Δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη τους γνωριμία, η Νατάσσα Μποφίλιου μιλάει στην Τασούλα Επτακοίλη για λογαριασμό του «Κ» της Καθημερινής. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται και…
στην επικείμενη εμφάνισή της στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Πόσο έχεις αλλάξει από τότε που σε γνώρισα; Εχω τα ίδια όνειρα, αλλά λιγότερες αντοχές – κάποτε ήταν σχεδόν ανεξάντλητες. Για να είμαι ειλικρινής, δεν νιώθω ότι έχω αλλάξει πολύ. Και αυτό δεν είναι απαραιτήτως καλό. Υπάρχουν αρκετά πράγματα στον τρόπο που λειτουργώ που από τότε δεν μου άρεσαν, αλλά εξακολουθώ να τα κάνω.

Θα μου πεις ένα; Είμαι παρορμητική και υπερασπίζομαι με πάθος, σχεδόν με εμμονή, κάποιες απόψεις που στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι είναι λανθασμένες. Πριν από χρόνια, για παράδειγμα, στο ξεκίνημά μου έλεγα -ουρλιάζοντας, γιατί έτσι είμαι εγώ (γελάει)- πως η τιμή των CD είναι πολύ υψηλή. Σκεφτόμουν ως κοινό. Σήμερα, που ξέρω πόσος κόπος βρίσκεται πίσω από ένα άλμπουμ -το οποίο στην πραγματικότητα είναι ένα έργο τέχνης- το έχω μετανιώσει. Βέβαια, έχω ένα καλό: ακούω τις διαφορετικές γνώμες και τις κρατάω στο πίσω μέρος του μυαλού μου, μέχρι να έρθει η ώρα που θα παραδεχτώ το λάθος μου.

Γιατί τραγουδάς, Νατάσσα; Κατ’ αρχάς για μένα, για την προσωπική μου ικανοποίηση και για τους ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμαστε την ίδια συγκίνηση. Αν νιώσω ότι αυτοί οι λόγοι δεν υπάρχουν πια, θα σταματήσω να τραγουδάω. Κι αυτά δεν είναι λόγια του αέρα, το έχω αποδείξει. Πέρυσι, την ώρα που βρισκόμουν στη σκηνή, εκτός από τις στιγμές αγάπης και συγκίνησης υπήρχαν και κάποιες άλλες που σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να είμαι κάπου αλλού. Και αυτό δεν μου άρεσε. Γι’ αυτό δεν δούλεψα για σχεδόν ένα χρόνο.

Εσύ τραγουδάς γι’ αυτούς τους λόγους. Ο κόσμος γιατί σε ακούει, τι πιστεύεις; Γιατί είμαστε συγγενείς ψυχές.

Ποιο είναι το κοινό σου, λοιπόν; Η μεγάλη κατηγορία -και ο σκληρός πυρήνας- είναι οι άνθρωποι με τους οποίους ταυτιζόμαστε σε απόλυτο βαθμό, μιλάμε την ίδια γλώσσα. Είναι εκείνοι στους οποίους αφιερώνω τους «Επιζώντες», το τελευταίο τραγούδι του άλμπουμ: «Αλλη μια χρονιά που μπορώ να μετράω τα καλά με σιγουριά / Αλλη μια χρονιά που τα μικρά είναι τα πιο σημαντικά». Υπάρχουν, βέβαια, και κάποιοι άλλοι που έρχονται και φεύγουν, που επιστρέφουν κατά καιρούς στα live μας. Πάντως, αυτό που με κάνει να χαίρομαι πολύ, σε κάθε περίπτωση, είναι πως όλοι όσοι δουλεύουν στις συναυλίες μας -από τεχνικούς μέχρι σεκιούριτι- πάντα σχολιάζουν πόσο ωραίο κοινό έχουμε: ήσυχο, με σεβασμό και στον καλλιτέχνη και στον διπλανό τους.

Τι ψάχνεις σε ένα τραγούδι; Τους εαυτούς μας. Ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, όμως, με τον Γεράσιμο και τον Θέμη δεν μπαίνουμε πια στη διαδικασία μιας τέτοιας αναζήτησης. Οι δίσκοι μας είναι οι εαυτοί μας. Τέσσερα χρόνια μάς πήρε να ετοιμάσουμε νέο άλμπουμ, αλλά δεν γράφαμε και σβήναμε. Ζούσαμε τη ζωή μας, την κανονική, την απόλυτη ρουτίνα μας, δεν το ζορίσαμε το πράγμα. Και κάποια στιγμή αυτό «ξεκλείδωσε» και μέσα σε λίγες εβδομάδες ήταν έτοιμα όλα τα τραγούδια.

Πώς λειτουργεί, τελικά, αυτό το… τρίο; Εχουμε φτιάξει τον μικρόκοσμό μας: τους χώρους στους οποίους θέλουμε να ανήκουμε. Δοκιμάσαμε να βάλουμε κι άλλους μέσα κάποιες φορές, αλλά το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Ξέρεις, οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο να ανήκουν κάπου από το να είναι μόνοι. Δεν καταλαβαίνουν ότι πας πιο μακριά όταν ξέρεις πού θα επιστρέψεις.

Η συνεργασία σας, και φυσικά η φιλία σας πάνω απ’ όλα, σου δίνει την ασφάλεια ενός «απάνεμου λιμανιού». Είναι και λίγο… ιδρυματισμός όμως; Φυσικά! Εχουμε το ίδρυμά μας και περνάμε πολύ καλά σ’ αυτό! (Γελάει) Αυτό συμβαίνει αυθόρμητα, έτσι είναι ο χαρακτήρας μας: θέλουμε να έχουμε μια σταθερή ρουτίνα, τους ίδιους, αγαπημένους ανθρώπους γύρω μας, να είμαστε «ριζωμένοι» στη ζωή που έχουμε επιλέξει να κάνουμε. Και δεν είναι από ασφάλεια. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να πρέπει να ανανεωθείς και να προτείνεις κάτι καινούργιο με τους ίδιους ανθρώπους; Πάρα πολύ δύσκολο…

Τι εκτιμάς στον Θέμη και τον Γεράσιμο; Στον Θέμη τη σιγουριά που με κάνει να νιώθω. Είναι το alter ego μου. Μοιάζουμε πολύ, δεν χρειάζεται καν να μιλάμε για να συνεννοηθούμε. Μαζί του έχω την ασφάλεια να είμαι ο εαυτός μου. Το ίδιο ισχύει και με τον Γεράσιμο, αλλά με τη διαφορά ότι δεν αισθάνομαι «ίση» του: ήταν και παραμένει ο μέντοράς μου, ο άνθρωπος που με πήρε από το χέρι και μου έδειξε έναν διαφορετικό δρόμο, που εξακολουθεί να με κάνει καλύτερη με τα γραπτά του, με τις συζητήσεις μας. Δεν μπορώ καν να του φωνάξω, ακόμα κι όταν με εκνευρίζει. Σε αντίθεση με τον Θέμη, με τον οποίο μπορούμε να φτάσουμε στο σημείο να παίξουμε ξύλο! Και με τους δύο η σχέση μας είναι πια σαν… γάμος.

Που περιλαμβάνει και απιστίες; Δεν είναι κακές οι απιστίες. Μερικές φορές ανανεώνουν τον έρωτα. Αλλά τις συνεργασίες τους με άλλους καλλιτέχνες δεν τις βλέπω έτσι. Εκανε πολύ καλό στον Θέμη το ότι έγραψε για τη Γιώτα Νέγκα και την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Καθόλου δεν ζηλεύω. Ισα-ίσα που τους καμαρώνω. Θα ζήλευα μόνο αν έπαρναν κάτι από τη σχέση μας για να το δώσουν αλλού. Αλλά τα «ακριβά» μας είναι μόνο δικά μας.

Εχεις σκεφτεί πώς θα ήταν η ζωή σου αν δεν είχες πάρει το δρόμο της μουσικής; Δεν ξέρω. Ισως γιατί πάντα η μουσική ήταν με κάποιον τρόπο στη ζωή μου. Βέβαια, αν μιλήσουμε από επαγγελματικής πλευράς, από μικρή ήμουν σίγουρη ότι θα έκανα κάτι απαιτητικό, που θα είχε πρόκληση, που θα έπρεπε να τρέξω πίσω του και να το κυνηγήσω, να κοπιάσω για να το φτάσω. Στην εφηβεία ήθελα, για παράδειγμα, να γίνω διπλωματική ακόλουθος…

Υπάρχει κάτι που σε φοβίζει; Μόνο η ασθένεια και η απώλεια των ανθρώπων που αγαπώ. Ολα τα άλλα φτιάχνονται.

Το να χάσεις την αποδοχή του κοινού δεν σε τρομάζει; Οχι, και μιλώ ειλικρινά. Αν αυτό συμβεί, κάποιος λόγος θα υπάρχει. Ισως προσπαθήσω να ανατρέψω την κατάσταση, ίσως την αποδεχθώ. Ομως, δεν κάνω μουσική για την αποδοχή των άλλων -όσο συγκλονιστικό κι αν είναι αυτό το συναίσθημα-, αλλά γιατί την αγαπώ. Και χωρίς κοινό, πάλι το ίδιο θα κάνω. To ενδεχόμενο να χάσω τη φωνή μου, βέβαια, ναι, με τρομάζει. Γιατί τότε δεν θα μπορούσα ούτε… στο μπάνιο μου να τραγουδάω, για μένα.

Αρκεί το ταλέντο για να κάνει κανείς καριέρα; Πιστεύω ότι αυτό που περισσότερο παίζει ρόλο, εκτός από το ταλέντο, δηλαδή το «φως» που εκπέμπει κανείς, είναι ο χαρακτήρας του στο «χτίσιμο» μιας καριέρας. Είναι αυτό που είπε ο Ηράκλειτος: «Η μοίρα μας είναι ο χαρακτήρας μας». Γι’ αυτό και όταν ακούω να λένε «Ξέρεις ποιος ήταν αυτός; Αλλά τον έφαγαν τα κυκλώματα…», θυμώνω. Πέρα από λίγες περιπτώσεις που, πράγματι, οι συγκυρίες είναι αρνητικές, η τεμπελιά και η αλαζονεία δεν επιτρέπουν σε κάποιον να κάνει αυτό που λέμε «cross over».

Πόσο δύσκολο είναι με την επιτυχία που βιώνεις να μην καβαλήσεις το καλάμι; Καθόλου δύσκολο. Πιστεύω σ’ εμένα και ξέρω πως ό,τι κάνω το κάνω όσο πιο καλά μπορώ, γιατί εργάζομαι σκληρά για να το κατακτήσω. Αλλά δεν έχει αλλάξει η ιδέα που έχω για τον εαυτό μου μέσα από τη δουλειά μου, δεν προσδιορίζομαι από αυτήν. Ναι, έχω προοπτικές. Αν τις αξιοποιώ ή όχι είναι δικό μου θέμα. Αν τα δεις έτσι πεζά τα πράγματα, συνειδητοποιείς πως δεν είσαι ο μόνος άνθρωπος με προοπτικές πάνω στον πλανήτη, άλλοι έχουν καλύτερες από σένα. Οταν βρίσκομαι πάνω στη σκηνή, λοιπόν, γουστάρω τρελά, είναι υπέροχο αυτό που συμβαίνει. Αλλά τελειώνει όταν κατεβαίνω από τη σκηνή. Γιατί να το πάρω μαζί μου στο σπίτι; Καβαλάνε το καλάμι μόνο όσοι δεν έχουν ένα σταθερό περιβάλλον και ανθρώπους γύρω τους που να τους θυμίζουν ποιοι είναι.

Νατάσσα καλλιτέχνις. Νατάσσα κόρη, σύντροφος, φίλη. Θα σε δούμε και μητέρα; Μάλλον όχι, ρε γαμώτο… (Γελάει) Μου περνάει κάποιες φορές από το μυαλό, αλλά δεν μπορώ να βρω στη ζωή που κάνω τη θέση μου ως μητέρα. Επειδή έχω τρία μικρότερα αδέλφια, τη διαδρομή ενός παιδιού την έχω ήδη ακολουθήσει, με όλες τις χαρές αλλά και τις έγνοιες και τις αγωνίες της. Ολες οι μεγάλες αδελφές θα με καταλάβουν. Οι υπόλοιποι ας σωπάσουν, γιατί δεν ξέρουν. (Γέλια, ξανά)

Να έρθουμε στη «Βαβέλ». Γιατί πρέπει να την ακούσει κανείς; Τι προσφέρει στον ακροατή;  Θα σου πω τι πρόσφερε σ’ εμάς: ολοκλήρωση, ανάταση, σαν να μας έσπρωξε σε έναν συναρπαστικό, καινούργιο δρόμο. Απολαμβάνουμε μια νέα συγκίνηση. Θεωρούμε ότι είναι ο πιο μεστός, ο πιο ώριμος καταγεγραμμένος εαυτός μας. Εξακολουθούμε να κάνουμε αστικό συναισθηματικό τραγούδι. Και ποτέ δεν είπαμε ψέματα. Τις δικές μας ιστορίες αφηγούμαστε. Κάθε φορά που ακούω τα «Μεθύσια», για παράδειγμα, σκέφτομαι τα μεθύσια που έχουμε κάνει στον «Batman» και στον «Αρχάγγελο», τα φλερτ, τα κλάματα για έρωτες…

Τον Αύγουστο θα σε δούμε και στην Επίδαυρο, στους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου. Πώς είναι αυτή η εμπειρία; Φανταστική! Kαι απορώ με όσους απορούν και με ρωτούν πώς αποφάσισα να συμμετάσχω σε μια τέτοια παράσταση. Κατ’ αρχάς, αξιοποιούμαι στη μουσική δράση, ως τραγουδίστρια, όχι ως ηθοποός. Δεύτερον, έχω πολύ στενή σχέση με τον Αγγελο Τριανταφύλλου που γράφει τη μουσική αλλά και με τον Νίκο Καραθάνο, τον οποίο γνωρίζω χρόνια και θαυμάζω… αρρωστημένα. Οταν μου το πρότεινε, του είπα ότι αισθάνομαι απερίγραπτη χαρά και τιμή που θα βρεθώ μέσα σε έναν τέτοιο θίασο και ότι τον εμπιστεύομαι τυφλά.

Επειδή με όλες τις υποχρεώσεις σου θεωρώ απίθανο να έχεις χρόνο για διακοπές φέτος, θα μου πεις ποιο καλοκαίρι νοσταλγείς περισσότερο; Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων στο Ξυλόκαστρο. Ολη μέρα τρέχαμε με τ’ αδέλφια μου με τα ποδήλατα και παίζαμε – και ξύλο παίζαμε, εννοείται. Ο αδελφός μου ο Αντώνης, που σήμερα μαγειρεύει εκπληκτικά, είχε φτιάξει μια… καντίνα μέσα στο σπίτι και έφτιαχνε ένα σωρό λιχουδιές τις οποίες πουλούσε στους γονείς μου! Τα βράδια παρουσιάζαμε θεατρικές παραστάσεις στον κήπο, σε όλη την οικογένεια. Θυμάμαι έντονα και το καλοκαίρι που είχα τελειώσει τη Β΄ Γυμνασίου: τότε ήμουν ερωτευμένη με ένα μεγαλύτερο αγόρι που δεν μου έδινε απολύτως καμιά σημασία και άκουσα Ξύλινα Σπαθιά πρώτη φορά, στην παραλία…

Θα μου περιγράψεις τη Νατάσσα με τρεις λέξεις; Ελα, ρε Τασούλα. Μου το έχεις ξαναζητήσει αυτό και είναι δύσκολο! (Γελάει) Μπορώ, τουλάχιστον, να πω τα καλά; Είμαι παθιασμένη, πιστή και ευχάριστη. Ειδικά γι’ αυτό το τελευταίο καμαρώνω πολύ. Αν ήμουν βαρετή, θα το είχα πάρει πολύ βαριά…