Γράφει ο Τσανούσης Στάμος
Πρόσφατα “βγήκε” μια λίστα με τους μεγάλους οφειλέτες από το Υπουργείο Οικονομικών. Τέτοια λίστα βέβαια υπήρχε εδώ και πολύ καιρό αναρτημένη στον…
ιστότοπο www.gsis.gr και συγκεκριμένα στο μενού “δημόσια στοιχεία”. Εσχάτως η λίστα αυτή έφυγε και την θέση της πήρε η καινούργια λίστα.

Υπάρχουν διαφορές, αλλά σε γενικές γραμμές οι δυο λίστες μοιάζουν και είναι γεμάτες σκελετούς και απολιθώματα. Με μόνη μεγάλη απουσία αυτή του ΟΣΕ, που βρισκόταν στην πρώτη τριάδα και του οποίου τα χρέη χαρίστηκαν, διαγράφηκαν με νόμο. Κατά τα άλλα, οι δυο λίστες έχουν κοινό παρανομαστή τη σουρεαλιστική λειτουργία του κράτους και των ελεγκτικών μηχανισμών.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι περισσότερες από αυτές τις εταιρείες δεν υπάρχουν, αλλά το από πού προέκυψαν αυτά τα ποσά.
Προέκυψαν από εξωφρενικά και εξοντωτικά πρόστιμα, που κανείς ποτέ δεν πίστεψε οτι θα εισπραχθούν και βεβαίως απλό εξωλογιστικούς προσδιορισμούς φόρων.

Ας δούμε καταρχήν τί σημαίνει εξωλογιστικός προσδιορισμός κερδών. Σημαίνει πολύ απλά οτι η ελεγκτική αρχή δήλωνε ότι δεν μπορεί να “βγάλει άκρη” με τα οικονομικά στοιχεία μιας επιχείρησης και προσδιόριζε μόνη της τα κέρδη και τους φόρους με βάση έναν αυθαίρετο μαθηματικό τύπο και συντελεστές που είχε θεσμοθετήσει η φορολογική αρχή. Πολύ απλά, έλεγε ότι εγώ δεν δέχομαι τα 100€ που δήλωσε ως κέρδη η επιχείρηση και τα προσδιορίζω σε 1.000€ ή σε 10.000€. Ο τρόπος αυτός ήταν ελαττωματικός και δεν ήταν λίγες οι φορές που οδηγούσε σε εξωφρενικά και αδύνατον να εισπραχθούν ποσά φόρων.

Τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πολυκατάστημα ΜΙΝΙΟΝ. Ως γνωστόν, το πολυκατάστημα αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά και μαζί με αυτό καταστράφηκαν τα βιβλία και τα στοιχεία της επιχείρησης. Κατά τον έλεγχο λοιπόν η φορολογική αρχή προσδιόρισε μόνη της και κυρίως αυθαίρετα τους φόρους σε δυσθεώρητο  ύψος, με αποτέλεσμα το ΜΙΝΙΟΝ να φιγουράρει και αυτό στην διάσημη πια λίστα.

Ήταν τόσο παράλογος ο τρόπος του υπολογισμού των φόρων, που ευτυχώς καταργήθηκε. Μέχρι να καταργηθεί όμως χαντάκωσε στην κυριολεξία πολλές επιχειρήσεις και γέμισε καταστάσεις, λίστες, με ανείσπρακτες απαιτήσεις και φόρους. Για τις περισσότερες εταιρίες εκκρεμούν μάλιστα δικαστικές αποφάσεις, καθώς αυτές προσέφυγαν στην δικαιοσύνη.

Το τελευταίο που χρειάζεται σε αυτές τις υποθέσεις είναι λίστες, που προκαλούν μονάχα θυμηδία. Αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι πολιτική βούληση ώστε να τακτοποιηθούν. Πολύ απλά η φορολογική αρχή θα πρέπει να πραγματοποιήσει εκ νέου ελέγχους και να προσδιορίσει τους φόρους λογιστικά και κυρίως ρεαλιστικά. Άλλωστε εδώ και μια πενταετία περίπου οι φορολογικοί έλεγχοι των μεγάλων επιχειρήσεων έχουν εκχωρηθεί στο Σώμα Ορκωτών Λογιστών, το οποίο εκδίδει πιστοποιητικά φορολογικής  συμμόρφωσης για τις εταιρείες που ελέγχει. Το μοντέλο αυτό δουλεύει ικανοποιητικά, καθώς το Σώμα Ορκωτών Λογιστών διακρίνεται από αυξημένη αξιοπιστία αλλά και επιστημονική κατάρτιση. Ίσως αποτελούσε λύση να αναλάβει αυτό την επανάληψη του ελέγχου για τις υποθέσεις που εκκρεμούν. Άλλωστε γι αυτές θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί στα διοικητικά δικαστήρια η αρχή της ευνοϊκότερης μεταχείρισης, του προσδιορισμού δηλαδή των φόρων χωρίς την απόρριψη των βιβλίων και του εξωλογιστικού προσδιορισμού των φόρων.

Το άλλο μεγάλο κομμάτι από τις οφειλές αφορά σε πρόστιμα. Πρόστιμα είτε επί παραβάσεων είτε επί πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Όταν λέμε πλαστά τιμολόγια εννοούμε τα τιμολόγια τα οποία δεν αφορούν σε πραγματική συναλλαγή. Εκδίδονται για να εισπράξει κάποιος ΦΠΑ ή για να μην πληρώσει ΦΠΑ ή για να γλιτώσει φόρο εισοδήματος μειώνοντας τα κέρδη του.

Δεν είναι όμως μόνο αυτά. Υπάρχουν και τα πλαστά ως προς το πρόσωπο του εκδότη ή του λήπτη του τιμολογίου. Σε αυτήν την περίπτωση, η φορολογική αρχή δέχεται οτι η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε, αλλά είτε ο εκδότης είτε ο λήπτης δεν ήταν πραγματικό πρόσωπο. Εδώ τα πράγματα περιπλέκονται για πολλούς λόγους. Καταρχήν στην περίπτωση που η συναλλαγή είναι εικονική οι συναλλασσόμενοι πρέπει να ελεγχθούν και να τιμωρηθούν. Αλλά η τιμωρία, τα πρόστιμα, πρέπει να είναι ρεαλιστικά. Δηλαδή να μπορούν να εισπραχθούν. Δεν μπορείς να τιμωρήσεις κάποιον με 200 χρόνια φυλάκιση και να απαιτείς από αυτόν να τα εκτίσει. Διότι πολύ απλά θα σε προλάβει η ανθρώπινη φύση και ο θάνατος. Αντίστοιχα, τα φορολογικά πρόστιμα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μπορούν να εισπραχθούν και κυρίως να εξασφαλίζουν πως οι ελεγχόμενοι δεν θα έχουν την δυνατότητα να επαναλάβουν εικονικές συναλλαγές.

Άρα τα ρεαλιστικά πρόστιμα και κυρίως η αναστολή και η απαγόρευση επαναλειτουργίας εταιρειών από πρόσωπα που πραγματοποιούν εικονικές συναλλαγές, θα μπορούσε να αποτελέσει λύση στη μάστιγα των πλαστών και εικονικών τιμολογίων.
Όσο αφορά στα πλαστά τιμολόγια ως προς το πρόσωπο, η κατάσταση είναι διαφορετική και πρέπει να αντιμετωπιστεί αλλιώς. Πλαστό ως προς το πρόσωπο του εκδότη ή του λήπτη είναι το τιμολόγιο που αναφέρεται σε μια πραγματική συναλλαγή, αλλά ο εκδότης ή ο λήπτης του τιμολογίου δεν ήταν πραγματική εταιρεία.

Για παράδειγμα, αν κάποιος αγοράσει χρώματα από ένα χρωματοπωλείο το οποίο δεν έχει κάνει έναρξη στην εφορία ή δεν έχει δηλώσει το τιμολόγιο που εξέδωσε στην εφορία, τότε ο λήπτης του τιμολογίου είναι λήπτης πλαστού τιμολογίου. Σε αυτήν την περίπτωση προβλέπεται οτι η φορολογική αρχή πρέπει να εξετάσει αν ο λήπτης του τιμολογίου λειτουργούσε με καλή πίστη. Η πρόβλεψη αυτή παρότι φαντάζει δίκαιη δεν ειναι λειτουργική, καθώς η φορολογική αρχή δεν διαθέτει ορό της αλήθειας για να υποβάλει τους ελεγχόμενους σε τεστ και να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα.

Η φορολογική αρχή θα πρέπει να ελέγξει την συναλλαγή. Να δει παραδείγματος χάριν αν τα εμπορεύματα τα οποία περιγράφονται στο τιμολόγιο υπάρχουν στις αποθήκες του λήπτη ή αν αυτός με τη σειρά του τα πούλησε και δήλωσε κέρδη. Αν τα κριτήρια αυτά τηρούνται, τότε η συναλλαγή είναι μια πραγματική συναλλαγή και ο λήπτης δεν θα πρέπει να έχει καμία επίπτωση. Αντίθετα ο εκδότης θα πρέπει όχι μόνο να ελεγχθεί αλλά να εξασφαλίσει η φορολογική διοίκηση οτι δεν θα προβεί ξανά στην έκδοση πλαστών τιμολογίων απενεργοποιώντας το ΑΦΜ του αλλά και απαγορεύοντας οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Άλλωστε αποτελεί ευθύνη του κράτους να ελέγξει τέτοιες πράξεις και όχι των εταιρειών ή των συναλλασσόμενων.

Θα πρέπει βέβαια να αναφερθεί οτι ένα μεγάλο μέρος των προστίμων προέρχεται απο παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Πρόκειται για όλο αυτόν το κώδικα γραφειοκρατίας, που υποχρέωνε τις εταιρείες, μικρές και μεγάλες, να θεωρούν τα βιβλία και τα στοιχεία τους και να τηρούν ένα σωρό πρόσθετα βιβλία. Να πηγαίνουν δηλαδή στη Δ.Ο.Υ που ανήκουν και να κάνουν αυτές τις ωραιότατες τρυπούλες στα μπλοκ τιμολογίων και στα βιβλία τους. Να τηρούν βιβλίο εισερχομένων, βιβλίο ασθενών, βιβλίο επισκεπτών, βιβλίο συνεργείου, βιβλίο μεταχειρισμένων και να λειτουργούν γενικώς μέσα σε ένα κυκεώνα γραφειοκρατίας, ο οποίος δεν ήταν τίποτα άλλο παρά έμμεση παραδοχή εκ μέρους του κράτους της ανικανότητάς του να ελέγξει αποτελεσματικά την οικονομική δραστηριότητα της χώρας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε οτι Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων με την μορφή αυτή μόνο στην Ελλάδα και στο Ιράν ίσχυε.  Ευτυχώς καταργήθηκε, δίνοντας τη θέση του σε μια απλούστερη νομοθεσία, τον κώδικα φορολογικής απεικόνισης. Όσοι όμως έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν με το προηγούμενο καθεστώς άφησαν πίσω τους σκελετούς. Υψηλά δηλαδή πρόστιμα, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι αδύνατον να εισπραχθούν χωρίς επιπτώσεις στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Προσωπικό συμπέρασμα από όλα τα παραπάνω είναι οτι ο πίνακας των μεγάλων οφειλετών πρέπει να είναι το έναυσμα. Να είναι το χρονικό σημείο που το κράτος θα αντιληφθεί οτι δεν μπορεί άλλο να κρύβει σκελετούς στην ντουλάπα. Να αντιληφθεί οτι όχι μόνο αυτός ο πίνακας, αλλά το σύνολο των οφειλών, πρέπει να επανεξετασθούν. Να γίνουν επανέλεγχοι και να επιβληθούν πρόστιμα και φόροι οι οποίοι ομως θα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Συνέπεια όλων των παραπάνω αλλά και των φορολογικών συντελεστών είναι η διαμόρφωση μιας φορολογικής συνείδησης που δεν επιτρέπει στον επαγγελματία να δει τον εαυτό του ως μέρος του κράτους, καθώς σε καμία περίπτωση δεν απολαμβάνει ανταποδοτικότητα απο τους φόρους που πληρώνει.

Ας δούμε ένα απλό παράδειγμα για να αντιληφθούμε τι πρέπει να πληρώσει ένας επαγγελματίας. Έστω οτι ένας έμπορος θα αγοράσει ένα γραφείο 50€ προς μεταπώληση.
Θα πληρώσει στον προμηθευτή του 62€ με συντελεστή ΦΠΑ 24%.
Έστω οτι δουλεύει με υψηλό συντελεστή κέρδους και το γραφείο αυτό θα το μεταπωλήσει προς 100€. Θα εισπράξει 124€.
Θα έχει λοιπόν κερδίσει 50€. Από τα 50€ θα καταβάλει τα 15€ σε φόρο εισοδήματος. Και περίπου άλλα 15€ ως προκαταβολή φόρου εισοδήματος. Άρα τα κέρδη του ξαφνικά γίνονται 20€. Με αυτά τα 20€ θα πρέπει να καλύψει όλα τα λειτουργικά έξοδα, τυχόν μισθοδοσίες, ασφαλιστικές εισφορές και βέβαια όλα τα παραπάνω που περιγράψαμε. Άρα ούτε φόροι θα πληρωθούν και το κυριότερο οι τιμές θα παραμείνουν ψηλά κάνοντας ακόμα χειρότερες τις συνέπειες του αποπληθωρισμού. Και βέβαια πρέπει να γνωρίζουμε όλοι οτι η φορολογική υποχρέωση για τις επιχειρήσεις δεν εξαντλείται με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης και την πληρωμή των αναλογούντων φόρων. Μετά από κάποια έτη, είτε με την αστεία μέθοδο της περαίωσης είτε με τακτικό έλεγχο στην επιχείρηση, θα καταλογιστούν πρόσθετοι φόροι καθώς το θεώρημα της φορολογικής αρχής είναι οτι όλοι φοροδιαφεύγουν. Όλοι είναι εχθροί και όχι δομές που υποστηρίζουν την εθνική οικονομία.

Βέβαια δεν πρέπει να παραβλέπουμε οτι εκτός όλων αυτών, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει και την πεισματική άρνηση όλων των κυβερνήσεων να αντιληφθούν τον καταστροφικό ρόλο των τραπεζών. Οι τράπεζες, παρόλο που πρόκειται στην ουσία για πτωχευμένες επιχειρήσεις που λειτουργούν σε ενα ιδιότυπο καθεστώς προστασίας απο τους πιστωτές -δηλαδή τους καταθέτες-, εξακολουθούν και λειτουργούν ως καρκίνος στο σώμα της οικονομικής δραστηριότητας. Είναι πρωτοφανές μια επιχείρηση που είναι πτωχευμένη, να έχει συνεχώς διαφημίσεις για τα POS που πουλάει και βεβαια είναι τραγικό μια επιχείρηση που είναι πτωχή να έχει ρημάξει τα ασφαλιστικά ταμεία αλλά και τους πιστωτές της με παχυλά πακέτα εθελουσίας εξόδου στα πλαίσια μιας κάποιας αναδιοργάνωσης. Το εξωφρενικό όμως είναι οτι καμία διοίκηση δεν ελέγχθηκε για την διαδικασία με την όποια χορήγησαν επισφαλή δάνεια την εποχή των παχιών αγελάδων, όταν τηλεφωνούσαν σε ιδιώτες και επιχειρήσεις και τους ανακοίνωναν οτι έχει εγκριθεί ένα δάνειο το οποίο δεν ζήτησαν ποτέ.

Συνδέονται όμως άμεσα όλα αυτά με τις επιχειρήσεις; Ας προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε την σύνδεση όσο πιο απλά γίνεται.

Καταρχήν όσο αφορά στο τώρα.
Πριν λίγο καιρό έγινε η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ κατα μια μονάδα. Σε όλους τους τηλεοπτικούς δέκτες, όλοι οι δημοσιογράφοι προκειμένου να αποδείξουν την κοινωνική ευαισθησία τους ρωτούσαν τους εκπροσώπους επαγγελματικών ενώσεων αν μπορούν να απορροφήσουν την αύξηση και να μην την μετακυλήσουν στους καταναλωτές. Καταρχήν αδυνατούν να καταλάβουν οτι ανεξάρτητα απο το αν θα την μετακυλήσουν ή οχι, με την αύξηση αυτή του φόρου μειώνονται τα ρευστά στην αγορά άρα και στους καταναλωτές. Ακόμα και αν το ξεπεράσουμε αυτό, καθώς είναι πλέον γνωστό οτι το μεγαλύτερο μέρος των δημοσιογράφων είναι αναλφάβητοι και οικονομικά, κανείς δεν ρώτησε, -σκόπιμα- για την επιβάρυνση των επιχειρήσεων απο την χρήση των POS. Διότι η φορολογική διοίκηση υποχρέωσε πλέον το σύνολο σχεδόν των συναλλαγών να πραγματοποιείται με χρεωστικές κάρτες αλλά κανείς δεν αναφέρει πως οι τράπεζες χρεώνουν προμήθειες στους επαγγελματίες για τις εισπράξεις που πραγματοποιούν με τα POS, οι οποίες κυμαίνονται σε 2%-3% επι της είσπραξης. Άρα στο παραπάνω παράδειγμα που ο επιχειρηματίας πούλησε το γραφείο και ο πελάτης πλήρωσε με χρεωστική κάρτα, εκτός των άλλων θα επιβαρυνθεί και με μια προμήθεια της τράπεζας 2,5€-3,5€ περίπου. Δηλαδή επιβάρυνση μεγαλύτερη απο την αύξηση του ΦΠΑ και μάλιστα με τις ευλογίες του κράτους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που οι τράπεζες βομβαρδίζουν με διαφημίσεις για την προμήθεια POS απο τους επαγγελματίες. Δεν θα διαφήμιζαν ποτέ κάτι το οποίο δεν τους αποφέρει κέρδη. Μόνο που τα κέρδη αυτά τα στερούνται οι επιχειρήσεις και κυρίως λείπουν από την οικονομία, καθώς οτι μπαίνει στην τράπεζα στην ουσία δεν ξαναβγαίνει απο αυτήν.  Αυτό όσον αφορά το παρόν.

Ας δούμε όμως συνοπτικά τι μας έχει δώσει προίκα και το παρελθόν. Από την εποχή της ένταξης της Ελλάδας στο Ευρώ άρχισε μια παρανοϊκή περίοδος για τον τραπεζικό κλάδο. Με ζεστό χρήμα και χαμηλά επιτόκια, σχεδόν μηδενικά, στην διατραπεζική αγορά, οι τράπεζες σχεδόν σε υποχρέωναν να πάρεις δάνειο. Το ποσοστό των υποχρεωτικών διαθεσίμων που έπρεπε να διατηρούν οι τράπεζες απο το 20% έφτασε προοδευτικά στο 1%. Δηλαδή από εκεί που κάθε τράπεζα για κάθε 100€ κατάθεση μπορούσε να δανείζει τα 80€, τώρα, τότε δηλαδή, μπορούσε να δανείζει τα 99€ με ολέθριες συνέπειες για την αξιοπιστία της. Όπως είπαμε ήταν η εποχή που η τράπεζα σχεδόν σε εξανάγκαζε να πάρεις δάνειο. Συνεχώς τηλέφωνα που ενημέρωναν οτι έχει εγκριθεί ενα δάνειο, μια πιστωτική κάρτα. Για την ακρίβεια όχι μια. Όποιος έπαιρνε μια Visa του έκαναν δώρο και μια MasterCard. Χωρίς καμία σοβαρή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειζόμενου. Ακόμα και τα στεγαστικά δάνεια, τα οποια έπρεπε να αντιστοιχούν στην αξία του ακινήτου, συνοδευόντουσαν και απο επισκευαστικά για να καλύψουν την πραγματική τιμή της αγοράς. Η λογική ήταν η ίδια και στα επιχειρηματικά δάνεια. Τα στελέχη παρακαλούσαν να τους φέρουν δηλώσεις εταιρειών για να τους χορηγήσουν δάνεια. Και σε περίπτωση που τα οικονομικά στοιχεία των εταιρειών δεν δικαιολογούσαν το δάνειο ζητούσαν απο τους επιχειρηματίες να “φέρουν δήλωση με κέρδη”. Οι λογιστές είχαν πάθει όλοι παράκρουση. Απο εκεί που παραδοσιακά οι επιχειρηματίες ζητούσαν απο τους λογιστές να βρουν τρόπο να μειώσουν τους φόρους, άρα τα κέρδη, τότε τους πίεζαν να βρουν τρόπο να αυξήσουν τα κέρδη! Ακόμα και έξοδα που αυτονόητα έπρεπε να βαρύνουν την επιχείρηση, όπως ηλεκτρική ενέργεια, μεταφέρονταν από τους λογαριασμούς των εξόδων σε δοσοληπτικούς λογαριασμούς των εταίρων και μετόχων, ώστε απο τα έξοδα της επιχείρησης να μεταφερθούν ποσά στις απαιτήσεις προκειμένου οι εταιρείες να δείξουν κέρδη!

Και βέβαια όταν αργότερα ελέγχθηκαν για τις χρονιές αυτές οι παραπάνω επιχειρήσεις, δείχνοντας ήδη υπέρ υψηλά κέρδη, επιβαρύνθηκαν με δυσθεώρητα ποσά φόρων, καθώς οι ελεγκτές έβρισκαν όχι μόνο παρατυπίες, αλλά κυρίως επιχειρήσεις που παρουσίαζαν “τρελά” κέρδη. Άλλωστε αν μελετήσουμε την λίστα των οφειλετών θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως με εξαίρεση εταιρείες όπως η Ολυμπιακή ή το ΜΙΝΙΟΝ που αναφέρθηκε στην αρχή, για τις υπόλοιπες τα ποσά που αναφέρονται έχουν καταλογιστεί την δεκαετία 2000-2010.

Προσωπικό συμπέρασμα λοιπόν είναι οτι μεγάλη συμβολή στην κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας διαδραμάτισαν οι τράπεζες. Και οχι μόνο δεν ελέγχθηκαν ποτέ οι διοικήσεις τους που έθεσαν σε κίνδυνο τους καταθέτες, αλλά εξακολουθούν να καταστρέφουν οποιαδήποτε ψήγματα παραγωγικής διαδικασίας και να έχουν και άποψη περι των δημοσίων  οικονομικών. Πραγματικά οξύμωρο δεν είναι στελέχη που οδήγησαν με τις πρακτικές τους τα τραπεζικά ιδρύματα σε πτώχευση να έχουν άποψη για την σωτηρία της εθνικής οικονομίας; Και το κράτος ακόμα και τώρα πεισματικά αρνείται να το παραδεχτεί και υποχρεώνει το σύνολο της οικονομίας να συνδιαλέγεται και να στηρίζει τα πτωχευμένα πιστωτικά ιδρύματα. Είτε με τα POS, είτε με την υποχρεωτική συνεργασία με τις τράπεζες κατα την εκτέλεση των έργων που έχουν υπαχθεί στο ΕΣΠΑ, είτε με αυτά τα ίδια τα capital controls. Αρνείται πεισματικά να αποδώσει ευθύνες στις διοικήσεις των τραπεζών και να τις εξαναγκάσει να αναλάβουν ευθύνες αλλά και μέρος της ζημιάς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη περίπτωση του Μαρινόπουλου, όπου όλοι συζητάνε το κούρεμα των οφειλών εκτός απο τις τράπεζες που θέλουν μόνο αναδιάρθρωση, δηλαδή επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησης. Και βέβαια δεν ελέγχονται οι τράπεζες πώς εδώ και τόσο καιρό δεν είχαν καταγγείλει τις δανειακές συμβάσεις με μια εταιρεία που, όπως ακούγεται, δεν είχε καλή συναλλακτική συμπεριφορά και δεν είχε δημοσιεύσει οικονομικά στοιχεία ως όφειλε βάσει της νομοθεσίας που διέπει τις Α.Ε και τα οποία οι τράπεζες τα αναζητούν προκειμένου να προχωρήσουν στην ετήσια ανανέωση των δανειακών συμβάσεων με τους πελάτες τους.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν οτι υπάρχουν ποσά, οφειλές, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν πρόκειται δηλαδή να εισπραχθούν ποτέ. Όχι μόνο δεν υπάρχουν αλλά δεν είναι και ρεαλιστικά καταλογισμένα πρόστιμα, φόροι και προσαυξήσεις. Τέτοια ποσά υπάρχουν όχι μόνο στη λίστα που δημοσίευσε το Υπουργείο Οικονομικών αλλά και σε μικρότερες οφειλές. Άλλωστε αυτή η λίστα δεν συμπεριλαμβάνει χρέη και οφειλές για τα οποία οι εταιρείες έχουν προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια. Και σιγά σιγά αρχίζουν και εκδίδουν αποφάσεις που δικαιώνουν τις επιχειρήσεις για τους εξωλογιστικούς προσδιορισμούς κερδών.

Τα χρέη αυτά πρέπει να επαναυπολογιστούν σε ρεαλιστική βάση και με επιστημονικό τρόπο. Άλλωστε αφού είναι μνημονιακή υποχρέωση η πώληση των κόκκινων δανείων απο τις τράπεζες ας τα πουλήσουν στους οφειλέτες. Και ας ξεκαθαρίσει και το κράτος από οφειλές που δεν υπάρχουν. Όσο και να μην έχει γίνει γνωστό, είναι και αυτό μέρος του επικαιροποιημένου μνημονίου που δημοσιεύτηκε στις 15 Ιουνίου. Προβλέπει δηλαδή τη ρύθμιση χρεών οχι μόνο προς τις τράπεζες αλλά και προς το δημόσιο.

Δυστυχώς όμως η πολιτική εξουσία φοβάται για ακόμα μια φορά το πολιτικό κόστος. Την κριτική δηλαδή που θα δεχτεί οτι χαρίζει χρέη. Αν σε αυτή τη βάση στηριχθεί το όλο εγχείρημα ασφαλώς δεν θα επιτύχει. Χαρακτηριστική είναι δήλωση στο ραδιόφωνο ενός συνδικαλιστή εφοριακού, ο οποίος υπερασπιζόμενος την λίστα και την είσπραξη των οφειλών ζήτησε να αναζητηθούν τα προς είσπραξη στα φυσικά πρόσωπα των μετόχων και εταίρων των εταιρειών που συμπεριλαμβάνονται στη λίστα. Λογικοφανές επιχείρημα αλλά είμαι σίγουρος οτι το στέλεχος του Υπουργείου Οικονομικών γνωρίζει καλύτερα από εμένα οτι αυτό έχει ήδη γίνει, καθώς η φορολογική νομοθεσία προβλέπει ευθύνες για το διοικητικό συμβούλιο στις Α.Ε, για τους διαχειριστές στις Ε.Π.Ε και για τους ομόρρυθμους εταίρους στις Ο.Ε, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Στην Ελλάδα ζήσαμε το 2000-2010 την δεκαετία της απόλυτης οικονομικής παράνοιας. Οι τράπεζες πωλούσαν προϊόντα και πιστώσεις πέρα απο κάθε λογική. Διακοποδάνεια, δάνεια για υπερτιμημένα ακίνητα, επισκευαστικά δάνεια, επιχειρηματικά δάνεια μέχρι δάνεια αγοράς μετοχών. Το κράτος δεν προστάτευσε σε καμία περίπτωση με τους ελεγκτικούς του μηχανισμούς την αγορά, την οικονομία και τους πολίτες της χώρας. Αντίθετα, συμμετείχε όταν Υπουργοί Οικονομικών προέβλεπαν αλματώδη αύξηση του δείκτη του χρηματιστηρίου και καλούσαν τους πολίτες να πάρουν δάνεια για να αγοράσουν μετοχές. Η πλαστή αύξηση των χρηματικών διαθεσίμων στην αγορά συμμετείχε και αυτή στον υπολογισμό και καταλογισμό φόρων. Φόρων που για όλους είναι απαιτητοί εκτός απο τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία απολαμβάνουν το ευεργέτημα της αναβαλλόμενης φορολογίας.

Διαρκώς ακούμε για τον σημαντικό ρόλο των τραπεζών για την οικονομία. Ο ρόλος είναι πράγματι σημαντικός αλλά στην Ελλάδα δεν τον διαδραμάτισαν ποτέ. Αντίθετα φέσωσαν μια ολόκληρη χώρα, δημιούργησαν κόστη στο ασφαλιστικό σύστημα και το κυριότερο όπως όλοι οι πτωχευμένοι οργανισμοί έλαβαν προστασία έναντι των πιστωτών τους, δηλαδή των καταθετών, με τα capital controls. Ας μην μιλήσουμε δε για πιστωτική επέκταση την τελευταία πενταετία η οποία είναι αρνητική. Και βέβαια ας αποφύγουμε να περιγράψουμε τα τραπεζικά έξοδα και προμήθειες. Η αλήθεια είναι οτι οι τράπεζες έγιναν πολύ ευρηματικές. Έξοδα τήρησης λογαριασμού, έξοδα χαμηλού υπόλοιπου, έξοδα μεταφοράς. Μέχρι και στο ebanking που είναι ανέξοδο, λειτουργικά, βρήκαν τρόπο και χρεώνουν ανεξέλεγκτα διάφορα έξοδα.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν οτι προκειμένου πράγματι η οικονομία να ανακάμψει χρειάζεται ρεαλισμός. Και χρειάζεται επαναυπολογισμός όλων των οικονομικών μεγεθών, μεταξύ των οποίων και των βεβαιωμένων οφειλών. Όχι στη βάση “χαρίζω χρέη” αλλά στη βάση της ανασυγκρότησης της οικονομίας εν γένει. Και βέβαια έλεγχος, αλλά αυτός να γίνεται με επιστημονικές μεθόδους και κυρίως να αφορά το σύνολο των συμμετεχόντων στην οικονομική ζωή. Το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας το οποίο εχει μέγεθος πλαστό, ψεύτικο και με σαθρές και διαστρεβλωμένες υποδομές και κανόνες.

Πηγή