Γράφει ο Γιώργος Ευγενίδης
Λίγο η θερινή ραστώνη, λίγο η συσσωρευμένη κόπωση από την πυκνότητα….
των πολιτικών γεγονότων τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, μια βόλτα στη Βουλή το πρωί της Τρίτης θα έπειθε και τον πιο δύσπιστο πως οι βουλευτές τελούν σε κατάσταση πνευματικού αναχωρητισμού-περιμένουν να κλείσει οριστικά η Βουλή στις 5 και για 20 μέρες, προκειμένου να αποδράσουν και αυτοί από τις υποχρεώσεις τους, μιας και το φθινόπωρο αναμένεται για μια ακόμα φορά σκληρό.

Κι όμως, η συζήτηση που λάμβανε χώρα ήδη από το πρωί της Τρίτης αφορούσε ένα ζήτημα ιδιαίτερα σοβαρό, αυτό για τη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, η οποία ολοκληρώθηκε με την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων και την ολική στροφή του κ. Τσίπρα με το τρίτο Μνημόνιο. Πλην όμως, με εξαίρεση τις αψιμαχίες του βραδιού και την εξαιρετικά πολωμένη ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος σταδιακά βελτιώνει την κοινοβουλευτική του παρουσία ως πρόεδρος της ΝΔ, λίγες ήταν οι στιγμές εκείνες που έμειναν. Η όλη διαδικασία έμοιαζε περισσότερο διεκπεραιωτική-άλλωστε το αίτημα της ΝΔ είχε υποβληθεί στο τέλος Μαρτίου, όταν όλα τα ζητήματα ήταν ανοιχτά. Σήμερα, τέλος Ιουλίου, με την αξιολόγηση κλεισμένη και τους πολίτες ένα βήμα πριν από τις διακοπές, λίγοι είναι εκείνοι που επί της ουσίας ψάχνουν απαντήσεις γι’ αυτό που προσπαθούν να ξεχάσουν.

Εδώ και πολύ καιρό, οι πολίτες ζητούν σταθερότητα. Ποιος, όμως, μπορεί να την προσφέρει; Μπορεί να το κάνει ο κ. Τσίπρας, ο οποίος επιδιώκει να «ρεφάρει» τη λαϊκή δυσαρέσκεια λόγω της σκληρής πολιτικής που εφαρμόζει δια της διαρκούς επαναφοράς πολωτικών διλημμάτων; Κάπως έτσι κάνει και με τη Συνταγματική Αναθεώρηση, η οποία έχει περισσότερη επικοινωνιακή χροιά παρά ουσία. Και με το δεδομένο πως ο πρωθυπουργός παραπέμπει τα πάντα για τις αρχές του 2017 και αφού έχει προηγηθεί κάποια «σκιώδης» διαβούλευση, εκτός κοινοβουλευτικού πλαισίου, δικαιούται κανείς να πιστεύει πως ο κ. Τσίπρας εργαλειοποιεί ακόμα και την αναθεώρηση, προκειμένου να εξυπηρετήσει το πολιτικό αφήγημα που εξυφαίνει.

Ο πρωθυπουργός έχει μια ιδιότυπη σχέση, τόσο με την εξουσία όσο και με τους πολίτες. Την πρώτη, την ασκεί με πονηριά και τακτικισμούς και έμφαση κυρίως στον βραχυπρόθεσμο σχεδιασμό. Με τους δεύτερους έχει μια προσωπική σχέση, η οποία υπερβαίνει τις κοινωνικές αναφορές του κόμματός του. Όταν αυτή η σχέση πάψει να ισχύει, όταν πολλοί πολίτες απομυθοποιήσουν τον κ. Τσίπρα, τότε θα χάσει. Αλλά, ακόμα δεν είμαστε εκεί και υπάρχει μια ακόμα παράμετρος: ο κ. Τσίπρας, σε μια εποχή όπου η γειτονιά μας, αλλά και όλη η Ευρώπη βρίσκεται σε κατάσταση πανικού, έχει ακόμα πίστωση χρόνου από τους Ευρωπαίους εταίρους, οι οποίοι θέλουν έναν πονοκέφαλο λιγότερο. Μάλιστα, ο ίδιος φέρεται να έχει διαμηνύσει στους εταίρους πως δεν προτίθεται να κάνει εκλογές, ούτε έχει τέτοιο σχέδιο.

Πλην όμως, έχει επέλθει η σταθερότητα; Όχι, μάλλον αυτό που επικρατεί είναι μια επίφαση σταθερότητας. Είναι και η εποχή τέτοια, οι πολίτες δεν θέλουν να ακούνε τίποτα για πολιτική, οι ρυθμοί χαμηλώνουν, το κυβερνητικό επιτελείο προγραμματίζει διακοπές και προαπαιτούμενα για το τέλος Αυγούστου και η ΝΔ ετοιμάζεται να κάνει μετακόμιση. Αλλά, μην κάνετε λάθος: το Σεπτέμβριο θα τα βρούμε όλα αυτά μπροστά μας, γιατί τίποτα δεν έχει τελειώσει. Τουναντίον, το παιχνίδι που θα παιχτεί από τον Σεπτέμβριο, όταν όλα τα δημοσιονομικά μέτρα θα έχουν παρθεί και θα έχει φανεί η απόδοσή τους, θα είναι ακόμα πιο χοντρό, γιατί θα είναι πιο σαφώς οριοθετημένο ως προς τις παραμέτρους του.

Η σταθερότητα λοιπόν θα τεσταριστεί στην πράξη. Ούτε κατ’ εντολήν των ξένων για να μην μας έχουν στα πόδια τους, ούτε κατά παραγγελία του Μαξίμου, επειδή το βολεύει. Μέχρι τότε, θα έχουμε ραστώνη και διαχείριση των τραυμάτων που μας άφησε η περυσινή διαπραγμάτευση και το τρίτο Μνημόνιο. Και μπορεί η εξεταστική να μην υπερψηφίστηκε -είναι αμφίβολο αν χρειάζεται εξεταστική, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν καν αυτό το point του κειμένου-, αλλά οι τρομακτικές πολιτικές ευθύνες του κ. Τσίπρα και της κυβέρνησής του δεν παραγράφονται εύκολα, πολιτικά μιλώντας πάντα. Και με αυτές θα βρεθεί αντιμέτωπος από Σεπτέμβριο ο πρωθυπουργός.
Πηγή