Το Μάτσου Πίτσου (στη γλώσσα Κέτσουα σημαίνει «αρχαίο βουνό»), βρίσκεται σε υψόμετρο…
2430 μέτρων στις περουβιανές Άνδεις. Η δυσπρόσιτη θέση του Μάτσου Πίτσου έκανε πολλούς να πιστέψουν ότι ήταν το τελευταίο καταφύγιο των Ίνκας, στον αγώνα τους εναντίον των Ισπανών.
Ωστόσο, παρόλο που οι ακραίες καιρικές και κλιματολογικές συνθήκες δεν είναι χαρακτηριστικό της περιοχής, σε σύγκριση πάντα με το γενικό σύνολο των κορυφογραμμών των Άνδεων, η ανθρώπινη κατοίκηση για μεγάλο χρονικό διάστημα στην πόλη Μάτσου Πίτσου, δεν είναι εφικτή. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που οι αρχαιολόγοι δεν δέχτηκαν ότι αυτή η πόλη αποτέλεσε το τελευταίο καταφύγιο των Ίνκας στη διάρκεια της Ισπανικής κατάκτησης.

Η πραγματικότητα είναι ότι το Μάτσου Πίτσου χτίστηκε το 1460 και χρησίμευε ως αστρονομικό παρατηρητήριο με αρχείο χρονολόγησης, λατρευτικό κέντρο και ως θερινά ανάκτορα των βασιλέων. Η πόλη φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε όταν ο ηγεμόνας Μάνκο Ίνκα γνωστός και σαν Μάνκο Καπάκ ο Β’ ξεκίνησε τον αγώνα ανεξαρτησίας των Ίνκας από τους Ισπανούς κατακτητές, γιατί όπως φάνηκε από τα ευρήματα εκείνη την εποχή στη πόλη χτύπησε μια μεταδοτική ασθένεια. Έκτοτε κανένας δεν αναφέρθηκε σε αυτή τη πόλη, που ταυτίζεται με τη γενέτειρα των Ίνκας στη μυθολογία τους (Τάμπου-Τόκο), και κανένας δεν ξαναπάτησε εκεί μέχρι το 1911 που ανακαλύφθηκε.

Η πόλη ανακαλύφθηκε το 1911, στις 24 Ιουλίου, από τον Αμερικανό ιστορικό και αρχαιολόγο Χίραμ Μπίνγκαμ. Σήμερα πολλές εργασίες αναπαλαίωσης και αποκατάστασης έχουν μετατρέψει το χώρο σε ένα πολύ καλά διατηρημένο αρχαιολογικό μνημείο.Το Μάτσου Πίτσου κηρύχθηκε ως περουβιανό ιστορικό άδυτο το 1981 από τη κυβέρνηση του Περού και από την ΟΥΝΕΣΚΟ (UNESCO) ως Περιοχή Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 1983. Είναι επίσης ένα από τα Νέα Επτά Θαύματα του Κόσμου από τις 7 Ιουλίου του 2007.