Τα αποτελέσματα των τεστ αντοχής φαίνεται να μην ικανοποίησαν τόσο τους αναλυτές όσο και τους επενδυτές…

Οι ρυθμιστικές αρχές έχουν ένα ανομοιόμορφο «ρεκόρ» σε ότι αφορά την ευθυγράμμισή τους με τις αγορές, ωστόσο η παραφωνία ανάμεσα σε όσους ενεπλάκησαν στα stress test της Παρασκευής για το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και της άποψης των επενδυτών για τις τράπεζες είναι επώδυνη.

Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα των Financial Times, η εδρεύουσα στο Λονδίνο European Banking Authority (EBA), που επέβλεψε το test δήλωσε ότι η ανάκαμψη του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος από την ταραχή του 2008 ήταν πιο αργή από αυτή στις ΗΠΑ, ενώ τόνισε ότι οι ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές ήταν λιγότερο αποτελεσματικές στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι έγινε πρόοδος. Τα stress test της ΕΕ δεν πρέπει πλέον να αφορούν την προώθηση νέων κεφαλαίων στο σύστημα, όπως το 2011 ή να διενεργούν μια αξιολόγηση της φύσης του ενεργητικού, όπως το 2014. Τώρα αφορούν την «σταθερή παρακολούθηση».

Το αποτέλεσμα αυτό μοιάζει επικίνδυνα αισιόδοξο, παρ’ ότι οι τιμές των μετοχών των ευρωπαϊκών τραπεζών ωθήθηκαν σε χαμηλά του 2011, όταν η κρίση χρέους της ευρωζώνης πίεζε την περιοχή. Από την πλευρά τους οι επενδυτές σκέφτονται ότι αυτό δεν μοιάζει σε τίποτα με μια σταθερή κατάσταση.

Από την άλλη, αξίζει να σημειωθεί ότι τα κεφαλαιακά μαξιλάρια είναι περισσότερο επαρκή απ’ ότι πριν πέντε χρόνια. Όμως μια ομάδα αξιοσέβαστων ακαδημαϊκών κατέληξε την προηγούμενη εβδομάδα στο συμπέρασμα ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες χρειάζονται 900 δισ. ευρώ φρέσκων κεφαλαίων για να πείσουν τους επενδυτές ότι είναι εύρωστες. Αυτό μετατρέπει σε «νάνους» τα 260 δισ. ευρώ που η EBA λέει ότι εισφέρθηκαν από το 2011.

Οι κεφαλαιακοί δείκτες αφορούν τους αριθμητές, την ποιότητα των δανείων και άλλου ενεργητικού, όσο και τους αυξημένους παρονομαστές.

Το ιταλικό τραπεζικό σύστημα είναι γεμάτο μη εξυπηρετούμενα δάνεια, 360 δισ. ευρώ συνολικά και όπως ήταν αναμενόμενο η Monte dei Paschi, η οποία την Παρασκευή ξεκίνησε έκτακτο σχέδιο χρηματοδότησης, ήρθε τελευταία μεταξύ των 51 τραπεζών. Αλλές ιταλικές, ιρλανδικές και γερμανικές τράπεζες ήταν μεταξύ των πλέον αδύνατων.

Το stress test προσέφερε μια καλοδεχούμενη εικόνα για το πόσο εκτεθειμένες είναι οι τράπεζες σε διάφορα σενάρια, από μια πτώση 25% στις μετοχές ως μια 22% υποχώρηση στις τιμές της κτηματαγοράς. Υπάρχει επίσης μια αξιόπιστη αντανάκλαση του «ρίσκου συμπεριφοράς», μέτρηση για τα τεράστια πρόστιμα που μπορεί να διαβρώσουν τα κεφαλαιακά μαξιλάρια.

Τα stress test αυτής της χρονιάς όμως έχουν ορισμένα ελαττώματα: Πρώτα από όλα απέτυχαν να περιλάβουν ορισμένα προφανή ρίσκα, μεταξύ αυτών το Brexit και τον αυξανόμενο κίνδυνο των αρνητικών επιτοκίων, ενώ υπάρχει άμεση αναφορά στις προτάσεις «Βασιλεία 4» για περαιτέρω σκλήρυνση των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Τέλος, εξαίρεσαν αγορές όπως η Πορτογαλία και η Ελλάδα, όπου οι τράπεζες είναι αδύναμες.

Χειρότερο όλων είναι η ατμόσφαιρα συσκότισης: Η δομή των test είναι λαβύρινθος, τέσσερα διαφορετικά, και κάποιες φορές αλληλοκαλυπτόμενα, τμήματα της ΕΕ ενεπλάκησαν (η ΕΚΤ, το τμήμα της για την εποπτεία των τραπεζών (SSM), η ΕΒΑ και το Συμβούλιο Ευρωπαϊκού Συστημικού Ρίσκου).

Επιπλέον, ο έλεγχος αυτή τη φορά δεν έχει κατώφλι που να δείχνει ότι πέρασες ή κόπηκες. Αυτό δημιουργεί υποψίες ότι πολιτικές ευαισθησίες παρεισέφρησαν, όμως μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα της χαοτικής εποπτείας: τα επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας αυξάνονται αλλά πεισματικές καθυστερήσεις μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στη απαίτηση να δημοσιεύσουν οι τράπεζες τα δικά τους στοιχεία δείχνουν ότι δεν υπάρχει διαφάνεια για τις κεφαλαιακές βάσεις. Υπάρχει επίσης μικρή διαύγεια για το πώς και πότε υποκεφαλαιοποιημένες τράπεζες θα προχωρήσουν στην άντληση κεφαλαίων.

Αυτό πιθανότατα προστίθεται σε μια ακόμα αποτυχημένη προσπάθεια να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στις ευρωπαϊκές τράπεζες. Χωρίς απλούστερους κανόνες και test αλλά και ξεκάθαρες συνέπειες για την αποτυχία υπάρχει μικρή ελπίδα να αλλάξει αυτό.

Η Deutsche Bank κατέγραψε τις καλύτερες επιδόσεις

Όσον αφορά τη Deutsche Bank, o γερμανικός «βράχος της οικονομίας» κατέγραψε τις καλύτερες επιδόσεις στα stress test που ανακοινώθηκαν από την ΕΒΑ συγκριτικά με εκείνα του 2014, «σημάδι» ότι τα μέτρα για την χρηματοοικονομική θωράκιση αποδίδουν.

O βασικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (CET 1)της γερμανικής τράπεζας διαμορφώθηκε στο 7,8% (με βάση το δυσμενές σενάριο), από 11,1% στο τέλος του 2015, σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΒΑ.

Το 2014 ο δείκτης των κεφαλαίων είχε υποχωρήσει στο 7% με βάση εκκίνησης το 9,2%. Η φετινή επίδοση της γερμανικής τράπεζας είναι καλύτερη από της Barclays που πέτυχε CET 1 στο 7,3%.

Ο CEO της Deutsche Bank, John Cryan, διαβεβαίωσε τους μετόχους ότι η τράπεζα θα ανταποκριθεί στις μελλοντικές απαιτήσεις των ρυθμιστικών αρχών χωρίς να χρειαστεί νέα κεφάλαια.

Ωστόσο τα υψηλά δικαστικά κόστη αλλά και οι «δρακόντειες» αλλαγές στις κεφαλαιακές απαιτήσεις έχουν οδηγήσει ορισμένους αναλυτές να αμφισβητήσουν αυτούς τους ισχυρισμούς.

Όμως από την πλευρά του, ο CEO της τράπεζας σε σχετική ανακοίνωση τόνισε πως «τα βελτιωμένα μεγέθη είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και πολλών μικρών βημάτων. Τα stress tests έδειξαν ότι η τράπεζα είναι καλά θωρακισμένη για τις δύσκολες εποχές», προσθέτοντας ότι η τράπεζα είναι σε καλό δρόμο για να πετύχει το στόχο του 12,5% για το CET 1 έως το τέλος του 2018.

Πηγή