Εκατομμύρια γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας σε όλο τον κόσμο…

πάσχουν από σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, το οποίο μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εκδηλώσεως πολλών προβλημάτων υγείας και να πλήξει τη γονιμότητά τους.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) υπολογίζει ότι προσβάλλει τουλάχιστον 116 εκατομμύρια γυναίκες, οι οποίες παρουσιάζουν εξαιτίας του διαταραχές της έμμηνης ρύσης, των ορμονικών επιπέδων και του σωματικού βάρους.

Οι περισσότερες ασθενείς το εκδηλώνουν στην εφηβεία σε ηλικία 13 έως 18 ετών, αλλά σχεδόν ένα στα τέσσερα κρούσματα εμφανίζονται νωρίτερα (11-12 ετών) ή αργότερα.

Όπως εξηγεί ο μαιευτήρας-χειρουργός γυναικολόγος Δρ. Ιωάννης Π. Βασιλόπουλος, MD, MSc, ειδικός στην Yποβοηθούμενη Aναπαραγωγή και ιδρυτικό μέλος του Institute of Life-ΙΑΣΩ , το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών δεν πρέπει να συγχέεται με τις πολυκυστικής μορφολογίας ωοθήκες.

«Το 25-30% των γυναικών μαθαίνουν ότι έχουν μορφολογία πολυκυστικών ωοθηκών (παρουσία άνω των 9 ωοθυλακίων ανά ωοθήκη στο γυναικολογικό υπερηχογράφημα)», λέει. «Ωστόσο από αυτές τις γυναίκες μόνο οι μισές έχουν σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, γιατί μόνο αυτές πληρούν τα κριτήρια του Rotterdam».

Σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, για να διαγνωστεί μία γυναίκα με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών πρέπει να συνυπάρχουν τουλάχιστον δύο από τα τρία  συμπτώματα που ακολουθούν:

1. Ασταθής εμμηνόρροια. Είναι το πιο συχνό χαρακτηριστικό σύμπτωμα. Για παράδειγμα, η γυναίκα μπορεί να έχει περίοδο κάθε 35 ή περισσότερες μέρες, σπανιότερα από οκτώ φορές τον χρόνο, να μην έχει καθόλου για τέσσερις μήνες ή περισσότερο, ή να έχει παρατεταμένη περίοδο με ελάχιστη ή με μεγάλη απώλεια αίματος. Η σπάνια έμμηνος ρύση ή η απουσία της σε ένα κορίτσι εφηβικής ηλικίας πρέπει πάντοτε να δημιουργεί υπόνοιες για ύπαρξη του συνδρόμου.

2. Υπερπαραγωγή ανδρογόνων. Τα ανδρογόνα είναι οι ορμόνες του ανδρικού φύλου, τις οποίες φυσιολογικά παράγουν σε μικρές ποσότητες και οι ωοθήκες. Στις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών παρατηρείται υπερπαραγωγή ανδρογόνων, η οποία ευθύνεται για συμπτώματα όπως η αυξημένη τριχοφυΐα στο πρόσωπο και στο σώμα, η αυξημένη λιπαρότητα και η ακμή των ενηλίκων, η σοβαρή εφηβική ακμή, καθώς και η αραίωση των μαλλιών και η ανδρικού τύπου αλωπεκία (τριχόπτωση). Τα επίπεδα των ανδρογόνων αξιολογούνται με απλή εξέταση αίματος.

3. Πολλές κύστεις στις ωοθήκες. Το υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας μπορεί να δείξει ότι οι ωοθήκες είναι διογκωμένες και περιέχουν πολυάριθμες μικρές κύστεις με υγρό. Οι κύστεις έχουν δημιουργηθεί σε ωοθυλάκια, τα οποία θα έπρεπε να ωριμάσουν για να απελευθερώσουν το ωάριο που περιέχουν, αλλά αυτό δεν συνέβη.

Άλλες εκδηλώσεις που μπορεί να έχουν οι γυναίκες με το σύνδρομο είναι η αύξηση του σωματικού βάρους και η παχυσαρκία με συσσώρευση των περιττών κιλών συνήθως γύρω από την κοιλιά (αυτό παρατηρείται στις μισές περίπου ασθενείς), η μελανίζουσα ακάνθωση (σημεία πάχυνσης του δέρματος με σκούρο καφέ ή μαύρο χρώμα, κυρίως στον αυχένα, τα μπράτσα, κάτω από τους μαστούς ή στους μηρούς), ο πυελικός πόνος και η υπογονιμότητα (το σύνδρομο είναι η πιο συχνή αιτία γυναικείας υπογονιμότητας).

Για τη διάγνωση του συνδρόμου «δεν υπάρχει μία μοναδική εξέταση που να επιβεβαιώνει την παρουσία του», υπογραμμίζει ο Δρ. Βασιλόπουλος. «Θα πρέπει να ληφθεί πλήρες ιατρικό και οικογενειακό ιστορικό, να γίνει γυναικολογική εξέταση, υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας, προσδιορισμός του ορμονικού προφίλ της γυναίκας (είναι, για παράδειγμα, πολύ πιθανό να έχει και υποθυρεοειδισμό), καθώς και καμπύλες σακχάρου και ινσουλίνης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αποκλειστεί οποιαδήποτε άλλη αιτία που σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα των ανδρογόνων, όπως η συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων, οι ανδρογονο-εκκριτικοί όγκοι και η υπερπρολακτιναιμία».

Καθοριστική η αντοχή στην ινσουλίνη

Πού οφείλεται όμως το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών; «Οι ακριβείς αιτίες του δεν είναι γνωστές, αλλά πιστεύεται ότι αποτελεί συνέπεια περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων», απαντά ο Δρ. Βασιλόπουλος. «Μελέτες έχουν δείξει πως όταν μία γυναίκα πάσχει από αυτό, είναι πολύ πιθανό να το έχει και η μητέρα ή η αδελφή της, ενώ υπάρχουν ενδείξεις  ότι οι διαταραχές των επιπέδων μιας ορμόνης που εκκρίνεται από τη υπόφυση (της LH-ωχρινοτρόπου) και τα υψηλά επίπεδα των ανδρογόνων, επηρεάζουν την ομαλή λειτουργία των ωοθηκών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα σε κάθε κύκλο να μην αναπτύσσεται ένα ωοθυλάκιο το οποίο να μπορεί να μεγαλώσει αρκετά ώστε να οδηγήσει σε ωορρηξία, αλλά να αναπτύσσονται πολλά μικρά ανώριμα ωοθυλάκια που φαίνονται σαν κυστίδια, γι’ αυτό και χρησιμοποιούμε τον όρο πολυκυστικές ωοθήκες. Τα μικρά αυτά θυλάκια δεν μπορούν να παράγουν τα αναγκαία οιστρογόνα για την πρόκληση ωορρηξίας και αυτό τελικά οδηγεί σε ανωορρηκτικούς κύκλους και στην αραιομηνόρροια (μεγάλη καθυστέρηση μεταξύ δύο εμμήνων ρύσεων). Επίσης, τα ανδρογόνα όπως για παράδειγμα η τεστοστερόνη, η ανδροστενεδιόνη και η διυδροεπιανδροστερόνη, που κατά κανόνα παράγονται από τις ωοθήκες και τα επινεφρίδια, στην περίπτωση του συνδρόμου αυξάνονται κυρίως λόγω των υψηλών επιπέδων LH, αλλά και λόγω των υψηλών επιπέδων της ινσουλίνης.

Στη πραγματικότητα, «στη βάση του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών βρίσκεται η αυξημένη αντοχή στην ινσουλίνη», επισημαίνει ο Δρ. Βασιλόπουλος. «Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται στο πάγκρεας και ρυθμίζει τα επίπεδα της γλυκόζης (σακχάρου) του αίματος. Όταν ένα άτομο χρειάζεται υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης για να διατηρεί στα φυσιολογικά όρια τα επίπεδα της γλυκόζης, θεωρούμε ότι παρουσιάζει αντίσταση στην ινσουλίνη. Αν μια γυναίκα δεν έχει αυξημένη αντοχή στην ινσουλίνη, η οποία μπορεί να διαγνωστεί με μια καμπύλη ινσουλίνης, είναι απίθανο να πάσχει από σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών».

Έχει διαπιστωθεί ότι τόσο οι κανονικού βάρους, όσο και οι υπέρβαρες γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών παρουσιάζουν αντίσταση στην ινσουλίνη και υπερινσουλιναιμία, που σχετίζονται με μη ικανοποιητική ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα (προδιαβήτη) ή ακόμη και με σακχαρώδη διαβήτη. Έτσι, το 10% των παχύσαρκων γυναικών με σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών  αναπτύσσουν διαβήτη τύπου 2. Επιπλέον, οι γυναίκες που είναι παχύσαρκες και επίσης έχουν αντοχή στην ινσουλίνη ή διαβήτη, έχουν αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου, ενώ το 30% των γυναικών με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών μπορεί να παρουσιάσουν και άπνοια κατά τον ύπνο.

Άλλα νοσήματα που μπορεί να εκδηλώσουν οι γυναίκες με το σύνδρομο, ειδικά αν είναι παχύσαρκες, είναι η υπέρταση, η προεκλαμψία, οι διαταραχές στα λιπίδια του αίματος (π.χ. αυξημένα τριγλυκερίδια, χαμηλή καλή ή HDL χοληστερίνη), το μεταβολικό σύνδρομο (είναι μία ομάδα διαταραχών που συνεπάγονται σημαντικά αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου), η μη αλκοολική λιπώδης νόσος ήπατος (είναι γνωστή σαν λίπος στο συκώτι) και ο καρκίνος του ενδομητρίου (επειδή το τοίχωμα της μήτρας εκτίθεται διαρκώς σε υψηλά επίπεδα ορμονών).

Μάλιστα πολλά από αυτά τα προβλήματα επιμένουν και μετά την κλιμακτήριο, αφού κατ’ αυτήν διακόπτεται η παραγωγή οιστρογόνων και όχι των ανδρογόνων. Έτσι, η γυναίκα μπορεί να εξακολουθήσει να έχει αυξημένη τριχοφυΐα, ενώ η αραίωση των μαλλιών και η ανδρικού τύπου αλωπεκία τείνουν να επιδεινώνονται. Επιπλέον, ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επιπλοκών και διαβήτη αυξάνεται περισσότερο, καθώς οι γυναίκες χάνουν την προστατευτική δράση των οιστρογόνων.

Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία οι ασθενείς να χάσουν βάρος (η απώλεια του 5% ή περισσότερου από το αρχικό βάρος βοηθά σημαντικά στην αποκατάσταση των ορμονικών επιπέδων και τη βελτίωση του κύκλου της γυναίκας), να τρέφονται υγιεινά, να γυμνάζονται συστηματικά και να αποφεύγουν το κάπνισμα, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος διαβήτη, καρδιαγγειακών επιπλοκών και καρκίνου, καταλήγει ο Δρ. Βασιλόπουλος.