Γράφει ο Πέτρος Γιώτης
Θα μπορούσαμε να δείξουμε τα όσα συμβαίνουν στη Βρετανία, την κοιτίδα του αστικού κοινοβουλευτισμού, μετά τη…
δημοψηφισματική ψήφο υπέρ του Brexit, για να επιχειρηματολογήσουμε για την αχρηστία της ψήφου στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες. Προτιμούμε, όμως, να εστιάσουμε την προσοχή μας στα «καθ’ ημάς», μέρες που είναι.

Πέρυσι τέτοιες μέρες, ο Τσίπρας έμπαινε στο Eurosummit για την τελευταία φάση της «σκληρής διαπραγμάτευσης» κι έβγαινε με το τρίτο Μνημόνιο παραμάσχαλα. Το αποτέλεσμα εκείνης της μέρας ήταν προδιαγεγραμμένο. Ο χρόνος αναλώθηκε στη ρύθμιση κάποιων επιμέρους θεμάτων. Το αποτέλεσμα είχε προδιαγραφεί τη νύχτα της 5ης Ιούλη. Την ώρα που κόσμος και κοσμάκης πανηγύριζε στο Σύνταγμα και την Κουμουνδούρου τη νίκη του Οχι, ο Τσίπρας πήγαινε στον πρόεδρο της Δημοκρατίας για να του ζητήσει να συγκαλέσει το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών.

Δεν το έκανε κρυφά ο Τσίπρας, το ανακοίνωσε δημόσια, με τηλεοπτικό διάγγελμά του νωρίς το ίδιο βράδυ, λίγο μετά την ανακοίνωση του δημοψηφισματικού αποτελέσματος. Κι ενώ ήταν ολοφάνερο τι πρόκειται να γίνει (δεν συναντάς τους φορείς του Ναι, παρά μόνο αν θέλεις να προσχωρήσεις στη θέση τους) οι άλλοι συνέχιζαν να χορεύουν στο Σύνταγμα, εκστασιασμένοι από τη μέθη της νίκης. Τι ήταν αυτό που δεν επέτρεψε σε όλον αυτόν τον κόσμο να δει κατάματα την αλήθεια; Τι είναι αυτό που τον μπόλιασε με το σύνδρομο των κατοίκων της Πομπηίας λίγο πριν τη μεγάλη έκρηξη; Δεν αναφερόμαστε σε οπορτουνιστικές ηγετικές ομάδες, που νόμιζαν ότι μπορούν να παίξουν παιχνίδια ανάδειξης στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά σε ανθρώπους που είχαν αγνές προθέσεις και που είχαν πιστέψει ότι δίνουν τη μητέρα των μαχών ενάντια στους ιμπεριαλιστές δανειστές και τα αποικιοκρατικά τους σχέδια.

Μολονότι οι παράγοντες που διαμορφώνουν την κοινωνική συνείδηση και αυτό που ονομάζουμε μαζική ψυχολογία είναι πάντοτε πολλοί και σύνθετοι, αν θελήσουμε να τους συνθέσουμε θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο βασικός παράγοντας της πολιτικής τύφλωσης (που για πολλούς κράτησε και τις επόμενες μέρες) είναι αυτό που ονομάζουμε κοινοβουλευτικός κρετινισμός. Δηλαδή, η στρατηγική εκείνη κατεύθυνση που θεωρεί ότι επιστέγασμα των λαϊκών αγώνων θα είναι αναγκαστικά η αποτύπωσή τους σε ένα εκλογικό αποτέλεσμα, είτε πρόκειται για εκλογές είτε για κάποιο δημοψήφισμα.

Από την εποχή του Μαρξ ήδη, οι κομμουνιστές δεν περιφρόνησαν την κοινοβουλευτική παρέμβαση και αγωνίστηκαν για το γενικό εκλογικό δικαίωμα. Πάντοτε, όμως, φρόντιζαν να εντάσσουν αυτή την παρέμβαση στην τακτική τους. Δεν καθόριζαν την τακτική βάσει των αναγκών της εκλογικής παρέμβασης, αλλά χρησιμοποιούσαν αυτή την παρέμβαση ως στοιχείο της τακτικής. Αντίθετα, οι οπορτουνιστές καθόριζαν την τακτική από τις ανάγκες της εκλογικής παρέμβασης, την οποία -ακόμα και όταν δεν το έλεγαν ανοιχτά, ακόμα και όταν το αρνούνταν μετά βδελυγμίας- θεωρούσαν ως ύψιστη μορφή αγώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα οπορτουνιστικά ρεύματα ξεκίνησαν απολυτοποιώντας την κοινοβουλευτική παρέμβαση και ωρίμασαν μέσα στα αστικά κοινοβούλια.

Αν ανατρέξουμε σύντομα στην εξαετία των Μνημονίων στη χώρα μας, θα διαπιστώσουμε ότι ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός έπαιξε το ρόλο του στον ευνουχισμό του εργατικού και λαϊκού κινήματος, καθώς οι κινητοποιήσεις ενάντια στην πολιτική της κινεζοποίησης εντάχθηκαν σε μια στρατηγική διαδοχικών κυβερνητικών εναλλαγών. Είτε μιλήσουμε για τις 24ωρες πανεργατικές πανελλαδικές απεργίες με τη μαζική συμμετοχή, είτε μιλήσουμε για μαζικά κινήματα όπως αυτό «των πλατειών», θα βρούμε ως κοινό χαρακτηριστικό τους την αναζήτηση της κυβερνητικής αλλαγής, μέσω της οποίας οι πλατιές εργαζόμενες και νεολαιίστικες μάζες θεωρούσαν ότι «κάτι θ’ αλλάξει».

Το 2009, με τον παγκόσμιο καπιταλισμό βυθισμένο ήδη επί ένα χρόνο σε κρίση, η πλειοψηφία του ελληνικού λαού έδινε πίστη στο ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ που του έταζε τον ουρανό με τ’ άστρα. Ελάχιστους μήνες μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, ήρθε το σοκ του πρώτου Μνημόνιου. Επί ενάμιση χρόνο μετά, «έπαιζε μπάλα» ο Σαμαράς με τα Ζάππεια, παραμυθιάζοντας με τη σειρά του τον κόσμο.  Και ενδεχομένως να έπαιρνε ένα μεγάλο εκλογικό ποσοστό, αν δεν τον ανάγκαζαν να μπει στο μεταξύ στη συγκυβέρνηση του Παπαδήμου, που υπέγραψε το δεύτερο Μνημόνιο. Τότε, άρχισε ν’ ανατέλλει το άστρο του ΣΥΡΙΖΑ. Το 2012 ήταν το προανάκρουσμα αυτού που θα γινόταν το 2015. Ενδιάμεσος σταθμός ήταν οι ευρωεκλογές του 2014, μετά τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε μεν να στρογγυλεύει το (υποτιθέμενο) πρόγραμμά του, ταυτόχρονα όμως να ανεβάζει τους τόνους των ρητορικών επιθέσεων ενάντια στους ιμπεριαλιστές δανειστές και την «τρόικα εσωτερικού», όπως αποκαλούσε τους Σαμαροβενιζέλους.

Τι ήταν εκείνο που έπεισε τόσους προοδευτικούς ανθρώπους, ότι ο Τσίπρας και η παρέα του έχουν τη μαγική συνταγή για να συγκρουστούν με τους ιμπεριαλιστές δανειστές, χωρίς να βγάλουν την Ελλάδα από το ευρώ και την ΕΕ και χωρίς να ανατρέψουν τον καπιταλισμό στη χώρα; Η ευτέλεια της πολιτικής σκέψης που καλλιεργεί ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός. Ενας γελοίος βολονταρισμός, σύμφωνα με τον οποίο αρκεί η βούληση μιας πολιτικής ηγεσίας για να «πηδήσει» πάνω από τις ανάγκες και τα συμφέροντα ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού και της κυρίαρχης τάξης αυτού του σχηματισμού. Τι είναι αυτό που προσδίδει στην (υποτιθέμενη) βούληση αυτής της πολιτικής ομάδας τόση δύναμη, ώστε να «πηδήσει» πάνω από τα συμφέροντα και τις απαιτήσεις του συστήματος; Είναι η λαϊκή ψήφος, η λαϊκή εντολή όπως τη λένε.

Μέχρι να προκηρυχτεί το δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη του 2015, είχε φανεί καθαρά (για όποιον δε φορούσε οπορτουνιστικά γυαλιά), ότι η λεγόμενη λαϊκή εντολή, την οποία επικαλούνταν ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν ζύγιζε ούτε γραμμάριο στα διαβούλια των Βρυξελλών. Στο κάτω-κάτω, απαντούσαν οι ιμπεριαλιστές πολιτικοί και οι προπαγανδιστές τους, κι εμείς εκλεγμένοι είμαστε στις χώρες μας, κι εμείς έχουμε λαϊκή εντολή. Κι ενώ τα πάντα ήταν ολοφάνερα, ήρθε η προκήρυξη του δημοψηφίσματος να εκτινάξει στα ύψη τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό. Ηταν τέτοια η τύφλωση που παρέβλεπαν ακόμα και το γεγονός ότι ο Τσίπρας είχε ήδη αποδεχτεί, με τον πιο επίσημο τρόπο, την πρόταση Γιούνκερ και είχε ήδη υποβάλει αίτηση για τρίτο δάνειο και τρίτο Μνημόνιο. Η ψήφος σ’ ένα εξαρχής φαλκιδευμένο δημοψήφισμα απέκτησε ξαφνικά μυθικές δυνατότητες. Σαν ο Τσίπρας να ήταν ο γίγαντας Ανταίος, που θα έπαιρνε δύναμη από την κάλπη-γη και θα έφερνε τα πάνω κάτω.

Το σοκ που ακολούθησε ήταν μεγαλύτερο από τις προηγούμενες φορές. Και έφερε περισσότερη απογοήτευση και μεγαλύτερα κύματα αποστράτευσης. Γιατί δεν ήταν (και δεν είναι) καθόλου εύκολο, άνθρωποι που θεωρούν ότι η ψήφος τους έχει τεράστια δύναμη, να μπορέσουν να περάσουν αυτόματα (και αυθόρμητα) σε μια συνείδηση που τοποθετεί την ψήφο στο καλάθι με τα σκουπίδια. Οταν μάλιστα είδαν αυτούς που υποτίθεται ότι κατήγγειλαν την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ για προδοσία, να στριμώχνονται στις εκλογές του Σεπτέμβρη στα ψηφοδέλτια της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, νομίζοντας ότι έφτασε επιτέλους η ώρα τους, ανίκανοι ακόμα κι εκείνη τη στιγμή να ευθυγραμμιστούν με την αυθόρμητη λαϊκή τάση που «έδειχνε» αποχή. Το μάτι τους γυάλιζε από τη δίψα για κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και όχι από τη διάθεση να δουλέψουν ώστε να εξηγήσουν στους εργαζόμενους τι συνέβη και να βοηθήσουν να οικοδομηθεί ένα κίνημα χωρίς τις αυταπάτες που το χαρακτήρισαν και το σφράγισαν μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Ετσι, η ψήφος δεν αποδείχτηκε απλά μια άχρηστη, εκτονωτική διέξοδος, μέσω της οποίας η αστική τάξη αναδιατάσσει και ανανεώνει το πολιτικό της προσωπικό. Λειτούργησε σαν μπούμερανγκ. Γύρισε και χτύπησε εκείνους που πίστεψαν ότι μπορεί μέσω αυτής να αλλάξουν τα πράγματα. Το μόνο θετικό ήταν ότι προς στιγμήν πολύς κόσμος συνειδητοποίησε  πως η ψήφος είναι άχρηστη και οδηγήθηκε στην αποχή. Ομως, αυτή η συμπεριφορά από μόνη της δεν αποτελεί εχέγγυο για το μέλλον. Εύκολα η αποχή μπορεί να μετατραπεί και πάλι σε ψήφο υπέρ κάποιου κοινοβουλευτικού σχήματος. Κι αν παραμείνει αποχή, ως ένδειξη απογοήτευσης και κοινωνικής αποστράτευσης, τίποτα το θετικό δεν πρόκειται να φέρει.

Στο σημερινό καπιταλισμό, με τα όρια ανάμεσα στα αστικά πολιτικά ρεύματα να γίνονται δυσδιάκριτα (αυτό είναι παγκόσμιο και όχι ελληνικό φαινόμενο), η ψήφος δεν έχει ούτε τη σχετική αξία που είχε παλαιότερες εποχές. Από την άλλη, η ανυπαρξία ενός συγκροτημένου επαναστατικού πολιτικού ρεύματος, με ισχυρούς δεσμούς με την εργατική τάξη, καθιστά κυριολεκτικά αδιάφορη την κοινοβουλευτική παρέμβαση. Προπαγανδίζοντας υπέρ μιας συνειδητής αποχής (που είναι ταυτόχρονα συμμετοχή στους ταξικούς αγώνες), βοηθάμε στην ανάπτυξη της ταξικής συνειδητότητας, τραβώντας μια διακριτή διαχωριστική γραμμή από τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό.

Πηγή