Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη, Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος
 “Αν μελετήσει κανείς την ιστορία, ανοίγει ένα παράθυρο στο μέλλον”, σημειώνω κάπου. Είναι γεγονός πως η ιστορία, είτε αφορά την…
παγκόσμια είτε την τοπική, μόνον επαναλαμβάνεται. Οι καταστάσεις επανέρχονται
συνήθως με άλλους πρωταγωνιστές και κομπάρσους ανά τις δεκαετίες και
τους αιώνες ακόμη, αλλά επί της ουσίας αφορούν το ίδιο έργο, ένα έργο
το οποίον δίδεται καθημερινά και αενάως στο θέατρο της ζωής.

Οι καταστάσεις τις οποίες διέρχεται η χώρα, αλλά και η γενικότερη
παγκόσμια κατάσταση, είναι αποτέλεσμα σίγουρα κάποιων μακροχρόνιων
διεργασιών, κοινωνικών, πολιτικών, ηθικών, πολιτιστικών αλλά και
μετεξελίξως των ατόμων τα οποία συναποτελούν θέλοντας και μη μιά
κοινωνία. Κανένας δεν ξύπνησε μία ημέρα και είπε “έφτασε η κρίση”,
τουναντίον αυτό που ονοματίζουμε γενικόλογα ως “κρίση” και αναφέρεται
συνήθως στον οικονομικό ξεπεσμό και την υποβάθμιση του καταναλωτικής
δύναμης μας, έχει πολλά και πολύ βαθύτερα αίτια.

Η ενδελεχής και συνεχής μελέτη της ιστορίας, μας υποβάλλει στην ανάγκη
εξαγωγής συγκεκριμένων συμπερασμάτων τα οποία ενδεχομένως θα μας
βοηθήσουν να αξιολογήσουμε καλύτερα και πιο εμπεριστατομένα το παρόν,
αλλά και να καθορίσουμε καλύτερα την πορεία μας στο εγγύς και απώτερο
μέλλον. Υπάρχει μιά σαφής τάση με κοινωνικό προσανατολισμό, την οποία
έχω εντοπίσει διαχρονικά και διατοπικά και αποτελεί την σημερινή
κεντρική ιδέα, γύρω απο την ανάπτυξη αυτού του άρθρου το οποίον
διαβάζετε.

Η κεντρική ιδέα που με απασχολεί σήμερα είναι, όπως άλλως τε αναφέρει
εμφανώς και ο τίτλος, δεν είναι άλλη απο την μετάβαση με διαφορά φάσης
ορισμένων δεκαετιών ενδεχομένως, απο τον απολυταρχισμό στην
ασυδοκρατία και τανάπαλιν.

Τούτο το φαινόμενο που το χαρακτηρίζω πρωτίστως ως κοινωνικό με
προεκτάσεις αμφίδρομες στην σχέση ατόμου – κοινωνίας, δεν είναι κάτι
πρωτόγνωρο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία την καταγεγραμμένη ή μη. Είναι
ένα περιοδικό φαινόμενο το οποίο ως δείχνουν τα πράγματα ακολουθεί την
ανθρώπινη φύση και την στοιχείωνει αποφασιστικά, στην προσπάθεια της
ίδιας της της αυτοεξέλιξης.

Δυστυχώς ποτέ σχεδόν τα άτομα αλλά και οι κοινωνίες μας, ανεξαρτήτως
των διάφορων επιλογών τους, δεν μαθαίνουν απο τα λάθη του παρελθόντος
και έτσι ως εκ τούτου, οδηγούμεθα και πάλι για μία ακόμη φορά (και
τούτο αποτελεί μιά μεσομακροπρόθεση εκτίμηση μου στην οποία έχω
αναφερθεί και άλλοτε), απο την σημερινή ασυδοκρατία την επονομαζόμενη
λαικιστικώς και ως “δημοκρατία”, στις αγκάλες του απολυταρχισμού, την
άνοδο ή έστω την υπόθαλψη των τοπικών εθνικισμών ως αντίμετρο σε οτι
συμβαίνει γύρω και στην προσπάθεια ελέγχου απο το ίδιο το σύστημα που
επέφερε την ασυδοκρατία, της αρχετυπικής συμπεριφοράς την ανθρώπων που
δεν είναι άλλη απο την ανάγκη για κλειστές κοινωνίες.

Έτσι οι μελετητές – εξουσιαστές της ανθρώπινης φύσης άγουν και φέρουν
τους λαούς και τα άτομα, απο την πλήρη επικράτηση της ασυδοσίας στον
απόλυτο καταφανή έλεγχο, στον φασισμό του “Μεγάλου αδελφού”. Το
Αριστοτελικόν “Φύσειν Ορέγεσθαί”, ο μιμητισμός, οι κακοαναπτυγμένες
προσωπικότητες διαμέσω ενός τεχνιέντως προβληματικού συστήματος
απαιδείας, η φυγόπονος στάση, η ανάγκη για ένταξη σε μιάν ομάδα διότι
ο άνθρωπος ως γνωστόν δρά ως ζώον κοινωνικών, χρηστιμοποιούνται ώστε
να ρίξουν τον άνθρωπο ανίκανο και δέσμιο στο καναβάτσο,
χρησιμοποιώντας τις ίδιες του τις αδυναμίες, οι οποίες και έχουν
μελετηθεί διεξοδικώς.

Έτσι εμείς οι ίδιοι θα επιζητήσουμε μέσα στην γενικότερη ανασφάλεια,
ανομία, διάλυση των πάντων, την αγκαλιά του απολυταρχισμού. Δεν είναι
διόλου τυχαίον και το φέρω ως παράδειγμα, πως ο κακός τρόπος του ζείν
στην Δύση, έχει στρέψει πολλούς δυτικούς κυρίως νέους προς τον
φονταμενταλισμό του Ισλάμ στην Μεγάλη Βρετανία, δεν είναι επίσης
τυχαία η δική μας κατάσταση των τελευταίων δεκαετιών, με την επταετία
και τα σαράντα δύο χρόνια βολευτικής ασυδοκρατίας τα οποία την
ακολούθησαν και κατέστρεψαν γενιές ολάκερες Νεοελλήνων.

Τις κατέστρεψαν κυρίως συνειδησιακώς. Θα τους αφήσουμε ; είμεθα ικανοί
να τους σταματήσουμε με κάποιον τρόπο ; και εν τέλλει ποιός είναι ο
χειρότερος εχθρός πέραν του κακού μας εαυτού, τον οποίον καθημερινώς
εκτρέφουμε εγκαταλείποντας τον ανώτερο άνθρωπο ατροφικό, μέσα σε έναν
κυκεώνα αρνητικών εξελίξεων οχι μόνον για την Ελλάδα, αλλά και τον
κόσμο. Είμεθα ικανοί εν τέλλει να σταθούμε πρωταγωνιστές στο θέατρο
που αφορά την ίδια μας την ζωή ή θα ζήσουμε ως κομπάρσοι επαρχιακού
θιάσου όπου οτι γίνεται γύρω δεν μας αφορά;