Ο Λουίς Μπουνιουέλ, υπήρξε ένας εκ των κορυφαίων σκηνοθετών στην ιστορία του Κινηματογράφου. Ο Ισπανός δημιουργός δε…
δίστασε μέσα από τα έργα του, να ασκήσει δριμεία κριτική στην καθεστηκυία τάξη και στους αντιπροσώπους της. Στο στόχαστρό του καλλιτέχνη βρέθηκαν το Κράτος, η Εκκλησία αλλά και οι Αστοί – Μπουρζουαζία. Με ευρηματική σκηνοθεσία, που συχνά πυκνά αναιρεί το διαχωρισμό μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ο Μπουνιουέλ επαναπροσδιορίζει τα όρια της Έβδομης Τέχνης.

«Ευτυχώς, κάπου ανάμεσα στο τυχαίο και το μυστηριώδες βρίσκεται η φαντασία, το μόνο πράγμα που προστατεύει την ελευθερία μας, παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι προσπαθούν συνέχεια να την περιορίσουν ή να την αφανίσουν ολοσχερώς…» Luis Bunuel

Ο πατέρας του σουρεαλιστικού κινηματογράφου, Λουίς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel Portolés), γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1900, στην Ισπανία και πέθανε 29 Ιουλίου του 1983 στο Μεξικό. Μεγάλωσε σε μια μικρή επαρχιακή κοινωνία, τόσο κλειστή, παραδοσιακή και θρησκόληπτη, που ο ίδιος την αποκαλούσε «μεσαιωνική». Μέλος ευκατάστατης οικογένειας, έλαβε από νωρίς αυστηρή καθολική μόρφωση. Σύντομα όμως, το ελεύθερο πνεύμα του και ο επαναστατικός του χαρακτήρας τον οδήγησαν σε μια αντίδραση που θα συνεχιζόταν σε όλη του τη ζωή.

Στο πανεπιστήμιο γίνεται φίλος με δύο μεγάλες μορφές της τέχνης, τον ζωγράφο Salvador Dalí και τον ποιητή Federico García Lorca. Το 1929 ήταν χρονιά ορόσημο για τον Buñuel, καθώς, μαζί με τον Dalí, θα γυρίσουν το “Un chien andalou” (Ένας Ανδαλουσιανός Σκύλος). Μία ταινία απόλυτα σοκαριστική για τα ήθη της εποχής, με την οποία γράψανε κινηματογραφική ιστορία. Ο Buñuel χρησιμοποίησε την εμμονή του με τα όνειρα και δημιούργησε ένα συνειρμικό όσο και “βλάσφημο” σύμπαν, κάτι που θα αναπαράγει σχεδόν σε όλες του τις ταινίες.
 
Ο “Ανδαλουσιανός Σκύλος” (πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά Un chien andalou) είναι μία κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους, του σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ σε συνεργασία με τον ζωγράφο Σαλβαδόρ Νταλί. Η ταινία γυρίστηκε το 1929 και αποτελεί ένα μοναδικό δείγμα καθαρής υπερρεαλιστικής έκφρασης στον χώρο της Έβδομης Τέχνης. Βασισμένη σε όνειρα, των Μπουνιουέλ και Νταλί, ο “Ανδαλουσιανός Σκύλος” αποτελεί συρραφή φαινομενικά ασύνδετων, απρόσμενων και αισθητικά προκλητικών σκηνών, οι οποίες έχουν κατά καιρούς ερμηνευτεί ως αλληγορίες, συχνά υπό το πρίσμα των φροϋδικών θεωριών.
Το σενάριο της ταινίας ολοκληρώθηκε σε διάστημα περίπου έξι ημερών, ενώ τα γυρίσματα είχαν διάρκεια περίπου δεκαπέντε ημέρες. Η πρώτη δημόσια προβολή της ταινίας οργανώθηκε στην αίθουσα Ursulines σου Παρίσι, συγκεντρώνοντας διάσημους καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων ο ποιητής και σκηνοθέτης Ζαν Κοκτώ, ο μουσικός Ζωρζ Ωρίκ, καθώς και μέλη από την υπερρεαλιστική ομάδα. Στη συνέχεια προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες για περίπου οκτώ μήνες.
 
Ο “Ανδαλουσιανός Σκύλος” είναι μία ταινία – μύθος, που άλλαξε τα δεδομένα στον κινηματογράφο. Το θρυλικό γαλλικό περιοδικό κριτικής κινηματογράφου Cahiers du cinema, είχε γράψει χαρακτηριστικά: “Τα δεκαεπτά πιο σοκαριστικά λεπτά στην ιστορία του Κινηματογράφου…”
Η δεύτερη ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ είχε τον τίτλο, “L’Âge d’or” (Η Χρυσή Εποχή – 1930) και προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο σκάνδαλο. Ο συντηρητικός Τύπος της εποχής, πολέμησε την ταινία και τελικά η αστυνομία την απαγόρευσε. Μια απαγόρευση που κράτησε πενήντα ολόκληρα χρόνια!
 
Η ταινία έχει κοινά στοιχεία με τον “Ανδαλουσιανό Σκύλο” και διακρίνεται από υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά, χωρίς να ακολουθεί μια συμβατική, λογική σειρά γεγονότων. Κεντρικό και σταθερό ρόλο στην υπόθεση, διαδραματίζει ο έρωτας ενός ζευγαριού. Μέσα από μια αλληλουχία εικόνων και σκηνών, οι Μπουνιουέλ και Νταλί εκφράζονται μεταξύ άλλων, γύρω από την αστική τάξη, τον φετιχισμό, τους θεσμούς της οικογένειας και της εκκλησίας, συχνά με διάθεση παρωδίας και πρόκλησης.
 
Ο ίδιος ο Μπουνιουέλ έγραψε για τη “Χρυσή Εποχή”: «αποτελεί μια ταινία για έναν τρελό έρωτα, για μια ακατανίκητη έλξη, που όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, σπρώχνει τον έναν στον άλλο, έναν άντρα και μια γυναίκα, που δεν καταφέρνουν ποτέ να ενωθούν».
Η πολιτική κατάσταση της Ισπανίας ήταν εκρηκτική και το 1936 οδήγησε στον Εμφύλιο. Με την επιβολή της δικτατορίας του Franco, που έγινε και με την ισχυρή στήριξη της εκκλησίας, πολλοί καλλιτέχνες αναγκάστηκαν να εκπατριστούν. Ο Buñuel έφυγε στο Μεξικό και το 1948, με την κατάσταση να συνεχίζεται στη χώρα του, πήρε τη μεξικάνικη υπηκοότητα.
 
Στο Μεξικό θα βρει το έδαφος και την ελευθερία για να δημιουργήσει τις ταινίες του. Ανάμεσά τους, το “Los Olvidados” (1950). Μία ταινία η οποία πολλά χρόνια μετά, εντάχτηκε και στη λίστα της UNESCO ως μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Ήρωας της ταινίας είναι ο Χάιμπο, δραπέτης του αναμορφωτήριου, ο οποίος ηγείται, μαζί με τον φίλο του Πέδρο, μιας συμμορίας ανηλίκων σε φτωχογειτονιά της πόλης του Μεξικού. Δεν διστάζει να φτάσει μέχρι το έγκλημα, ενώ γίνεται εραστής της μητέρας του Πέδρο, η οποία με τη σειρά της παραδίδει το παιδί της στις αρχές για να το ξεφορτωθεί. Βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών του 1951, για την ταινία που έκανε διεθνώς γνωστό τον Μπουνιουέλ.
 
Παραμένοντας στο Μεξικό ο Λουίς Μπουνιουέλ, ολοκληρώνει το 1952 το φιλμ “Ανέβασμα στον Ουρανό” (Subida al cielo) και το 1959, το αγαπημένο “Ναζαρέν” (Nazarin).
 
Ανέβασμα στον ουρανό / Subida al cielo (Μεξικό, 1952)
Ασπρόμαυρη, 74 λεπτά.
 
Ο νιόπαντρος Ολιβέριο ετοιμάζεται να περάσει την πρώτη νύχτα του γάμου με τη γυναίκα του, όταν πληροφορείται ότι η μητέρα του είναι ετοιμοθάνατη. Σύμφωνα με την επιθυμία της, πρέπει να πάει στην γενέθλια πόλη και να συναντήσει έναν φίλο συμβολαιογράφο για να επικυρώσει μια νέα διαθήκη της μάνας, η οποία θα τον προστατεύει από τα αδηφάγα σχέδια των άπληστων αδερφών του σχετικά με την κληρονομιά.
 
Το ταξίδι του Ολιβέριο με το λεωφορείο είναι γεμάτο από απρόσμενα περιστατικά. Μια όμορφη συνταξιδιώτισσα, η Ρακέλ, σαγηνεύει τον Ολιβέριο και κάνει έρωτα μαζί του σ’ ένα μέρος που ονομάζεται «ανέβασμα στον ουρανό». Ένας βουλευτής αποδοκιμάζεται έντονα στο χωριό της εκλογικής του περιφέρειας, μια έγκυος γεννά κατά την διάρκεια του ταξιδιού, ενώ οι επιβάτες του λεωφορείου (το οποίο μεταφέρει κι ένα φέρετρο) παίρνουν μέρος σ’ ένα τοπικό γλέντι. Τελικά ύστερα από οδοιπορικό δύο ημερών, ο Ολιβέριο φτάνει στον προορισμό του…
 
Μία από τις πιο ανάλαφρες και διασκεδαστικές κωμωδίες του Μπουνιουέλ, μακριά από τις συνήθεις θεματικές του (αλλά όχι και από τα όνειρα), όπου το διήμερο ταξίδι με το λεωφορείο της γραμμής είναι γεμάτο από τις στροφές, τις παρεκκλίσεις, τις στάσεις, τα πισωγυρίσματα, τις χαρές και τις λύπες της πραγματικής ζωής. Όλα βέβαια ιδωμένα μέσα από το διεισδυτικό βλέμμα του μεγάλου Ισπανού δημιουργού. Πανέμορφη και αισθησιακή η Λίλια Πράντο στο ρόλο της Ρακέλ.
 
Ναζαρέν / Nazarin (Μεξικό, 1959)
Ασπρόμαυρη, 94 λεπτά.
Στις αρχές του αιώνα, ο νεαρός ιερέας Ναζαρέν ζει σε μια φτωχική πανσιόν, χωρίς να έχει δική του ενορία, εφαρμόζοντας όμως πιστά τις διδαχές του Ευαγγελίου, κυρίως σε ότι αφορά στην αγάπη προς τον πλησίον και στην αλληλεγγύη. Ο ίδιος προσφέρει καταφύγιο στην πόρνη Άνταρα, η οποία καταζητείται για απόπειρα φόνου και βοηθά τη χωριατοπούλα Μπεατρίς που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, όταν την εγκατέλειψε ο εραστής της.
 
Κάποια στιγμή οι δύο γυναίκες φεύγουν μαζί, ενώ ο Ναζαρέν δέχεται αυστηρότατες επικρίσεις από τις εκκλησιαστικές αρχές για τη στάση και τη συμπεριφορά του. Τότε αποφασίζει να γίνει αναχωρητής και να ταξιδεύει σαν «φτωχούλης του Θεού», περιπλανώμενος και ζώντας με ελεημοσύνες. Αργότερα, σ’ ένα χωριό ξανασυναντά την Μπεατρίς και την Άνταρα οι οποίες τον ακολουθούν, καθώς τον θεωρούν άγιο. Ωστόσο ο κόσμος θεωρεί ανήθικο και αιρετικό ένας ιερέας να συνοδεύεται και να κυκλοφορεί με δύο γυναίκες. Η πίστη του Ναζαρέν στην ύπαρξη του Θεού αρχίζει να κλονίζεται…
 
Βραβευμένη στο Φεστιβάλ Καννών του 1959, η ταινία “Ναζαρέν” είναι ίσως η καλύτερη δημιουργία της μεξικάνικης περιόδου του σπουδαίου δημιουργού Λουίς Μπουνιουέλ. Παράλληλα είναι και η πρώτη από τις μεγάλες «βλάσφημες και ιερόσυλες» ταινίες του, όπου ο σκηνοθέτης καταθέτει μια ολομέτωπη επίθεση ενάντια στην υποκρισία της οργανωμένης θρησκευτικής εξουσίας (Εκκλησία).
Όταν το 1960, για λόγους πολιτικής προπαγάνδας, ο Φράνκο κάλεσε τον Buñuel να γυρίσει στην πατρίδα του και να σκηνοθετήσει ένα φιλμ της δικής του επιλογής, ο Buñuel δέχτηκε. Του ανταπέδωσε μάλιστα την «ευγενική χειρονομία» γυρίζοντας τη “Viridiana”. Μία ταινία, που μεταξύ άλλων, παρωδεί έξυπνα και τον Μυστικό Δείπνο. Το αποτέλεσμα ήταν το καθεστώς να κάψει τις κόπιες, όχι όμως πριν προλάβει μία από αυτές να περάσει στη Γαλλία και να βραβευτεί με τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 1961!
 
Η νεαρή Βιριδιάνα (Σίλβια Πινάλ) έχει διαλέξει μία ζωή σύμφωνη με το γράμμα του Θεού της. Η διαδρομή της μέσα στη ζωή δε νοείται να αποκλίνει από τις θεϊκές οδηγίες. Βέβαια, ο κόσμος μέσα στον οποίο κινείται δεν μοιράζεται τις ίδιες αγνές προθέσεις. Λίγο πριν αφοσιωθεί επίσημα στον Θεό, επισκέπτεται τον μοναδικό συγγενή της, ένα χήρο θείο. Ο καταθλιπτικός μεσήλικας με τις κρυφές, φετιχιστικές συνήθειες θα επιχειρήσει να την κάνει δική του για πάντα.
 
Πνιγμένος από τις ενοχές και την αυτό-λύπηση, ο άνδρας θα αφήσει όλη του την περιουσία στην μακρινή ανιψιά. Η Βιριδιάνα θα βρει τώρα έναν καλύτερο τρόπο για να υπηρετήσει τον Κύριό της. Θα μαζέψει όλους τους ζητιάνους της πόλης μέσα στην πολυτελή έπαυλη. Ταυτόχρονα, ο γοητευτικός μοναχογιός του θανόντος, θα εγκατασταθεί στην οικογενειακή κατοικία.
 
Όμως η σαρκοφάγα απληστία των ευνοουμένων και ο ακόμα πιο επικίνδυνος πόθος του νέου, θα εκθέσουν τις υψηλές ιδέες της γυναίκας στη φτηνή πραγματικότητα. Μέχρι το τέλος, η Βιριδιάνα θα εξακολουθήσει να αποποιείται την ευτυχία, την επιλογή και την ελευθερία και θα περιφέρεται με το ακάνθινο στεφάνι πάνω στην ξανθή της κόμη. Ποιος όμως θα προθυμοποιηθεί να την σώσει από τον αληθινό κόσμο;
 
Στις δεκαετίες ’60 και ’70, ο Buñuel διανύει την ωριμότερη φάση του, τη λεγόμενη «Γαλλική περίοδο». Τότε είναι που θα σκηνοθετήσει και μερικά από τα μεγάλα κινηματογραφικά του αριστουργήματα. Ανάμεσά τους, τα φιλμ: “Le journal d’une femme de chambre” (1964), “Belle de Jour” (1967), “Le Charme discret de la bourgeoisie” (1972) και την τελευταία του ταινία, “Cet obscur objet du désir” (1977). Αυτές θα είναι και οι διασημότερες ταινίες της καριέρας του και όχι άδικα.
Η Ωραία της Ημέρας (Belle de jour) (1967)
Η Σεβερίν (Κατρίν Ντενέβ), είναι μία όμορφη, αλλά ψυχρή ερωτικά, σύζυγος ενός γιατρού, η οποία γίνεται πόρνη πολυτελείας σε οίκο ανοχής, με το ψευδώνυμο “Ωραία της Ημέρας”, όπου κι εκπληρώνει όλες τις σεξουαλικές φαντασιώσεις των πελατών της. Ή μήπως όλα αυτά είναι μια δική της φαντασίωση; Ένα αριστοτεχνικό παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό, από έναν Μπουνιουέλ όσο ποτέ άλλοτε χλευαστικό απέναντι στα αστικά ερωτικά ήθη.
 
Ο Λουίς Μπουνιουέλ, έχει εδώ την ευκαιρία να σκηνοθετήσει δύο από τους σημαντικότερους Γάλλους ηθοποιούς, όλων των εποχών. Την γλυκιά Κατρίν Ντενέβ και τον εμβληματικό Μισέλ Πικολί. Το αποτέλεσμα είναι ένα αυθεντικό κινηματογραφικό διαμάντι, ανεξίτηλο στον χρόνο… Το φιλμ κέρδισε το βραβείο Χρυσού Λέοντα στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας.
Ο Γαλαξίας (La Voie lactée / The Milky Way) του 1969
Πρωταγωνιστούν: Πολ Φρανκέρ, Λοράν Τέρζιεφ, Μισέλ Πικολί
 
Δύο ζητιάνοι, ο Πωλ και ο Ζαν ακολουθούν το μονοπάτι του Αγίου Ιακώβου με προορισμό την πόλη Σαντιάγο ντε Κομποστέλα της Ισπανίας. Καθ’ οδόν συναντούν, εκτός τόπου και χρόνου, διάφορες μορφές οι οποίες εκπροσωπούν διδασκαλίες της Χριστιανικής πίστης και επεξηγούν ποικίλα δόγματα και αιρέσεις, πάντα με βάση την Αγία Γραφή.
 
Ένα κλασσικό δημιούργημα της φιλμογραφίας του Λουίς Μπουνιουέλ, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Σάτιρα για τη θρησκοληψία και βαθιά ειρωνεία, με εξαιρετική παρουσίαση της σχέσης δόγματος και εξουσίας. Έξυπνη και διαχρονική ταινία.
«Τον έχουν αποκαλέσει τα πάντα: προδότη, αναρχικό, διεστραμμένο, συκοφάντη, εικονοκλάστη. Αλλά τρελό δεν τον αποκαλούν. Και πράγματι, την τρέλα απεικονίζει στις ταινίες του αλλά όχι τη δική του… δείχνει την τρέλα του πολιτισμού, το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ανθρώπου μετά από δέκα χιλιάδες χρόνια εξευγενισμού». Henry Miller
 
Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας (Le charme discret de la bourgeoisie – 1972)
 
Η “Διακριτική Γοητεία της Μπουρζουαζίας”, μας μεταφέρει, στα πλούσια προάστια του Παρισιού. Εκεί, έξι μεγαλοαστοί, ανάμεσα τους και ο πρέσβης μιας λατινοαμερικανικής χώρας, βρίσκονται σε μια πολύ περίεργη κατάσταση. Προσπαθούν να δειπνήσουν και να ολοκληρώσουν ένα γεύμα, αλλά συνεχώς οι προσπάθειές τους αναστέλλονται από μια σειρά περίεργα, κωμικοτραγικά (άλλα αληθινά κι άλλα φανταστικά), γεγονότα, που παρεμβάλλονται στην πορεία τους.
 
Ο Μπουνιουέλ, με αυτή την αριστουργηματική σουρεαλιστική ταινία, σατιρίζει καυστικά για άλλη μια φορά την αστική τάξη και την προσποιητή ευγένειά της. Τίποτα δεν ξεφεύγει από τον σαρκασμό του δημιουργού. Οι κενοί καλοί τρόποι, οι ανούσιες κοινωνικές εκδηλώσεις, οι αποσαθρωμένες διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και οι εγκληματικές πράξεις, που καλύπτονται από την κοινωνική θέση, όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο του σκηνοθέτη.
 
Ένα φιλμ, που ο ίδιος ο καλλιτέχνης, το χαρακτήριζε ως το πιο σουρεαλιστικό δημιούργημά του. Η ταινία, συνδυάζει σκηνοθετική δεξιοτεχνία, με μια σκανταλιάρικη, αναρχική αίσθηση δημιουργικής ελευθερίας. Ενώ για την ιστορία, να πούμε πως το έργο του Μπουνιουέλ, κέρδισε και το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1973.
 
Με ευρηματική σκηνοθεσία που αναιρεί το διαχωρισμό μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ο Μπουνιουέλ, επιτίθεται στη λογική δομή της αφήγησης. Η υπόθεση, δε διαδραματίζει τον κυρίαρχο ρόλο. Πρόκειται απλώς για μια σειρά παράδοξων γεγονότων, κυρίως φαντασιακού χαρακτήρα, που σκοπό έχουν να φέρουν τους αστούς σε δύσκολη θέση. Με κάθε παράλογη και σουρεαλιστική εικόνα ο σκηνοθέτης, εισβάλλει στο σύμπαν των αστών, δημιουργώντας ασάφεια και σύγχυση των κοινωνικών τους ρόλων. Η απουσία ισχυρής αφηγηματικής δομής, μοιραία στρέφει την προσοχή μας στις αλλόκοτες περιπέτειες των ηρώων μας, αλλά και στην επικίνδυνη ρηχότητα των δήθεν πολιτισμένων συζητήσεων των ανώτερων κοινωνικών κύκλων.
Στην ταινία, παρατηρούμε τέσσερα βασικά στοιχεία. Την πραγματικότητα, η οποία μονίμως διακόπτεται από φαντασιακά γεγονότα. Το όνειρο, το οποίο χρησιμοποιείται για να ταρακουνήσει τον θεατή από τη σιγουριά του (εξάλλου ο Μπουνιουέλ είναι λάτρης της τεχνικής «όνειρο μέσα σε όνειρο»). Τις παρεμβαλλόμενες αφηγήσεις – πρόκειται για ιστορίες που αφηγούνται τυχαίοι ήρωες και συσκοτίζουν κι αυτές με τη σειρά τους, τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Ο επαρχιακός δρόμος, που είναι περισσότερο ένας ουτοπικός χώρος, στον οποίο οι ήρωες μας περιπλανώνται άσκοπα.
 
Μ’ ένα αιχμηρό, σουρεαλιστικό χιούμορ, ο σκηνοθέτης καταλύει την εικόνα της αστικής τάξης και επιτίθεται στους πυλώνες της. Πλούσιοι, εκκλησία, αστυνομία και πολιτικοί, σατιρίζονται σε μια ανελέητη παρωδία της μπουρζουαζίας. Γκρεμίζει έτσι ο Μπουνιουέλ τα κοινωνικά στερεότυπα, καταδεικνύοντας παράλληλα, τις αδυναμίες της αστικής τάξης αλλά και την ενοχικότητα της βεβαρημένης συνείδησής της, αφού μπορεί με την ίδια ευκολία να φέρεται κόσμια και την ίδια στιγμή να διαπράττει εγκλήματα. Ακόμη κι ο τίτλος της ταινίας, είναι χαρακτηριστικά ειρωνικός…
 
Το Φάντασμα της Ελευθερίας (Le fantôme de la liberté του 1974)
Ένα γεγονός που απεικονίζεται στον πίνακα του Γκόγια «3 Μαΐου 1808», ζωντανεύει. Στην Ισπανία του 1808, στρατιώτες του Ναπολέοντα εκτελούν μια ομάδα επαναστατών, που δεν θέλουν τη γαλλική κυριαρχία και την «ελευθερία» που τους επιβάλλεται. Πριν πεθάνουν φωνάζουν «Κάτω η ελευθερία».
 
Μεταφερόμαστε στη Γαλλία, τη σημερινή εποχή. Παρακολουθούμε μια σειρά από ασύνδετα, παράδοξα, τυχαία, και πολλές φορές, κωμικά γεγονότα στη ζωή των αστών. Ένας άντρας φαίνεται να πουλάει πορνογραφικά καρτ-ποστάλ σε κοριτσάκια, τα οποία όμως τελικά απεικονίζουν αξιοθέατα. Στην εξοχή, στρατιώτες επιδίδονται στο κυνήγι αλεπούς. Σε ένα επαρχιακό ξενοδοχείο, μια νοσοκόμα παίζει χαρτιά με μια παρέα καλόγερων, που χρησιμοποιούν εκκλησιαστικά αντικείμενα για μάρκες!
Στο ίδιο ξενοδοχείο, άλλοι φιλοξενούμενοι είναι αιμομίκτες και σαδομαζοχιστές. Πίσω, στο Παρίσι, ένα κοριτσάκι αγνοείται ενώ βρίσκεται συνέχεια δίπλα στους γονείς του, ενώ ένας ελεύθερος σκοπευτής που σκοτώνει περαστικούς αθωώνεται από το δικαστήριο. Σε ένα επίσημο δείπνο σε κάποιο αστικό σπίτι, οι καλεσμένοι κάθονται πάνω σε λεκάνες τουαλέτας χωρίς να τρώνε και πάνε για φαγητό στον καμπινέ-κουζίνα. Ένας επιθεωρητής της αστυνομίας δέχεται ένα τηλεφώνημα από το φάντασμα της νεκρής αδελφής του ενώ κάπου αλλού, διαδηλωτές που φωνάζουν «Κάτω η Ελευθερία» δέχονται τα πυρά της αστυνομίας…
 
Ένας από τους κορυφαίους κριτικούς κινηματογράφου, που έφυγε πριν έναν χρόνο σε ηλικία εβδομήντα ετών, ο Roger Ebert, είχε γράψει σχετικά: «Ένα κατόρθωμα, ένας θρίαμβος από έναν σκηνοθέτη που χειρίζεται δεξιοτεχνικά τα πιο απίθανα μπλεξίματα και αντιφάσεις. Είναι πολύ αστεία, σίγουρα, αλλά να θυμάστε: με τον Buñuel, γελάς μόνο όταν πονάει…»
 
Μέσα από την ασύνδετη αφήγηση και τον παραλογισμό, ο Λουίς Μπουνιουέλ μας παρουσιάζει ίσως την πιο αντισυμβατική ταινία του. Ο ιδιοφυής σκηνοθέτης, αυτή τη φορά ερευνά όχι μόνο τις κοινοτοπίες της καθημερινής ζωής των αστών αλλά και πώς αυτές αποτελούν ένα είδος πλασματικής ελευθερίας, η οποία καταπιέζει την πραγματική φύση των ανθρώπων. Στο καστ συναντάμε τους:Ζαν Κλοντ Μπριαλί, Μόνικα Βίτι, Μισέλ Πικολί κ.α.
Στα τέλη του ΄70, ο Buñuel αποσύρθηκε από τη σκηνοθεσία μέχρι και το τέλος της ζωής του και μαζί με τον Carrière, έγραψε την αυτοβιογραφία του, “Mon Dernier Soupir” ((My Last Sigh) – 1982). Έναν χρόνο μετά, στις 29 Ιουλίου του 1983, ο μεγάλος αιρετικός του κινηματογράφου έφυγε, αφήνοντας πίσω του μία μοναδική πολιτιστική κληρονομιά.