Του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα*
Δεδομένης της θεμελιακής λειτουργίας του Τουρκικού Στρατού στη δομή εξουσίας της χώρας, μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό…
πραξικόπημα η Τουρκία που γνωρίζαμε έχει πάψει πια να υφίσταται και στη θέση της έχει δημιουργηθεί μια νέα χώρα. Δεν είμαστε σίγουροι για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, ενώ ακόμη και το ενδεχόμενο του εμφυλίου πολέμου είναι στο τραπέζι. Σε κάθε περίπτωση όμως, η κατάρρευση του γοήτρου του Τουρκικού Στρατού δημιουργεί ένα τεράστιο κενό στην ίδια την υπαρξιακή ταυτότητα της χώρας, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με κάτι άλλο. Και αυτό μάλλον θα είναι ένα αδιαίρετο μείγμα ισλαμισμού, εθνικισμού και αυτοκρατορικής ταυτότητας.

Εάν καταφέρει να αποφύγει τον εθνικό διχασμό, η νέα Τουρκία, έχοντας πια απαλλαγεί από τα σχιζοφρενικά στοιχεία που της επέβαλλε η διττή κεμαλική και ισλαμική – οθωμανική της ταυτότητα, θα είναι μάλλον μια χώρα με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, αίσθηση ιστορικού πεπρωμένου, στοχοθετήσεις αυτόνομης πορείας στο διεθνές σύστημα και πολύ μεγάλες γεωπολιτικές φιλοδοξίες.

Άλλωστε, η σημερινή Τουρκία λειτουργεί σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα, όπου δεν υπάρχει κάποια δύναμη που να ελέγχει τα πάντα και πολλές χώρες ανά τον πλανήτη διαγκωνίζονται για την παγκόσμια κυριαρχία. Σε αυτόν τον πολυπολικό κόσμο, η Τουρκία, έτσι και αλλιώς, διεκδικούσε ρόλο όχι απλώς περιφερειακής αλλά «ημιπαγκόσμιας» ευρασιατικής δύναμης και η απαλλαγή της από το κεμαλικό παρελθόν και από τη θέση της στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτήν της την πορεία. Αυτήν τη δυναμική δύσκολα θα ανακόψει ακόμη και η περίπου αναπόφευκτη ολοκληρωτική αντιπαράθεση με τους Κούρδους. Αντιθέτως, η σύγκρουση αυτή αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την ηγεμονική της προοπτική, ως αντιστάθμισμα στον εν δυνάμει εδαφικό ακρωτηριασμό της.

Επίσης, η καθιέρωση της κυριαρχίας του Ερντογάν στο εσωτερικό της Τουρκίας θα έχει επίδραση και στην εξωτερική της πολιτική. Για να το πούμε με απλά λόγια, ένας ηγεμόνας χρειάζεται και μια ηγεμονία. Ένας αυτοκράτορας – σουλτάνος θα θέλει και την αυτοκρατορία του. Αυτό σημαίνει ότι, αν πράγματι ο Ερντογάν καταφέρει να επιβληθεί, η νέα Τουρκία θα επιχειρήσει να κυριαρχήσει στο άμεσο γεωπολιτικό της περιβάλλον, μέσα στο οποίο βρίσκεται και η Ελλάδα.

Θα πρέπει, λοιπόν, να αρχίζουμε να χαράζουμε μια νέα στρατηγική έναντι της Άγκυρας, προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα. Αντίθετα με τη συμβατική σοφία, η στρατηγική αυτή δεν μπορεί να στοχεύει στην άκριτη ταύτιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ευελπιστώντας ότι αυτές θα μας στηρίξουν ολοκληρωτικά και απόλυτα έναντι της Τουρκίας. Και αυτό γιατί και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται εν μέσω μιας υπαρξιακής κρίσης όσον αφορά τη γεωπολιτική τους ταυτότητα και δύσκολα μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για το πώς θέλουν και πώς μπορούν να λειτουργήσουν στο διεθνές σύστημα. Έναντι δε της Άγκυρας, το πιο πιθανόν είναι ότι θα υιοθετήσουν μια στρατηγική κατευνασμού, επιχειρώντας να διατηρήσουν την αναπόφευκτη επιδείνωση των σχέσεων μαζί της στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, έτσι ώστε να αποφύγουν να την ωθήσουν προς μια αποφασιστική στροφή προς τη Ρωσία.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει και η Ελλάδα να διεκδικήσει έναν πιο αυτόνομο και αυτόφωτο γεωπολιτικό ρόλο και να αρχίσει να αναζητά το κατάλληλο μείγμα συνεργασιών και συμμαχιών στην περιφέρεια της Τουρκίας. Πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να ορθώσει το ανάστημά της και να λειτουργήσει ως ισότιμος πόλος απέναντί της. Και αυτή η προσπάθεια μπορεί και πρέπει να ξεκινήσει με το ζήτημα των οκτώ Τούρκων στρατιωτικών. Σε περίπτωση που η χώρα μας αποφασίσει να τους εκδώσει θα στείλει το απολύτως λανθασμένο μήνυμα στην Άγκυρα. Αυτό του φόβου και της «πάση θυσία» προσαρμογής στις τουρκικές αξιώσεις. Και αν αυτή η πολιτική ήταν επικίνδυνη μέχρι σήμερα είναι δέκα φορές πιο επικίνδυνη έναντι της μελλοντικής αυτοκρατορικής Τουρκίας, ανοίγοντας τον δρόμο για την εκδήλωση ολοένα και πιο επιθετικών αιτημάτων από πλευράς της. Με άλλα λόγια, παρόμοια απόφαση θα μας θέσει σε ένα ολισθηρό μονοπάτι όπου θα είναι ολοένα και πιο δύσκολο να σταματήσουμε να κινούμαστε προς το τέρμα, το οποίο θα είναι η άτυπη μετατροπή της Ελλάδας σε κράτος – υποτελή της νέας Τουρκίας.

(*) Διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και Γεωγραφία της Ασφάλειας και των Αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή