Στην Ελλάδα οι Ξένες Γλώσσες κατέχουν διαχρονικά ξεχωριστή θέση στη συνείδηση των πολιτών, ενώ έχει εμπεδωθεί πλήρως η ανάγκη…
εκμάθησής τους σε όσο το δυνατόν μικρότερη ηλικία.

Η πεποίθηση αυτή συνάδει με τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα στον τομέα της Διδακτικής των Ξένων Γλωσσών και των Ψυχοπαιδαγωγικών Επιστημών, καθώς και με τα ευρωπαϊκά δεδομένα για την Ξενόγλωσση Εκπαίδευση.

Σύμφωνα με αυτά, η γλωσσομάθεια σε μικρή ηλικία συμβάλλει, όχι μόνον στην καλύτερη δυνατή εκμάθηση της εκάστοτε ξένης γλώσσας, αλλά και στην ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών. Και αυτό, γιατί με «όχημα» την γλώσσα έρχονται σε επαφή με νέους πολιτισμούς και τρόπους αντίληψης του κόσμου, διευρύνοντας τους πνευματικούς τους ορίζοντες και καλλιεργώντας δεξιότητες όπως αυτές της ενσυναίσθησης και της ανοχής στη διαφορετικότητα, που κρίνονται ως απολύτως απαραίτητες για την αρμονική συνύπαρξη στο πλαίσιο των σημερινών πολυπολιτισμικών κοινωνιών.

Παράλληλα, η ικανοποιητική γνώση ξένων γλωσσών αποτελεί κατεξοχήν απαραίτητο εφόδιο και ελάχιστη προϋπόθεση για την πρόσβαση τόσο στην ελληνική, όσο και στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, αφού «θεωρείται μία από τις βασικές δεξιότητες που χρειάζεται να αποκτά κάθε πολίτης της ΕΕ προκειμένου να βελτιώσει τις ευκαιρίες του στους τομείς της εκπαίδευσης και της απασχόλησης στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής κοινωνίας της γνώσης, ιδίως κάνοντας χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων».

Η ελληνική Πολιτεία έχει δεσμευθεί στην εφαρμογή της Πολιτικής Προαγωγής της Πολυγλωσσίας που ασκεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρωταρχικός στόχος της πολιτικής αυτής είναι, «το να κατέχει κάθε ευρωπαίος πολίτης δύο ακόμα γλώσσες εκτός από τη μητρική του» (Κοινοτική Οδηγία 1+2), και για την επίτευξη του ορίζεται, ότι «τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται δύο ξένες γλώσσες στο σχολείο από νεαρή ηλικία».

Στο πλαίσιο αυτό προχώρησε μάλιστα κατά το σχολικό έτος 2005-2006 στην πιλοτική εισαγωγή της Β’ Ξένης Γλώσσας (Γαλλικά / Γερμανικά), σε 219 Δημοτικά Σχολεία της χώρας και με αποδέκτες καταρχήν 15.000 μαθητές της Ε’ και ΣΤ’ τάξης, υλοποιώντας σχετικό πρόγραμμα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, διάρκειας δύο ετών. Η αποδοχή του προγράμματος οδήγησε τελικά στην καθιέρωση της Β’ Ξένης Γλώσσας στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, με αποτέλεσμα να τη διδάσκονται πλέον στα 3.688 4/θέσια και πάνω Δημοτικά σχολεία περίπου 170.000 μαθητές/μαθήτριες σε όλη τη χώρα.

Ωστόσο, παρά την επίσημη υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Γλωσσικής Πολιτικής και τα όποια θετικά βήματα έχει κάνει η ελληνική Πολιτεία αναφορικά με την Ξενόγλωσση Εκπαίδευση, η πραγματικότητα έχει δείξει, σε αντίθεση με τις πολλά υποσχόμενες εξαγγελίες από πλευράς της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, ότι αυτή δεν έχει αποτελέσει μέχρι σήμερα στρατηγική και εθνική προτεραιότητα. Αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν «αναγκαίο κακό», με αποτέλεσμα να ασκείται δίχως όραμα και σχεδιασμό και με τρόπο καθαρά διεκπεραιωτικό, αποσπασματικό και συχνά αντιφατικό.

Χαρακτηριστικό, αν και δυστυχώς όχι μόνο παράδειγμα, για την ως άνω αντιμετώπιση της Ξενόγλωσσης Εκπαίδευσης, αποτελεί η πρόσφατη Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1324 τ.Β’/11-5-16) και η Διευκρινιστική αυτής Εγκύκλιος (Αριθμ. 87776/Δ1/30-5-2016) για τα Ενιαίου Τύπου Ολοήμερα Δημοτικά Σχολεία, με την οποία καταργείται η δυνατότητα ελεύθερης επιλογής της Β’ Ξένης Γλώσσας στην Ε’ Δημοτικού και αντικαθίσταται με την πλειοψηφική επιλογή αυτής από τους μαθητές και της μαθήτριες της Ε’ τάξης των Δημοτικών Σχολείων της χώρας.

Πρόκειται για μια απόφαση παιδαγωγικά και διδακτικά αυθαίρετη καθώς και κοινωνικά άδικη, που έρχεται να ανακόψει με τον πιο βάναυσο τρόπο την –παρ’ όλες τις δυσκολίες οργανωτικού κυρίως χαρακτήρα- επιτυχημένη πορεία του θεσμού της διδασκαλίας της Β’ Ξένης Γλώσσας στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.

Και αυτό, γιατί όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα επίσημα στατιστικά στοιχεία σε συνέχεια της επεξεργασίας των δηλώσεων προτίμησης για την επιλογή της Β’ Ξένης Γλώσσας στην Ε’ Δημοτικού, άνω του ενός τρίτου των μαθητών/μαθητριών της Ε’ τάξης δεν θα διδαχθούν την γλώσσα της επιλογής τους, ακόμα και στην περίπτωση ύπαρξης διαθέσιμου εκπαιδευτικού.

Την ίδια στιγμή, το μάθημα θα διεξάγεται σε συνθήκες «συνωστισμού», καθώς αυξάνεται σημαντικά το εύρος των πολυπληθών τμημάτων για τη διδασκαλία της Β’ Ξένης Γλώσσας, ακυρώνοντας ουσιαστικά το αντικείμενο της γλωσσικής επικοινωνίας. Το γεγονός αυτό μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό, αν λάβει κανείς υπόψη του τις σχετικές μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες, για κάθε διδασκόμενο -αρχάριο ή πιο προχωρημένο- στο πλαίσιο πολυμελών τμημάτων (άνω των 20 μαθητών), αντιστοιχεί μόλις 1 λεπτό ανά ώρα ξενόγλωσσης επικοινωνίας.

Στις παραπάνω συνέπειες θα πρέπει να προστεθεί και το πλήθος των δυσμενέστατων επιπτώσεων που θα υπάρξουν για τους γονείς και κηδεμόνες των παιδιών, τους εκπαιδευτικούς αλλά και τις ίδιες τις σχολικές μονάδες και τις Πρωτοβάθμιες Διευθύνσεις που τις εποπτεύουν. Οι μεν πρώτοι θα δουν να ανατρέπεται για πολλοστή φορά ο οικογενειακός τους προγραμματισμός και να πλήττεται καίρια ο οικονομικός τους προϋπολογισμός, ενώ οι εκπαιδευτικοί θα έρθουν αντιμέτωποι με την συρρίκνωση του εργασιακού τους αντικειμένου και την σαφή χειροτέρευση του θεσμικού πλαισίου μέσα στο οποίο καλούνται να επιτελέσουν το έργο τους.

Οι διευθυντές/διευθύντριες των εκάστοτε σχολείων θα αντιμετωπίσουν σοβαρότατα ζητήματα αναφορικά με τον συντονισμό των μετακινούμενων εκπαιδευτικών και την κατάρτιση ωρολογίων προγραμμάτων για τα σχολεία ευθύνης τους, κάτι που θα ισχύσει και για τις κατά τόπους Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οι οποίες θα βρεθούν σε αδυναμία έγκαιρου προγραμματισμού υπηρεσιακών ζητημάτων που άπτονται της διδασκαλίας της Β’ Ξένης Γλώσσας καθώς και χρηστής διαχείρισης του αντίστοιχου εκπαιδευτικού δυναμικού των κλάδων ΠΕ05 Γαλλικής και ΠΕ07 Γερμανικής Φιλολογίας.

Αν και λόγοι οικονομίας δεν καθιστούν δυνατή την περαιτέρω εμβάθυνση σε όλες τις πτυχές του θέματος, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό και ταυτόχρονα πολύ λυπηρό, να διαπιστώνει κανείς την απρόσκοπτη διαιώνιση πρακτικών που επιτρέπουν την λήψη καίριων αποφάσεων -και δη στον νευραλγικό χώρο της Παιδείας- ερήμην και εις βάρος των πραγματικών αναγκών των αποδεκτών της, με αποτέλεσμα την πρόκληση σωρείας προβλημάτων και αναίτιας αναστάτωσης για σύσσωμη την εκπαιδευτική κοινότητα.

Ιδιαίτερα δε, όταν οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται από συγκεκριμένα κέντρα και για λόγους που ελάχιστα έχουν να κάνουν με το αντικείμενο της Ξενόγλωσσης Εκπαίδευσης, την αναβάθμιση της οποίας έχει εξαγγείλει σε όλους τους τόνους ο νυν Υπουργός Παιδείας κ. Νίκος Φίλης.

Λαμβάνοντας υπόψη τις κρίσιμες στιγμές που διέρχεται ο τόπος και την ανάγκη της κοινωνίας για παροχή ποιοτικής και πιστοποιήσιμης Ξενόγλωσσης Εκπαίδευσης μέσα από τις δομές της δημόσιας και δωρεάν Παιδείας, είναι πλέον κάτι παραπάνω από επιτακτική, η ουσιαστική και όχι κατ’ επίφαση υιοθέτηση μιας συνεκτικής Γλωσσικής Πολιτικής.

Για την επίτευξη του ως άνω στόχου απαιτείται ένας προσεκτικός και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης, που θα εναρμονίζεται και με το Ενιαίο Πρόγραμμα Σπουδών των Ξένων Γλωσσών.

Αναγκαία προϋπόθεση βεβαίως, η βούληση και το όραμα για την υλοποίησή του. Οι διαρκείς παλινωδίες στον χώρο της Δημόσιας Ξενόγλωσσης Εκπαίδευσης ωστόσο, δεν δίνουν πολλά περιθώρια ελπίδας για την επίτευξη ενός “success story” στον τομέα αυτό. Διότι τα συνεχή «πλήγματα» που του επιφέρονται, θυμίζουν περισσότερο «αρχαία ελληνική τραγωδία» και τους εμπλεκόμενους σε αυτόν -επί σειρά ετών «στο ίδιο έργο θεατές»- να αναρωτιούνται πότε και αν θα επέλθει κάποτε η πολυπόθητη «Κάθαρση».

*Στεφανία Μπετίνα Αλβίνα Τίλε, καθηγήτρια Γερμανικών στη Δημόσια Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, M.Ed., Πτυχιούχος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Μετάφρασης. Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Καθηγητών Γερμανικής Γλώσσας Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης

Πηγή