Γράφει ο Κωνσταντίνος Βόγδανος, ΜΑ Θεολογίας
Ο ρόλος των Ελλήνων λογίων στην παιδεία της Σερβίας…

Κοινοί λαογραφικοί τόποι

Στους νεότερους χρόνους οι πνευματικές και πολιτιστικές σχέσεις του σερβικού με τον ελληνικό κόσμο συνεχίστηκαν. Ανάμεσα σε αυτούς που συνέβαλλαν στην ανάπτυξη των ελληνοσλαβικών πολιτιστικών σχέσεων, τον 19ο αιώνα, ήταν αναμφίβολα ο Παναγιώτης Παπακωστόπουλος (1820-1879), ο οποίος δίδαξε στο Σερβικό Γυμνάσιο Βελιγραδίου αλλά εκτός τούτου, μετάφρασε στη σερβική, 5 αρχαία ελληνικά κείμενα. Με καταγωγή από το Βελβεντό Κοζάνης και διπλωματούχος γιατρός αλλά και διδάκτωρ Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, επέλεξε ως τόπο διαμονής του το Βελιγράδι.

Άριστος γνώστης της σερβικής και έχοντας την ελληνική ως μητρική γλώσσα ήταν ο πιο κατάλληλος για να διδάξει τα παιδιά των Σέρβων. Με βαθειά αγάπη στη διδασκαλία, κατόρθωσε να διδάξει την ελληνική γλώσσα σε πολλούς νεαρούς σέρβους, πράγμα που αργότερα τους βοήθησε να χρησιμοποιήσουν ελληνική βιβλιογραφία στις μελέτες τους ή να μεταφράσουν ελληνικά έργα στα σερβικά. Ένα από τους μαθητές του ήταν και Svetomir Nikolajević (1844-1922), συγγραφέας της πρώτης μονογραφίας στα σερβικά για τον εθνομάρτυρα Ρήγα Φεραίο, ο οποίος στηρίχτηκε σε ελληνικές πηγές. Όμως η σημαντική προσφορά του Παπακωστόπουλου δεν οφείλεται μόνο στο διδακτικό του έργο αλλά και στο συγγραφικό. Το 1873, μετέφρασε στη σερβική γλώσσα, την «Αντιγόνη»  του Σοφοκλή, δίνοντας μάλιστα στην αρχή μια εισαγωγή με σχόλια και βιογραφικά στοιχεία του Σοφοκλή, που βοηθούσαν τον αμύητο αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα το έργο. Το 1874 μετέφρασε την «Παραίνεσιν προς Δομήνικον» του Ισοκράτη. Το συγκεκριμένο έργο ωστόσο δεν μεταφραζόταν για πρώτη φορά στα σερβικά.  Ήδη το 1807, ένας άλλος έλληνας λόγιος διδάσκαλος στο Σεμλίνο, ο Γιώργος Ζαχαριάδης, είχε μεταφράσει και αυτός στη σλαβοσερβική (slavenoserbski jezik), το ίδιο κείμενο. Όμως ο Ζαχαριάδης επέλεξε μια μέθοδο μετάφρασης λέξης προς λέξη, με αποτέλεσμα συχνά το κείμενο να είναι δυσνόητο. Αντίθετα η μετάφραση του Παπακωστόπουλου είναι πιο χαλαρή χωρίς ωστόσο να προδίδει το κείμενο. Όμως ο στόχος και των δυο είναι κοινός: να μεταδώσουν δηλαδή στους νέους τις ηθικοπλαστικές διδασκαλίες που περιέχει αυτός ο παραινετικός λόγος του Ισοκράτη. Τον ίδιο χρόνο, το 1874 δηλαδή, ο Παπακωστόπουλος επιλέγει ένα άλλο, εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα, έργο, τους Νεκρικούς Διαλόγους του Λουκιανού του Σαμοσατέως. Ο Λουκιανός δεν ήταν άγνωστος στους Σέρβους καθώς ένα άλλο έργο του, «Η δίκη των φωνηέντων»  είχε μεταφραστεί το 1834, από άγνωστο συγγραφέα που υπογράφει ως «Φιλόσερβος Κρίτων». Ο Ιωάννης Παπανδριανός στο βιβλίο του: Der griechische Gelendre Georgios Zachariadis und sein Beitrag zum slawischen Schrifttum im 19. Jahrhundert,  σ.90-91 θεωρεί πολύ πιθανό πίσω από το ψευδώνυμο αυτό, να κρύβεται ο Γεώργιος Ζαχαριάδης που αναφέραμε παραπάνω.[1].

Η μεταφραστική του δραστηριότητα συνεχίζεται με τη Βατραχομυομαχία το 1877. Όμως το επιστέγασμα της μεταφραστικής δραστηριότητας του Παπακωστόπουλου αποτελεί η μετάφραση της Οδύσσειας. Η μετάφραση έγινε σε πεζό λόγο, αν και αποδίδει πιστά το δακτυλικό εξάμετρο του πρωτότυπου κειμένου καθώς και το ποιητικό του ύφος. Ωστόσο, το έργο  παρέμεινε χειρόγραφο και εκδόθηκε τελικά το 1881, δυο χρόνια δηλαδή μετά το θάνατο του. Μέχρι την έκδοσή του, οι Σέρβοι είχαν γνωρίσει μόνο αποσπασματικά αυτό το παγκόσμιας σημασίας έργο. Η μετάφραση αυτή γνώρισε και δεύτερη έκδοση ύστερα από 69 χρόνια το 1950.

Κοινά σημεία μεταξύ των τραγουδιών της Βαλκανικής επισημάνθηκαν από πολύ νωρίς. Πρώτος, όμως, ο Wilhelm Mueller, ο γερμανός μεταφραστής των τραγουδιών της συλλογής Fauriel, επέστησε την προσοχή των λογίων της εποχής στις ομοιότητες μεταξύ ελληνικής και σερβικής ποίησης. Αργότερα ο Gustav Meyer, επιφανής μελετητής των βαλκανικών γλωσσών και της λαογραφίας, διετύπωσε το 1882 την αξίωση μια ειδικής επιστημονικής έρευνας: «Οι διάφοροι γειτονικοί λαοί της Βαλκανικής, δηλαδή οι Σέρβοι, οι Βούλγαροι, οι Αλβανοί και οι Έλληνες, διαθέτουν μια ιδιαίτερα πλούσια δημώδη ποίηση. Όμοια και το δημοτικό έπος εμφανίζεται σ’ αυτούς ιδιαίτερα καλλιεργημένο». Και καταλήγει: «Είναι ζήτημα που ενδιαφέρει άμεσα την Κοινωνική Ψυχολογία, να αναζητηθούν και να καθοριστούν τα κοινά στοιχεία που καθορίζουν και χαρακτηρίζουν τα τραγούδια των τεσσάρων αυτών λαών». Αργότερα ο Georg Weigand χαρακτήρισε ως πέμπτη λαϊκή ομάδα της Βαλκανικής τους Βλάχους, πράγμα όμως ιδιαίτερα ακραίο και γενικευτικό καθώς πολλοί Βλάχοι είχαν ελληνική συνείδηση. [2] Είκοσι χρόνια αργότερα, ο γερμανός βυζαντινολόγος Κάρολος Dieterich, ερεύνησε διεξοδικά το θέμα και έβγαλε σημαντικά συμπεράσματα για τα κοινά στοιχεία στην δημώδη ποίηση της Βαλκανικής.

Βρήκε επίσης κοινά μοτίβα στα τραγούδια κάθε λαού όπως το μάλωμα των βουνών, το να μιλούν τα πουλιά, ή τη σχέση του πολεμιστή με το άλογό του. Χαρακτηριστικό είναι πως το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού, το 1938 ήταν γνωστές 142 παραλλαγές που προέρχονταν από όλες τις χώρες του Ελληνισμού, τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Κρήτη και την Κύπρο. Το ίδιο όμως τραγούδι βρίσκεται σε 7 παραλλαγές στην Βουλγαρία, σε 5 στην Κροατία, και σε 3 στην Σλοβενία. Υπάρχουν δε, και 8 παραλλαγές του ίδιου τραγουδιού και στην γερμανική γλώσσα.[3]

Άλλο κοινό αντιπροσωπευτικό στοιχείο και στους δυο λαούς, Έλληνες και Σέρβους, είναι οι ήρωες-υπερήρωες: ο Διγενής Ακρίτας για τους Έλληνες και ο Μάρκο Κράλιεβιτς για τους Σέρβους που και οι δυο υπηρετούν τον βασιλιά της Κωνσταντινούπολης. Και οι δυο απέκτησαν τις γυναίκες τους με … αρπαγή. Και οι δυο πολεμούν και νικούν γυναίκες αντιπάλους, την αμαζόνα Μαξιμώ, ο Διγενής και την εξωτική Samovila, ο Μάρκος, και οι δυο πολεμούν με το ρόπαλο, το βυζαντινό «ραβδίν», και στους δυο αχώριστος σύντροφος είναι το άλογό τους, και τέλος και οι δυο υποκύπτουν σε πρόωρο –μακριά από τη μάχη- θάνατο αν και καμιά σύγκριση δεν μπορεί να γίνει ανάμεσα στο μεγαλειώδες χαροπάλεμα του Διγενή και τον μυστηριώδη τρόπο που αυτοενταφιάσθη ο Μάρκος.[4]  Βέβαια το υπόβαθρο του κάθε ηρώα είναι εντελώς διαφορετικό. Καθώς τα επικά και ηρωικά τραγούδια των Σέρβων δεν είναι τραγούδια του λαού αλλά ποιήματα αοιδών που τα έψαλλαν στις αυλές των αρχόντων. Οι σέρβοι ποιητές προσπάθησαν να εξαγνίσουν τη μνήμη του Μάρκου, πράγμα που δεν το πέτυχαν ιδιαίτερα καθώς πράξεις άθλιες του Μάρκου έμειναν στο στόμα του λαού, όπως η τύφλωση και η παραμόρφωση της ωραίας Rossanda.

Όπως λοιπόν καταλήγει ο Dieterich «παρά την εξωτερική γλωσσική διαφορά, όλοι οι λαοί της χερσονήσου του Αίμου, συνδέθηκαν στο παρελθόν με ένα εσωτερικό δεσμό αιωνόβιου κοινού πολιτισμού.

Ένας άλλος τομέας τον οποίο αξίζει να αναφέρουμε και να παρατηρήσουμε, είναι οι παροιμίες. Από πολύ νωρίς είχε εύστοχα παρατηρηθεί πως οι παροιμίες των βαλκανικών λαών γενικότερα, αλλά οι ελληνικές και σερβικές ειδικότερα, παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες, τόσο στις ιδέες που εκφράζουν , όσο και στις εικόνες που χρησιμοποιούν. Αυτό εξηγείται συνήθως, τόσο από τις κοινές, ελληνικής καταγωγής, καταβολές του παραδοσιακού πολιτισμού, όσο και στις κοινές εμπειρίες και συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησαν, ως βυζαντινοί αρχικά και υποτελείς στους Τούρκους αργότερα.. Φυσικά ισχυρό στοιχείο αποτελούν και οι συχνές εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές των δυο λαών. Οι μύθοι του Αισώπου και οι ιστορίες που κυκλοφορούσαν από την  Αρχαία Ελληνική γραμματεία έπαιξαν σαφώς σημαντικό ρόλο. Η έννοια της παραδοσιακής παιδαγωγικής, της μετάδοσης δηλαδή παραδοσιακών αξιών και συμπεριφορών που καθορίζουν και προσδιορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, έχει ένα ευδιάκριτο κοινωνικό προσανατολισμό που είναι η νουθεσία και η διδασκαλία του συνόλου, ώστε να αποκτήσουν ένα χαρακτήρα σύμφωνο με τις παραδοσιακές αξίες. Ο χαρακτήρας αυτός προσδιορίζει τόσο την έκφραση όσο και τις εικόνες των παροιμιών, στους δυο λαούς. Παρατηρείται λοιπόν, ευρύτατη χρήση εικόνων και σκηνών από τον κόσμο των ζώων, κόσμος ιδιαίτερα οικείος στους αγροτικούς πληθυσμούς. Στα ζώα αποδίδονται ανθρώπινες σκέψεις και χαρακτηριστικά και αντιμετωπίζονται ως μια διαφορετική εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας. Μ’ αυτό τον τρόπο στιγματίζονται ανθρώπινες συμπεριφορές, όπως η κακία, η τσιγκουνιά κ.ά. ενώ προβάλλονται οι αποδεκτές και ηθικές συμπεριφορές. [5] Συχνά, οι παροιμίες προέρχονται από τις ανθρώπινες κοινωνίες. Έτσι συμπεριφορές γίνονται στερεότυπα και σημεία αναφοράς: Αγαπιούνται σαν αδέλφια, ή μισιούνται όπως η νύφη με την πεθερά!

Πρόσωπα-σύμβολα παρατηρούνται και στις ελληνικές αλλά και στις σερβικές παροιμίες. Ο γύφτος και ο Τούρκος, ο γέρος και η γριά, ο καλόγερος ο Εβραίος και ο άρχοντας έχουν μια ιδιαίτερη συμπεριφορά που θεωρείται χαρακτηριστική της ηλικίας, της καταγωγής και της κοινωνικής τους θέσης. Οι ρόλοι αυτοί χρησιμοποιούνται για να χαρακτηριστούν ως αποφευκτέα ή επιθυμητά, τα υποδείγματα ζωής και συμπεριφοράς που προβάλλονται.

Ο βαθμός της απήχησης που είχε το μήνυμα των παροιμιών αυτών, ήταν διαφορετικό φυσικά, κατά περίπτωση. Σαφώς η διαρκής επανάληψή τους βοηθούσε στην πρόσληψη και στην αφομοίωση του μηνύματος, ειδικά από τους νεότερους. Καταλήγοντας, οι παροιμίες αποτελούν άλλη μια μεταλαμπάδευση ελληνικού πνεύματος, το οποίο όμως βρήκε πρόσφορο έδαφος και αναπτύχθηκε ισάξια και ισότιμα και στους δυο λαούς.

Πηγή