Γράφει η Μάρη Γαργαλιάνου
Να σε εκτιμάς άνθρωπέ μου, γιατί αν δεν το κάνεις εσύ, τότε ποιος; Ήρθανε τόσοι, άλλοι παρέμειναν πιστοί, ζωής συνοδοιπόροι, άλλοι…
την έκαναν με ελαφρά και άλλοι όντες περαστικοί ήρθαν ένα βράδυ γρήγορο, με μια τους κουβέντα σε αποστόμωσαν, σε δίδαξαν και πάει. Να τους μετράς, ακόμα και τους περαστικούς. Κάτι ήρθαν να αφήσουν κι αυτοί, κάτι να πάρουν από εσένα, να ‘χουν στο δρόμο τους πυξίδα. Ίσως και όχι όμως. Ίσως όλα αυτά παραφαίνονται ρομαντικά και ποιητικά σε μια τόσο ανέραστη εποχή που το παραμικρό δείγμα εκτίμησης, απλόχερης χαράς και ενθουσιασμού, τόσο κυνικά μετατρέπονται σε υπερβολή, ανουσιότητα και φανφάρες άνευ λόγου.

Μην τους ακούς. Ακούς; Πάντα λένε, πάντα φωνάζουν, πάντα κρίνουν και πάντα οι άχαρες επιπλήξεις είναι το φετίχ τους. Είσαι αλλιώς εσύ. Το ξέρεις. Το παιδί μέσα σου το ακούς. Το πονάς και θες όσο γίνεται να το προστατέψεις και να του χαρίσεις χαρές θάλασσες σε μπαλκόνια γεμάτα φίλους και μουσικές μεθυσμένες από αγάπη. Πολλή αγάπη. Και αν δεν εκτιμήσεις τη στιγμή και τους ανθρώπους, ένα χορό τρελό, ή παθιασμένο, ένα φίλημα στο μέτωπο, ή ένα απόκρυφο χάδι, ένα στίχο χαραγμένο στο παγκάκι της πλατείας, το χαμόγελο του αγνώστου και τον πόνο του γνωστού, τότε που πας;

Θα αδιαφορήσεις μια και δυο και σε αυτούς τους τρελούς, άθλιους ρυθμούς αυτής της βασανισμένης πραγματικότητας θα βρεις διέξοδο σε ένα κάρο οθόνες, γεμάτες δακρύβρεχτες, κιτρινισμένες πληροφορίες. Μη μείνεις αγκαζέ με αυτές. Δεν παράγουν αγάπη, ούτε την εκπέμπουν παρέα με την ακτινοβολία τους. Δεν αισθάνονται, δεν έχουν μέσο να σε νιώσουν, δε θα σου μιλήσουν ποτέ αδελφικά, ή έστω ανθρώπινα. Η παρέα σου σε περιμένει… τη ξέχασες;

Είναι τόσο θλιβερό να υποτιμούμε τη μοναδικότητα των ανθρώπων μας, δε συμφωνείτε; Είναι λυπηρό να μετατρέπουμε μονάδες ακατέργαστες και τόσο σπάνιες σε «δεδομένα», σωστά; Είναι κρίμα να μην εκτιμάμε. Μια ξαφνική έκπληξη από το πουθενά, ένα «σ’ αγαπώ» νυσταγμένο, μια κλήση τραγουδιστή εν ώρα συναυλίας, ένα σπάσιμο φωνής, ραγισμένο απ’ την πλήξη, ένα πρόσωπο παγωμένο απ’ το φόβο της μοναξιάς, μια αμφιβολία για το μέλλον με ένα μόνιμο άγχος κοκαλάκι στο κεφάλι, ένα δάκρυ συγκίνησης σε ύφεση κι ένα χαμόγελο πονηρό σε δίεση.

Λίγο καιρό πριν είχαμε πει πως «Κάποτε τα δεδομένα, γίνονται ζητούμενα» και δεδομένος γίνεται ποιος και από ποιόν; Ο όποιος Χ, από ένα «σίγουρο», από έναν «υπεράνω», ή από ένα βολεψάκια Ψ. Από έναν άνθρωπο εν ολίγοις, που δε ξέρει να εκτιμά τις καταστάσεις, άρα κατ’ επέκταση τους ανθρώπους. Θα μάθει όμως. Αναγκαστικά. Αν δε μάθει, δε θα τη βγάλει καθαρή και φυσικά ποτέ δε θα διδαχτεί να εκ-τιμά τον εαυτό του. Εσύ συνέχισε έτσι… Είσαι σε καλό δρόμο, το αισθάνομαι. Κι αν λοξοδρόμησες, άνθρωπος είσαι. Τώρα που πια κατάλαβες, αφού έχασες τα «δεδομένα» σου, τι σημαίνει να εκτιμάς και να πονάς, είσαι σε καλό δρόμο, αλήθεια. Σε τιμάς.

Πηγή