίστηκε πάνω από τα θεμέλια της κατοικίας του Έλληνα επισκόπου της Κερύνειας (Επισκοπή). Ο επίσκοπος ίσως να κατέφυγε στο μέρος αυτό με τις Αραβικές επιδρομές (648-965). Μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους και την εκδίωξη όλων των Λατίνων από το νησί, οι κάτοικοι του χωριού χρησιμοποίησαν ως ενοριακό Ορθόδοξο ναό την εκκλησία του Αββαείου, αφιερωμένη στην Παναγία Ασπροφορούσα.

Δύο χιλιετίες Ελληνισμός

Συμπερασματικά, δεν υπάρχει οποιαδήποτε κυβέρνηση ή εκκλησιαστική ηγεσία που μπορεί να αξιολογήσει ποιοι χώροι έχουν ιδιαίτερη συμβολική αξία για τους Ε/κ, προκειμένου να τεθούν υπό διαπραγμάτευση στο τραπέζι των συνομιλιών. Κάθε μνημείο έχει τη δική του συμβολική αξία και αντικατοπτρίζει μια ιδιαίτερη χρονολογική περίοδο. Αν παραβλέψουμε τα Μυκηναϊκά χρόνια, και υπολογίσουμε από την κυπροαρχαϊκή περίοδο (725 π.Χ) μόνο μέχρι το τέλος της Βυζαντινής (1192 μ.Χ), η συνεχής ελληνική παρουσία ξεπερνά τις δύο χιλιετίες. Από την άλλη, η Οθωμανική περίοδος  (1571-1878 μ.Χ), μαζί με τα 42 χρόνια τουρκικής κατοχής, είναι μόλις 350 χρόνια. Όντως 1650 χρόνια Ελληνισμού στα χώματα της Κύπρου είναι πάρα πολλά για να τα ξεπουλήσουμε στους ισλαμιστές του Ερντογάν.

Πηγή