Του Κώστα Ράπτη
Η Τράπεζα της Αγγλίας προσποιείται ψυχραιμία, αφήνοντας αμετάβλητα τα επιτόκιά της, που η χιονοστιβάδα της κρίσης είχε οδηγήσει από το…
5% τον Οκτώβριο του 2008 στο ιστορικό χαμηλό του 0,5% τον Μάρτιο του 2009. Όμως στο τοπίο που δημιουργήθηκε μετά την επικράτηση της επιλογής του Brexit στο βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου προεξοφλούνταν νέα μείωση κατά 0,25%. Αντ’ αυτού, η Τράπεζα της Αγγλίας αποφάσισε προχτές να περιμένει μέχρι την επόμενη συνεδρίασή της – προφανώς για να δώσει το σήμα ότι ο απόηχος του δημοψηφίσματος δεν είναι συγκλονιστικός και ότι η ίδια δεν κινδυνολογεί, όπως κατηγορήθηκε προεκλογικά.

Ο κεντρικός τραπεζίτης Mark Carney είχε διαβεβαιώσει ήδη από τις 5 Ιουλίου ότι ένα “σαφές σχέδιο” για την εξασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας ήταν διαθέσιμο. Η μελλοντική μείωση των επιτοκίων ασφαλώς είναι ένα από αυτά. Η χαλάρωση των κεφαλαιακών περιορισμών στις τράπεζες, ώστε να αυξηθούν κατά 150 δισ. στερλίνες οι δυνατότητες δανεισμού προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις της Βρετανίας, είναι ένα άλλο. Εάν μάλιστα προκύψουν ενδείξεις ολίσθησης στην ύφεση, ο Μαρκ Κάρνεϊ είναι έτοιμος, όπως έχει δηλώσει, να διοχετεύσει στο χρηματοπιστωτικό σύστημα 250 δισ. στερλίνες.

Η υποχώρηση της στερλίνας στη χαμηλότερη ισοτιμία των τελευταίων 31 ετών έναντι του αμερικανικού νομίσματος (με προοπτική κατάληξης μέχρι τέλους του έτους στα 1,15 δολάρια, από 1,30 σήμερα, σύμφωνα με την Deutsche Bank) δεν δείχνει να ανησυχεί τους διαμορφωτές της βρετανικής νομισματικής πολιτικής – ίσως μάλιστα να αντιμετωπίζεται ως καλοδεχούμενη διόρθωση.

Υποκείμενες αδυναμίες

Όμως το ερώτημα δεν αφορά αποκλειστικά τη Βρετανία. Τα βλέμματα στρέφονται κυρίως στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, καθώς το κλίμα που διαμορφώνει η προοπτική εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. δίνει παράταση ζωής στην εποχή της αφειδούς ρευστότητας, περιπλέκοντας τους σχεδιασμούς της Fed για συντεταγμένη “έξοδο”.

Το βάρος για την εξασφάλιση της ευστάθειας του διεθνούς συστήματος πέφτει και πάλι στην κεντρική τραπεζίτρια των ΗΠΑ Τζάνετ Γέλλεν, λόγω των ρίσκων που σημαδεύουν τις εξελίξεις στην Γηραιά Ήπειρο. Ή ακριβέστερα, λόγω των υποκείμενων αδυναμιών, που επέμεναν, ανεξαρτήτως του Brexit, να επιβεβαιώνουν την παρουσία τους και τώρα συναντώνται με τον κατάλληλο “εκλυτήριο παράγοντα”.

“Συνετό να αναμένουμε”

Την κατάσταση πνευμάτων που επικρατεί στη νομισματική επιτροπή της Fed αποτυπώνουν καθαρά τα πρακτικά της συνεδρίασής της στις 14-15 Ιουνίου, που δημοσιοποιήθηκαν αυτή την εβδομάδα. Παραμονές της διεξαγωγής του βρετανικού δημοψηφίσματος, οι κεφαλές της Fed διατύπωναν επιφυλάξεις ως προς τις προγραμματισμένες για φέτος μειώσεις των αμερικανικών επιτοκίων (τις οποίες περιόρισε σε δύο), τονίζοντας ότι “είναι συνετό να αναμένει κανείς περισσότερα στοιχεία ως προς τις επιπτώσεις της βρετανικής ψήφου, προτού εκτιμηθεί εάν είναι αναγκαία περαιτέρω βήματα στην απομάκρυνση της νομισματικής διευκόλυνσης”.

Οι φόβοι αυτοί προφανώς εντάθηκαν έκτοτε – με τον επικεφαλής των εποπτικών μηχανισμών της Fed και μέλος του Δ.Σ. Daniel Tarullo να τονίζει την περασμένη εβδομάδα την ανάγκη να ξεκαθαρίσουν οι μεσοπρόθεσμες τάσεις και να επιβεβαιωθεί ότι ο πληθωρισμός αγγίζει τον στόχο του 2% προτού υπάρξει νέα αύξηση επιτοκίων. Μάλιστα διατύπωσε αμφιβολίες κατά πόσον θα υπάρξει μια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία οι αγορές θα έχουν θεωρήσει “τετελεσμένο” το Brexit, κρίνοντας ότι θα πρόκειται για μία κατάσταση αβεβαιότητας που θα εξασθενεί αργά και σταδιακά.
“Μηδενικές για τις ΗΠΑ οι επιπτώσεις”

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Fed του Σαιν Λούι, James Bullard θεώρησε (όπως και η επικεφαλής της Fed του Κλήβελαντ, Loretta Mester) ότι οι επιπτώσεις του Brexit στην αμερικανική οικονομία θα είναι “σχεδόν μηδενικές”. Ο ίδιος απέδωσε στο “σοκ” του βρετανικού δημοψηφίσματος την υποχώρηση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων σε ιστορικά χαμηλά: “Η Wall Street το εξέλαβε ως σημάδι επιβράδυνσης της ανάπτυξης – εγώ το θεωρώ απλώς ως φυγή προς ασφαλή καταφύγια”. Άλλωστε και τα στοιχεία για την απασχόληση στις ΗΠΑ έδειξαν 287.000 νέες θέσεις εργασίας τον Ιούνιο – έναντι μόλις 11.000 τον Μάιο, γεγονός που είχε βαρύνει ιδιαίτερα το κλίμα στην προηγούμενη συνεδρίαση της Fed.

Ωστόσο, ούτε ο Bullard εμφανίζεται ως θιασώτης της αύξησης των επιτοκίων. Μολονότι, υποβαθμίζει, σε αντίθεση με τον Tarullo, τις επιπτώσεις του Brexit, δεν παύει να αναμένει ρυθμούς ανάπτυξης έως 2%, άρα και ασθενείς πληθωριστικές πιέσεις. “Χρειαζόμαστε αναπτυξιακή ατζέντα” δήλωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μια δημοσιονομική πολιτική που να αντιμετωπίζει την καχεκτική αύξηση παραγωγικότητας και τις δημογραφικές τάσεις. “Το λέμε” κατέληξε “εις ώτα μη ακουόντων”…

Η επόμενη συνεδρίαση της Fed στις 26-27 Ιουλίου θα δείξει αν οι υπερατλαντικοί θεματοφύλακες του συστήματος έχουν αποδιώξει τις ανησυχίες τους ή όχι.

Το μήνυμα Ομπάμα: αναγκαία η έξοδος της Ε.Ε. από τη λιτότητα

Σε πολιτικό επίπεδο, πάντως, η Ουάσιγκτον έχει ήδη κινητοποιηθεί, προκειμένου να ευθυγραμμίσει, ει δυνατόν, την Ευρώπη σε μια στρατηγική που θα αποκρούει τις φυγόκεντρες τάσεις που ανέδειξε το βρετανικό δημοψήφισμα. Υπό αυτή την έννοια, η παρουσία του Μπαράκ Ομπάμα στη Βαρσοβία για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ και κατόπιν (πολύ χαρακτηριστικά) στη Μαδρίτη υπήρξε διαφωτιστική ως προς τις αμερικανικές προτεραιότητες. “Φιλικό”, αποδραματοποιημένο και ταχύ διαζύγιο της Βρετανίας με τους “27”, συσπείρωση γύρω από το ΝΑΤΟ υπό το φάσμα της “ρωσικής επιθετικότητας”, ολοκλήρωση των διατλαντικών διαπραγματεύσεων για τη συμφωνία TTIP και αντιμετώπιση των στοιχείων που αποξενώνουν τα εκλογικά σώματα από τις πολιτικές ηγεσίες και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι τα κύρια στοιχεία που ανέδειξε κυρίως ο ένοικος του Λευκού Οίκου – με την ευκολία που του προφέρει το γεγονός ότι σε έξι μήνες αποχωρεί και άρα μπορεί να εκφράζεται πιο ελεύθερα, χωρίς να δεσμεύει τον (ή την) διάδοχό του, που θα κληθεί να καθοδηγήσει με συγκεκριμένο τρόπο την ευρωαμερικανική σχέση.

Αμφισβήτηση της “γερμανικής γραμμής”
Από πολλές απόψεις, πάντως, αυτό που δείχνει να ανησυχεί περισσότερο τον Αμερικανό πρόεδρο δεν είναι το Brexit αλλά η κατάσταση της ευρωζώνης, την οποία περιέγραψε επικρίνοντας έντονα, χωρίς να την κατονομάζει, την “γερμανική γραμμή”. Διεκτραγωδώντας τη “δεκαετία στασιμότητας”, τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας στην Ευρώπη, ο Ομπάμα έδωσε σαφές μήνυμα ότι στο νέο τοπίο η συνέχιση της “δοκιμασμένης συνταγής”, απλώς σε ενισχυμένη δόση, δεν απαντά στα ερωτήματα για το μέλλον της Ε.Ε.

Πηγή