Είναι κάποια νησιά που βρίσκονται κοντά στην Αθήνα και που λειτουργούν ως η νοητή γραμμή συνέχειας της πόλης. Σαν να υπάρχει μια κλίμακα, η οποία μεγαλώνει και μικραίνει, ενώ η …
αρχιτεκτονική και η αισθητική ατμόσφαιρα λειτουργούν σαν προδότες αυτής της συνέχειας.

Αυτές ήταν μερικές σκέψεις μου, καθώς το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι του Γαυρίου, στην Ανδρο. Η λεγόμενη και Υδρούσα, λόγω των πολλών υπόγειων νερών, ανήκει στην κατηγορία των νησιών που δημιουργούν μια αστική φωλιά για όσους η πολεοδομία δεν είναι απλώς καρτ-ποστάλ και φωτογραφίες για το Instagram, αλλά ωθεί στην εσωτερική αναβίωση ενός παρελθόντος που χάριζε όλα τα εχέγγυα για ένα θαυμάσιο μέλλον.

Αστική περιπέτεια

Η διαδρομή από το Γαύριο ώς τη Χώρα της Ανδρου είναι μια μικρή αστική περιπέτεια, η οποία συνοδεύεται από θάλασσα και, βέβαια, αέρα. Η αστική αυτή περιπέτεια είναι μια κάποια πυξίδα για τον προσωπικό Βορρά του καθενός μας, στην αναζήτηση των εσωτερικών κραδασμών των πόλεων και των ανθρώπων που τις κατοικούν. Η Ανδρος είναι ένα σκηνικό όπου οι performers, κάτοικοι και επισκέπτες, παρασύρονται από τον αέρα, κυριολεκτικό και μεταφορικό, του νησιού.

Η Χώρα είναι και πολλά περισσότερα. Η αλμύρα της θάλασσας, ο κυκλαδίτικος αέρας και ο αρχιτεκτονικός πλούτος της επιμένουν να κατασκευάζουν καθημερινές παραστάσεις, όπου πρωταγωνιστής παραμένει ο τόπος. Παράξενο, σκεφτόμουν, το πόσο έντονη μπορεί να γίνει η παρουσία ενός τόπου· τόσο, που να μετατρέπει τους ανθρώπους σε ετεροκαθοριζόμενα ενεργούμενα.

Αφορμή για την επίσκεψη στο νησί ήταν τα εγκαίνια των 22ων Πλόων του Ιδρύματος Πέτρου και Μαρίκας Κυδωνιέως, ενός εικαστικού θεσμού που εδώ και 22 χρόνια τοποθετεί μία επιπλέον, σημαντική, «καρφίτσα» στον εικαστικό χάρτη του ελληνικού καλοκαιριού. Το διώροφο κτίριο του ιδρύματος φέτος φιλοξενεί 14 Ελληνες εικαστικούς, οι οποίοι, με την επιμέλεια της ιστορικού και κριτικού τέχνης Αθηνάς Σχινά, διερευνά της «Επικράτειες του Νότου».

Στους δύο ορόφους, τα έργα των εικαστικών εναλλάσσονται σε έναν επίμονο διάλογο για τον περιβάλλον ως χώρο αλλά και ως κατάσταση, ως αντανάκλαση του εσωτερικού μας εαυτού, ως ενοποιητικό στοιχείο της ανθρωπότητας, ως εργαλείο αυτοσυνειδησίας. Η επιμελήτρια της έκθεσης, Αθηνά Σχινά, μίλησε για τις τέσσερις διαστάσεις των έργων τέχνης: την αισθητική, την ηθική, τη φιλοσοφική και την πολιτική διάσταση.

Ανέφερε ότι αφορμή είναι η ίδια η πραγματικότητα, αλλά όχι η καθήλωση σ’ αυτήν· η πραγματικότητα που λειτουργεί υποτάσσοντας το περιβάλλον, τονίζοντας, ωστόσο, ότι η τέχνη δεν πρέπει να γίνεται ρεπορτάζ.

Στην κουβέντα που είχε η «Κ» με την κ. Σχινά, η επιμελήτρια των «Επικρατειών του Νότου» μίλησε για «τα λουλούδια που δεν έγιναν ανθοδέσμες», αναφερόμενη στο «άγριο» των έργων τέχνης των 14 εικαστικών στο Ιδρυμα Κυδωνιέως. «Ρόλος του πνευματικού ανθρώπου, όχι μόνο του θεωρητικού, είναι να υποδεικνύει, να φωτίζει, δίχως, όμως, να γίνεται διδακτικός, να επιβάλλει υποχρεώσεις», σημειώνει η Αθηνά Σχινά. «Σε αυτή την έκθεση αυτό ακριβώς προσπάθησα να κάνω: να υποδείξω τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον, ιδιαίτερα βεβαίως με τον περιβάλλον του Νότου».

Ενα «μέμνησο» μοιάζει ν’ αγκαλιάζει τα λόγια της κ. Σχινά. «Πρέπει να ενώνουμε διαρκώς το παρελθόν με το αιώνιο παρόν, με όλες του τις μεταβολές», αναφέρει. Ο παθιασμένος λόγος της φαίνεται να μεταφέρεται και στην ίδια την έκθεση. Ζωγραφική, γλυπτική και φωτογραφία, σ’ έναν άλλοτε προφανή κι άλλοτε μυστικό διάλογο, εμπεριέχουν έναν τρόπο να επαναθεωρήσει ο σύγχρονος άνθρωπος το περιβάλλον του, ορίζοντας επακριβώς τα μεγέθη που αναλογούν σ’ εκείνον και σε ό,τι βρίσκεται έξω από αυτόν.

Η ανθρώπινη κλίμακα

Ο εικαστικός Πάνος Μπαλωμένος δήλωσε στην «Κ» ότι τον ενδιαφέρει ο άνθρωπος, ο τρόπος που εκείνος διαλέγεται με τους άλλους ανθρώπους και συνομιλεί με το περιβάλλον του, ασκώντας κριτική στην επίπλαστη, χωρίς βάθος λάμψη του σύγχρονου ανθρώπου, ενώ ο Γιώργος Χαδούλης έκανε λόγο για «έναν ολόκληρο κόσμο που θέλω να ζωγραφίζω, να μπαίνω μέσα σ’ αυτόν, να μην υπάρχει τίποτε άλλο. Γι’ αυτό αφήνομαι σε κάθε έργο, το υπηρετώ», μιλώντας για το τμήμα του έργου του που εκτίθεται στις «Επικράτειες του Νότου», κομμάτι από ένα συνολικό έργο 25×2 μέτρα.

Η Ιόλη Ξιφαρά, από τη μεριά της, ανέφερε στην «Κ» για τον μύθο και το βίωμα του Νότου, τη μουσικότητα της φύσης που μεταφέρεται μέσα από τα έργα της, στα οποία δίνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, «πράγμα που μ’ ευχαριστεί, με την ταυτόχρονη τεκμηρίωση που αποκτούν, με τα ίχνη που αφήνουν. Τα έργα αυτά, ιδίως οι αμυγδαλιές μου, είναι νότια έργα με βόρεια μουσική· δεν μπορώ να δουλέψω αλλιώς· η μουσική μού δίνει τον ρυθμό», σημειώνει. Εξάλλου, μιλώντας για τον μύθο, που έρχεται από την Ανατολή και τον Νότο, στην ουσία αναφέρεται στο πραγματικό βίωμα, στη δική της «μεταίσθηση». «Οι αμυγδαλιές, εξάλλου, δεν ζωγραφίστηκαν σ’ ένα ωραίο τοπίο με αμυγδαλιές· πέρασαν από σαράντα κύματα ώσπου να φτάσουν στο εργαστήριο, με το ΚΤΕΛ μάλιστα, και να γίνουν έργο!» καταλήγει.

Αυτό το Σαββατοκύριακο στην Ανδρο θα μπορούσε να περιγραφεί ως μετάβαση από τον κόσμο που υπάρχει, ανεξάρτητα από τη δική μας παρουσία, στον κόσμο που θέλει ο καθένας μας να χτίσει για να φωλιάσει.

Η Ανδρος είναι, το δίχως άλλο, αυτή η διαδρομή. Και μια αφύπνιση, τελικά.

Πηγή