Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη, Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος
Η σημερινή μου αναφορά θεωρείται για πολλούς λόγους επιβεβλημένη…

Κυρίως ορμώμενος απο τα αίσχη τα οποία συμβαίνουν κάθε καλοκαίρι επί
ολάκερες δεκαετίες αναφορικά με τον εξευτελισμό του αρχαίου μας
δραματολογίου απο τον κάθε άξεστο, αγράμματο, αδαή, άθλιο και τόσων
άλλων χαρακτηρισμών φέροντα το “α” στερητικόν, αλλά και απο την
γενικότερη αθλιότητα της σημερινής “σύγχρονης τέχνης” του
μεταμοντερνισμού εώς αηδίας, εθεώρησα σκόπιμον να αναφερθώ σε
ορισμένες μορφές όπου έθεσαν τα θεμέλια για το νεοελληνικό θέατρο τις
προηγούμενες δεκαετίες, ώστε να γνωρίσεις εσύ αγαπητέ αναγνώστη
καλύτερα και να μπορέσεις να συγκρινεις διαμορφώνοντας γνώμη για οτι
συμβαίνει σήμερα. Και οτι συμβαίνει σήμερα, ξεπερνά δυστυχώς τα όρια
και της πλέον αμαθούς φαντασίας, όπως θα έλεγε πριν απο εκατό και
πλέον χρόνια ο μεγάλος υμνητής του αρχαιοελληνικού πνεύματος, ο άξιος
Έλλην, ρομαντικός αυτόχειρ, Περικλής Γιαννόπουλος.

Το σημερινό μας θέατρο, το ξενικόν, το ξενομανιακόν καλύτερα, αποτελεί
στην μεγάλη του πλειοψηφία έναν οχετό ατεχνίας, έναν βόρβορο
εξευτελισμού της ανθρώπινης υπόστασης και έναν μέγα διαστρεβλωτή των
μηνυμάτων τα οποία οφείλει να περνά η τέχνη προς τον θεατή. Συντελεί
μάλιστα τα μέγιστα, στην κακή συνδιαμόρφωση γενιών ολάκερων νέων
καλλιτεχνών και θεατών αναγεννώντας συνεχώς ένα ακόμη κακώς
διαμορφωμένο δίπολο της νεοελληνικής κοινωνίας, το αρρωστημένο δίπολο
Θεατή – Ηθοποιού και εν γέννει καλλιτέχνη.

 Η κατάστασις γενικώς πνικτική σε σημείο εγκληματικόν, τα θέματα
στέκουν πολύ μακριά απο την ελληνική ζωή και δεν αφορούν σχεδόν
κανέναν, πέραν απο όσους νομίζουν οτι “εκμοντερνίζονται” δια μέσω
αυτών των αθλιοτήτων διότι μέχρι εκεί φθάνει η συνείδηση, η γνώση και
το ολίγιστον μυαλό των  και όσους τα οικονομούν χρησιμοποιώντας την
κακή τέχνη ως μεθοδο πλουτισμού αλλά και κοινωνικής “ανόδου” και εν
προκειμένω καθόδου είς τον λάκκο της απωλείας του παντός.

Μα ας περάσουμε στον σημερινό μου “καλεσμένο” απο το υπερπέραν.
Πρόκειται για μία εκ των σημαντικότερων πνευματικών μορφών της Ελλάδας
του μεσοπολέμου, τον προσφιλή και αγαπητό Φώτο Πολίτη. Έναν άνθρωπο ο
οποίος στο διάστημα της σύντομης ζωής του των σαράντα τεσσάρων χρόνων,
εφρόντισε οχι μόνον να τιμήσει την παρουσία του επί γης στην
καθημερινότητα του, αλλά και να φωτίσει όπως το όνομα του επιβάλει,
τον δρόμο πολλών νέων τότε ηθοποιών, συγγραφέων, σκηνοθετών,
σπουδαστών της δραματικής τέχνης και  καλλιτεχνών γενικότερα.

Υπήρξε ο άνθρωπος ο οποίος συναισθάνθει πλήρως την ανάγκη δημιουργίας
μιάς νέας “κεντρικής σκηνής”, η οποία θα βοηθούσε τον λαό να μορφωθεί
θεατρικώς αλλά και να καλυτερεύσει το πνευματικό του επίππεδο, γεγονός
που υποτίθεται πως αποτελεί πάντοτε , τον κύριο στόχο ή έστω εκ των
κυριοτέρων, της πραγματικής τέχνης.

ο Φώτος Πολίτης γεννήθηκε στα 1890 και είχε την τύχη να έχει ως πατέρα
του τον Νικόλαο Πολίτη, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών της
επιστήμης της λαογραφίας. Ημπόρεσε ως είναι προφανές εκ τούτου,  να
ανδρωθεί, σε έναν περιβάλλον ακαδημαικό και  να αναπτύξει όλες εκείνες
τις δυνάμεις του πνεύματος οι οποίες αργότερα τον βοήθησαν να
πραγματοποιήσει μαζί φυσικά και με την βοήθεια άλλων άξιων
συνοδοιπόρων, το όραμα του περί ενός πραγματικά “Εθνικού Θεάτρου’,
ενός θεάτρου ως αρμόζει στην χώρα όπου εγέννησε το θέατρο ως μέσον
διδακτικόν και ως τρόπο πνευματικής αναπτύξεως για τον θεατή και τον
λαό.

Έδρασε ως θεατρικός δάσκαλος, ως μεταφραστής έργων, ως αυστηρός
κριτικός για τους συγχρόνους του διότι επεδίωκε την αριστεία παντού
και την τελειότητα η οποία θα ήρμοζε στην τέχνη της οποίας την μορφή
οραματιζόταν. Κριτής και επικριτής κάθε προχειρότητος, επολέμησε την
ελαφρότητα όπου αντιμετώπιζαν και τότε το αρχαίο μας δραματολόγιο όσοι
ησχολούντο με το θεατρικόν γίγνεσθαι με όλο του το είναι και
προσπάθησε να φέρει σε επαφή το νεοελληνικόν κοινό με οτι αρτιότερο
συναντούσε στο διεθνές θέατρο απανθίζοντας οτι καλύτερο της εποχής και
πίσω. Επίσης υπήρξε και έδρασε ως το τέλος του ως ανέφερα λίαν
συντόμου βίου του, ως ο πρώτος σκηνοθέτης του “Εθνικού Θεάτρου’,
ιδρυθέντος έπειτα απο αρκετές παλινωδίες αι οποία ουδεμίαν σχέση
ημπορούν να έχουν με την τέχνη, στα 1932 επισήμως.

Ο Φώτος Πολίτης απέθανε αιφνιδίως είς τα 1934. Σήμερα όπου η
πραγματική τέχνη βιάζεται κατά συρροήν καθημερινά, την ώρα όπου η
πολιτιστική μας κληρονομιά βρίσκεται στα χέρια ανθελληνικών
περιττωμάτων τα οποία θα έπρεπε να βρίσκονται στις φυλακές για
εγκλήματα ενάντια σε οτι ιερότερο διαθέτουν αυτά τα χώματα που δεν
είναι άλλο απο τον πνευματικό μας θησαυρό,  ο τόπος μας θα είχε την
ανάγκη του το ίδιο και ακόμη περισσότερο απο το τότε.

Αγαπητέ μου αναγνώστη, το ζήτημα του θεάτρου και της τέχνης, σε μιά
χώρα η οποια εγέννησε τον Πολιτισμό, δεν ημπορεί να θεωρείται και να
αντιμετωπίζεται ως κάτι ασήμαντο και η σημερινή μου αναφορά δεν
αποτελεί ζήτημα δικής μου “ενδοοικογενειακής τριβής” και “περιέργειας”
αναφορικά με οτι παρατηρώ καθημερινώς να συμβαίνει σε οτι εγώ
προσωπικά θεωρώ δικό μου χωράφι, αυτό της τέχνης,

Ο Πολιτισμός και η τέχνη, μας αφορά όλες και όλους και ουδείς
περισσεύει στον αγώνα προς την πνευματική ανάπτυξη σε αυτόν τον τόπο.
Έχω τονίσει και άλλοτε πως όσο ο Πολιτισμός και η Παιδεία παραμένει
στα χέρια ανθελλήνων, βρώμικων στην ψυχή και το σώμα ανθρωπαρίων,
ανθρώπων μόνον κατ όνομα,  άσχετων αλλά και εχθρικών προς τον
Πολιτισμό και την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση, τούτος ο τόπος  δεν
πρόκειται να συναντήσει ποτέ του άσπρη ημέρα.

Εμπρός προς την Ελληνικήν Αναγέννησιν.