Στις 22 Ιουλίου 1934, φεύγει από τη ζωή ο περιβόητος γκάνγκστερ και ληστής τραπεζών Τζων Ντίλινγκερ, που έδρασε κατά την περίοδο…
της Μεγάλης Ύφεσης στις ΗΠΑ. Ο Ντίλιγκερ ανακηρύχθηκε υπ’ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος από το υπουργείο Δικαιοσύνης και επικηρύχτηκε από το FBI.

Ήρθε στον κόσμο στις 22 Ιουνίου του 1903. Ο πατέρας του ήταν άνθρωπος με αυστηρά ήθη και πήγαινε τακτικά στην εκκλησία. Διατηρούσε ένα παντοπωλείο. Η μητέρα του, πέθανε το 1907, λίγο πριν ο Τζων γίνει τεσσάρων. Η αδερφή του ανέλαβε τη φροντίδα του έως ότου ο πατέρας του παντρεύτηκε, για δεύτερη φορά, το 1912. Οι σχέσεις του Τζων με τη μητριά του δοκιμάζονταν συχνά. Με την πάροδο του χρόνου όμως την αγάπησε. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του, διέπραττε μικροκλοπές και εκφόβιζε νεαρότερα παιδιά. Παράτησε το σχολείο για να εργαστεί σε ένα μηχανουργείο. Παρότι η εργασία ήταν σκληρή και εξουθενωτική, τα βράδια ξενυχτούσε, σε πάρτι. Ο πατέρας του, άρχισε να συλλογίζεται πως η πόλη διέφθειρε το γιο του. Έτσι αποφάσισε να μετακομίσουν όλοι μαζί στο Μούρεσβιλ της Ιντιάνα.

Η συμπεριφορά του Τζων, παρέμεινε το ίδιο επαναστατική, στο αγροτικό περιβάλλον που ζούσε πλέον. Το 1922 συνελήφθη για κλοπή αυτοκινήτων. Οι σχέσεις του με τον πατέρα του χειροτέρεψαν. Εξαιτίας της προσωπικότητάς του και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, ο Τζων αποφάσισε να καταταγεί στο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ. Υπηρέτησε στο θωρηκτό USS Utah ως Πυροσβέστης 3ης Τάξης. Λίγους μήνες αργότερα, εγκατέλειψε τα καθήκοντά, του όταν το θωρηκτό αγκυροβόλησε στη Βοστώνη. Απελάθηκε από το Πολεμικό Ναυτικό και επέστρεψε στο Μούρεσβιλ. Παντρεύτηκε την Beryl Ethel Hovious το 1924 και προσπάθησε να κάνει μία ήρεμη, νοικοκυρεμένη ζωή. Οι δυσκολίες στην εύρεση εργασίας ωστόσο, οδήγησαν τον Τζων και την Baryl σε διαζύγιο, το 1929.

Τα πρώτα αξιόποινα κατορθώματα

Μη βρίσκοντας λύση στη δεινή οικονομική του κατάσταση, αποφάσισε να ληστέψει ένα μπακάλικο, με τον φίλο του Ed Singleton. Έκλεψαν 50 δολλάρια και τράπηκαν σε φυγή. Τους άνδρες ανέφερε στην αστυνομία ένας υπουργός που βρισκόταν πολύ κοντά στον τόπο του εγκλήματος. Η επόμενη ημέρα τους βρήκε στα χέρια των Αρχών. Ο Singleton δήλωσε αθώος. Ο Τζων, ακολουθώντας τη συμβουλή του πατέρα του, δήλωσε ένοχος και ομολόγησε την εγκληματική του πράξη. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 10 – 20 ετών. Αργότερα ο πατέρας του δήλωσε σε δημοσιογράφους πως μετάνιωσε για τις συμβουλές που έδωσε στο γιο του. Εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την καταδικαστική ποινή και επιδίωξε να συναντηθεί με το δικαστή για να συζητήσουν το ενδεχόμενο μείωσής της. Η συνάντηση τελικά δεν έγινε εφικτή. Στο δρόμο για τη φυλακή, ο Τζων, κατάφερε να ξεφύγει από τη συνοδεία των αστυνομικών. Συνελήφθη όμως λίγη ώρα αργότερα.

Η ζωή στη φυλακή

Ο Τζων δεν δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στον ποινικό τρόπο ζωής στις φυλακές του Μίτσιγκαν. “Θα είμαι ο πιο μοχθηρός μπάσταρδος που είδατε ποτέ, όταν βγω από εδώ”, δήλωσε τότε. Ανέπτυξε πικρόχολα αισθήματα για την κοινωνία λόγω της μακράς ποινής του. Έκανε φιλίες με εγκληματίες όπως ο Harry Pierpont και ο Russel “Boobie” Clark. Δίπλα τους, έμαθε πώς να είναι “επιτυχημένος εγκληματίας”. Όλοι μαζί, σχεδίασαν ληστείες που θα διέπρατταν μετά την αποφυλάκισή τους. Ο Τζων αντέγραφε τη μέθοδο του Herman Lamm στις ληστείες του. Για την ακρίβεια, την υιοθέτησε σε όλη την “επαγγελματική¨ του σταδιοδρομία.

Στις 10 Μαΐου 1933 αφέθηκε ελεύθερος με αναστολή. Η μητριά του, απέπνευσε λίγο πριν φτάσει στο σπίτι όπου ζούσαν με τον πατέρα του. Η περίοδος της Μεγάλης Ύφεσης στην Αμερική, βρήκε τον μόλις αποφυλακισθέντα Ντίλινγκερ, εκτός εργασίας. Σύντομα, αποφάσισε να ασκήσει την τέχνη του εγκληματία που τόσο καλά είχε διδαχθεί πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Στις 14 Αυγούστου 1933 “χτύπησε” μία τράπεζα στο Οχάϊο. Οι τοπικές αρχές τον εντόπισαν και αφού τον συνέλαβαν, τον οδήγησαν στις φυλακές Allen.

Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι βρήκαν ένα σχέδιο απόδρασης σε ένα κομμάτι χαρτί που είχε μαζί του ο Ντίλινγκερ. Τέσσερις ημέρες αργότερα, οχτώ κρατούμενοι κατάφεραν να αποδράσουν, σκοτώνοντας δύο φρουρούς με τυφέκια που είχαν περάσει παράνομα στη φυλακή. Στις 12 Οκτωβρίου, τρεις από τους δραπέτες επέστρεψαν στις φυλακές, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς της Ιντιάνα. Ανέφεραν πως είχαν εντολές να μεταφέρουν τον Ντίλινγκερ. Ο Σερίφης Sarber ζήτησε τα διαπιστευτήριά τους και τότε οι δραπέτες τον πυροβόλησαν. Έπεσε στο πάτωμα αναίσθητος. Λίγη ώρα αργότερα πέθανε.

Στη συνέχεια, απελευθέρωσαν τον Ντίλινγκερ και επέστρεψαν στην Ιντιάνα για να συναντήσουν τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας. Ο Ντίλιγνκερ με τους συντρόφους του στο έγκλημα, έκαναν επιδρομές σε τράπεζες, σε όλη την Ιντιάνα. Ο ίδιος συχνά, απευθυνόμενος προς τους υπαλλήλους τραπεζών, προσποιούνταν πως ήταν πωλητής συναγερμών. Με αυτό τον τρόπο αποκτούσε πρόσβαση σε χρηματοκιβώτια ή άλλους πιθανούς στόχους. Άλλοτε, η συμμορία με την κάλυψη της εταιρείας παραγωγής φίλμ, “αναζητούσε” ιδανικές τοποθεσίες για γυρίσματα σκηνών. Τον Ιανουάριο του 1934 κι ενώ η συμμορία βρισκόταν στην Αριζόνα, το ξενοδοχείο στο οποίο διέμεναν πήρε φωτιά και ο Ντίλινγκερ συνελήφθη από την αστυνομία. Κρίθηκε προφυλακιστέος για το φόνο του αστυνομικού Γουίλιαμ Ο’ Μάλεϊ κατά τη διάρκεια ληστείας στην πόλη του Σικάγο. Τον Μάρτιο, απέδρασε από τη φυλακή, απειλώντας τους φύλακες με ένα ψεύτικο πιστόλι. Διέφυγε με το αυτοκίνητο του Σερίφη και έφτασε έως το Ιλινόϊς. Το FBI αποφάσισε να αναλάβει προσωπικά την υπόθεση Ντίλινγκερ.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης τον επικήρυξε με 10.000 δολάρια ενώ προσέφερε αμοιβή 5.000 δολαρίων σε όποιον βοηθούσε στον εντοπισμό του. Ο Ντίλινγκερ συνέχισε να διαφεύγει του FBI παρόλο που ο κλοιός γύρω του στένευε ολοένα και περισσότερο. Βρήκε καταφύγιο στο Σικάγο με το ψευδώνυμο Τζίμι Λόρενς. Στην απόκρυψη της πραγματικής του ταυτότητας βοήθησαν τόσο οι πλαστικές επεμβάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί μετά από την επικήρυξή του, όσο και η αλλαγή των δακτυλικών του αποτυπωμάτων. Μόνο η γραμματέας και σύντροφός του, Πόλι Χάμιλτον γνώριζε ποιός πραγματικά ήταν. Στις 22 Ιουλίου Ο Ντίλινγκερ, η Πόλι και η Άννα Κουμπάνας πήγαν να παρακολουθήσουν την ταινία το “Μελόδραμα του Μανχάταν” στο Μπάιογκραφ Θίατερ του Λίνκολν Παρκ. Η Άννα Κουμπάνας ήταν ιδιοκτήτρια οίκων ανοχής. Είχε περάσει στις ΗΠΑ το 1914, με το όνομα Άννα Σέιτζ.

Γνώρισε τον Τζίμι Λόρενς, δηλαδή τον Ντίλινγκερ, μέσω της Πόλι, η οποία εργαζόταν σε έναν από τους οίκους ανοχής της, προτού αναλάβει χρέη γραμματέα στην υπηρεσία του γκάνγκστερ. Οι αρχές επισκέπτονταν συχνά την Άννα, λόγω της αυστηρής πολιτικής των ΗΠΑ που αφορούσε τους μετανάστες. Η ίδια, κινδύνευε με απέλαση. Αντιλήφθηκε πως ο Λόρενς στην πραγματικότητα ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα κακοποιός των ΗΠΑ. Προκειμένου να ανανεώσει την άδεια παραμονής της στη χώρα, διαπραγματεύτηκε με το FBI την παράδοσή του. Η Άννα, έδωσε την πληροφορία στο FBI, για το πού πήγαιναν με τον Ντίλινγκερ και την Πόλι, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να βρεθούν τελικά στην κινηματογραφική αίθουσα Μάμπο και όχι στο Μπάιογκραφ Θίατερ.

Για να διευκολύνει το FBI στον εντοπισμό τους, η Άννα, ενημέρωσε τους πράκτορες πως θα φορούσε πορτοκαλί μπλούζα και λευκή φούστα. Κάτω από τα φώτα της αίθουσας η ‘Άννα ξεχώρισε ως η “γυναίκα με τα κόκκινα”. Το FBI συνεργάστηκε με τις τοπικές αστυνομικές δυνάμεις και οργάνωσε μία μεγάλη επιχείρηση. Ο Ντίλινγκερ καθοδόν προς την έξοδο του θεάτρου, μετά το τέλος της προβολής, αντιλήφθηκε κάτι ύποπτο. Η παρουσία ενός άνδρα που κάπνιζε το πούρο του δίπλα από την έξοδο του Μπάιογκραφ Θίατερ, τού κίνησε υποψίες πως “κάτι” επρόκειτο να συμβεί. Η αντίληψή του κάθε άλλο παρά λανθασμένη αποδείχθηκε. Ο άνδρας με το πούρο ήταν ένας από τους πράκτορες που τον αναζητούσαν. Ο Ντίλινγκερ κατευθύνθηκε με γοργά βήματα προς ένα σοκάκι δίπλα από το θέατρο. Οι πράκτορες που τον παρακολουθούσαν, κινητοποιήθηκαν άμεσα. Ακολούθησε καταιγισμός πυρών με αποτέλεσμα ο Ντίλινγκερ να τραυματιστεί θανάσιμα. Ξεψύχησε στις 22:50 την 22α Ιουλίου του 1934, στο νοσοκομείο Αλέξιαν Μπράδερς.

Πηγή