Την ώρα που η πολιτική επικαιρότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινείται στη σκιά του BREXIT και των γεγονότων σε Γαλλία και…
Τουρκία, ολοκληρώθηκε στις Βρυξέλλες ο 14ος γύρος διαπραγματεύσεων της Διατλαντικής Συμφωνίας Εμπορίου και Επενδύσεων (ΤΤΙP). Πρόκειται για την προσπάθεια ενοποίησης του εμπορικού χώρου ΗΠΑ-Ε.Ε., που αν τελεσφορήσει θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία στην διεθνή οικονομία, αντιπροσωπεύοντας το 33% του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 11.2% του παγκόσμιου πληθυσμού, σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ.

Οι εκτιμήσεις για την επίδραση της ΤΤΙP προβλέπουν την αύξηση του ΑΕΠ της Ε.Ε. κατά 0.5% σε διάστημα 13 ετών, με την αύξηση της απασχόλησης ωστόσο, να αμφισβητείται. Αυτό που κανείς δεν αμφισβητεί πάντως, είναι το εύρος των αλλαγών που θα επιφέρει η TTIP, καθώς αναμένεται να επηρεάσει ένα τεράστιο εύρος δραστηριοτήτων, όπως η πρόσβαση στις αγορές, οι εμπορικοί κανονισμοί αλλά και κατ΄ επέκταση η νομοθεσία που αφορά το Περιβάλλον, την Απασχόληση και την Ενέργεια. Είναι τέτοια η βαρύτητα της Συμφωνίας, που το πλαίσιο που θα δημιουργήσει, θα συμπαρασύρει προς την κατεύθυνση της το σύνολο των κανόνων και των προτύπων, τα οποία οριοθετούν σήμερα το Παγκόσμιο Εμπόριο.

Η αποδοχή μιας Συμφωνίας τέτοιου εύρους όμως, παράγει αλυσιδωτά αποτελέσματα. Η εισαγωγή κοινών διαδικασιών επίλυσης διαφορών μεταξύ κρατών και επιχειρήσεων, αναμένεται να αποδειχτεί casus belli για πολλές χώρες. Μια ενδεχόμενη συμφωνία που θα αφήνει ευνοϊκότερα περιθώρια στις επιχειρήσεις έναντι των κρατών, αναμένεται να εντείνει τις αντιδράσεις στην ευρωπαϊκή πλευρά και να οξύνει το κύμα ευρωσκεπτικισμού. Αφήνοντας περιθώριο ακόμη και σε εκείνους που μιλούν για περαιτέρω υποβάθμιση του ρόλου του κυρίαρχου κράτους, εφ’ όσον η Συμφωνία επικυρωθεί.

Είναι πράγματι το σωστό timing; Πόσο πιθανό είναι για ακόμα μία φορά, η Ε.Ε. αντί να σβήσει, να φουντώσει τη φλόγα του Ευρωσκεπτικισμού;
Όπως είναι φυσιολογικό, μια Συμφωνία τέτοιου μεγέθους παράγει γεωστρατηγικό αποτύπωμα. Ο Ευρωατλαντικός άξονας θα ενισχυθεί, καθώς 67 έτη μετά τη δημιουργία του ΝΑΤΟ, δημιουργείται ένας δεύτερος εξίσου ισχυρός πυλώνας συνεργασίας ανάμεσα στις δυο όχθες του Ατλαντικού, θα πρόκειται ουσιαστικά για ένα νέο «οικονομικό ΝΑΤΟ». Μια τέτοια εξέλιξη, δίχως αμφισβήτηση ενισχύει το ενιαίο εκτόπισμα της Ε.Ε. στο διεθνές σύστημα, ενώ συμβάλει στην εμβάθυνση της διατλαντικής συνεργασίας σε τομείς μαλακής ισχύος (soft power). Το σημαντικότερο παράγωγο όμως, είναι το γεγονός ότι μετά από αρκετά χρόνια η παρουσία της Ε.Ε. ως ενιαίος δρων αναβαθμίζεται με όρους ισχύος. Αναντίρρητα συνεπώς, η υπογραφή της TTIP αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση της δεκαετίας για την Ε.Ε., έχοντας τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε έναυσμα επανεκκίνησης της πολιτικής ενοποίησης, η οποία εδώ τα τελευταία χρόνια έχει βαλτώσει.

Παρ’ όλα αυτά, το χρονικό πλαίσιο που επιλέγεται για μία τέτοια κίνηση, προβληματίζει. Στον απόηχο του “Leave”, με το λαϊκισμό να έχει ριζώσει και σε μια εποχή που ορισμένες κυβερνήσεις δείχνουν να αναζητούν ανάσες ελευθερίας από το στενό Ευρωπαϊκό κλοιό αποφάσεων, η Ε.Ε. κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα -και μυστικότητα- προς τη σύναψη μιας τόσο σημαντικής συμφωνίας για τη ζωή των πολιτών. Η στρατηγική για ένα άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά, μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι. Στα μάτια αρκετών ήδη φαντάζει ως άλμα στο κενό, που ενδεχομένως ανοίξει το διάτρητο -πια- κουτί της Πανδώρας. Και εδώ εντοπίζεται η μεγαλύτερη ένσταση. Είναι πράγματι το σωστό timing; Πόσο πιθανό είναι για ακόμα μία φορά, η Ε.Ε. αντί να σβήσει, να φουντώσει τη φλόγα του Ευρωσκεπτικισμού;

Δυστυχώς, υπό τις παρούσες συνθήκες, κανείς δε μπορεί να απαντήσει πειστικά ότι αυτό δε θα συμβεί. Σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που αδυνατεί να πείσει ακόμα και για την αναγκαιότητα της, το ερώτημα για το πως οι λαοί των 28 κρατών θα αποδεχθούν να αλλάξουν τις ζωές τους, προκειμένου να υπογραφεί μια συμφωνία που δε γνωρίζουν και δύσκολα θα κατανοήσουν, παραμένει μια δύσκολη εξίσωση. Και με τις εξισώσεις, η Ευρώπη δε φαίνεται να τα πηγαίνει καλά τελευταία.

Πηγή