Γράφει ο Δημήτρης Δαβάζογλου, Διευθυντής Ερευνών, ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», Ινστιστούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας (ΙΝΝ)
Πριν μερικές εβδομάδες έτυχε να ακούσω την εκπομπή ενός γνωστού ραδιοφωνικού παραγωγού που περιέγραφε το ταξίδι της επιστροφής του από την Ιταλία. Έλεγε λοιπόν ότι…
έπιασε την κουβέντα με οδηγούς φορτηγών που επέστρεφαν από την Γερμανία και που μετέφεραν τεμαχισμένα φρούτα, ελληνικής προέλευσης, που θα αναμειγνύονταν με γιαούρτι ώστε να παραχθεί το γνωστό σε όλους μας γιαούρτι με φρούτα. Αναρωτιόταν λοιπόν ο δικαίως αγανακτισμένος παρουσιαστής, γιατί εμείς εδώ στην Ελλάδα δεν μπορούμε να τεμαχίζουμε τα φρούτα μας αλλά χρειάζεται να τα στείλουμε στη Γερμανία για να γίνει αυτή η διεργασία.

Η εκπομπή αυτή μου θύμισε ένα περιστατικό που μου έτυχε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όταν, άρτι αφιχθείς εξ Εσπερίας και προσληφθείς στον «Δημόκριτο», κλήθηκα να συμμετάσχω σε μια ημερίδα που διοργάνωναν οι υποψήφιοι διδάκτορες του Πολυτεχνείου που είχε σαν θέμα την υψηλή τεχνολογία. Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του και ο τότε Γενικός Γραμματέας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) με τον οποίο κάποια στιγμή έτυχε να καθόμαστε σε διπλανά καθίσματα και βάλθηκε να μου εξηγεί την πολιτική του: Η υψηλή τεχνολογία στην Ελλάδα, μου είπε, προσφέρει 1.5% στο ΑΕΠ. Αντίθετα η γεωργία προσφέρει 15%. Άρα μια κακή χρονιά για τη γεωργία μπορεί εύκολα να «πάρει πίσω» ότι δίνει η υψηλή τεχνολογία. Γιατί λοιπόν να ενισχύσω την υψηλή τεχνολογία και όχι τη γεωργία;

Του απάντησα με δυο παραδείγματα. Το πρώτο ήταν ότι παλιότερα η φύση μας έδινε πορτοκάλια και ο καταναλωτής αγόραζε τελικά πορτοκάλια. Αντίθετα, σήμερα η φύση μας δίνει πορτοκάλια αλλά τελικά καταναλώνουμε συσκευασμένους χυμούς. Αν λοιπόν δεν έχουμε την τεχνολογία να μαζέψουμε τα φρούτα, να τα κόψουμε, να τα στύψουμε, να τα καταψύξουμε, να τα συσκευάσουμε, κλπ., τότε θα πουλάμε τα πορτοκάλια μας στο Ισραήλ όπου θα γίνονται αυτές οι διεργασίες και θα επανεισάγουμε τον χυμό με εύλογα οικονομικά αποτελέσματα (ανέφερα αυτό το παράδειγμα γιατί την εποχή εκείνη μια γνωστή εταιρία χυμών ακολουθούσε αυτή την πρακτική).

Αυτοί που μιλάνε για εισαγωγή τεχνολογίας μάλλον αγνοούν το βασικό γεγονός ότι η τεχνολογία δεν είναι βασική επιστήμη, άλλα μέθοδος παραγωγής πλούτου που ο καθένας την κρατά αποκλειστικά για τον εαυτό του.
Το δεύτερο παράδειγμα είχε να κάνει με τους υποβαθμισμένους μούστους (ξυδόμουστους όπως τους λέμε στην Κρήτη) όπου για δεκαετίες φεύγουν απ’ το νησί με προορισμό την Ιταλία, για να επιστρέψουν αργότερα σαν Μαρτίνι, Τσιντσάνο, και άλλα «ευγενή» ποτά. Περιττό να αναφέρω ότι για να αγοράσεις ένα μπουκάλι απ’ αυτά τα ποτά χρειάζεται να πουλήσεις τουλάχιστον έναν τόνο ξυδόμουστο. Του είπα σαν πρώτο συμπέρασμα λοιπόν, ότι η απόσταση ανάμεσα στην πρώτη ύλη που μας παρέχει η φύση και στο τελικό προϊόν μεγαλώνει, και όσο περνάνε τα χρόνια θα μεγαλώνει περισσότερο. Το ενδιάμεσο κενό γεμίζει με ανθρώπινη διάνοια, τη λεγόμενη «προστιθέμενη αξία». Αν λοιπόν δεν αναπτύξεις την ικανότητά σου για παραγωγή προστιθέμενης αξίας σήμερα, δεν αναπτύξεις δηλαδή την τεχνολογία σου, αυτό το 15% θα μειώνεται διαρκώς και θα φτάσει σύντομα περίπου στο μηδέν. Αυτό, συνέχισα, το βλέπουμε να συμβαίνει στην Αφρική, όπου ενώ υπάρχουν τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών (από πετρέλαιο και ουράνιο μέχρι χρυσός και διαμάντια), οι δύστυχοι Αφρικανοί πεθαίνουν από την πείνα, ακριβώς γιατί δεν έχουν την τεχνογνωσία να εκμεταλλευτούν τις πρώτες ύλες που τους παρέχει η φύση.

Και, συνέχισα με το δεύτερο συμπέρασμα: η τεχνολογία πρέπει να αναπτυχθεί τοπικά και σύμφωνα με τις ανάγκες μας. Αυτοί που μιλάνε για εισαγωγή τεχνολογίας μάλλον αγνοούν το βασικό γεγονός ότι η τεχνολογία δεν είναι βασική επιστήμη, άλλα μέθοδος παραγωγής πλούτου που ο καθένας την κρατά αποκλειστικά για τον εαυτό του. Μην περιμένεις, π.χ, να μας πουν οι Ιταλοί πως μετατρέπουν τον ξυδόμουστο σε Μαρτίνι, γιατί δεν είναι και τόσο ανόητοι.

Παρά τα παραπάνω επιχειρήματα και προβλέψεις που όπως αποδεικνύεται σήμερα βγήκαν σωστές (δυστυχώς), ο ΓΓΕΤ δεν πείστηκε. Και τι προσφέρει ο «Δημόκριτος» σήμερα;, μου απάντησε. Ο Δημόκριτος ξοδεύει 12 εκ. τον χρόνο1. Πού είναι τα αποτελέσματα; Νέος τότε και ανενημέρωτος ακόμα δεν του ήξερα να του αναφέρω την προσφορά του «Δημόκριτου» που σίγουρα τότε ξεπερνούσε τα 12 εκ. (σήμερα προσφέρει στο ΑΕΠ πολλές φορές αυτό το ποσό), ούτε τόλμησα να του πω ότι χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο από την πολιτεία (πολιτική δηλαδή χαραγμένη από τον ίδιο) δεν θα έπρεπε να περιμένει κανείς πολλά. Αλλά ακόμα και στη χειρότερη περίπτωση, αν υποθέσουμε μηδενική προσφορά σήμερα, η ύπαρξη του «Δημόκριτου» και των άλλων ερευνητικών «νησίδων» στην χώρα διατηρεί τουλάχιστον την ελπίδα να αναπτυχθούμε αύριο. Για την ιστορία, η «Ολυμπιακή» τότε κόστιζε 2 εκ. την ημέρα, δηλ. το ετήσιο κόστος του «Δημόκριτου» ήταν το κόστος συντήρησης της Ολυμπιακής για 6 μέρες, αλλά βλέπεις ενώ η φουκαριάρα η έρευνα εξασφαλίζει το μέλλον του Έθνους, τα ρουσφέτια εξασφαλίζουν το παρόν των πολιτικών μας, οπότε δεν υπάρχει θέμα…

Θυμάμαι ότι στενοχωρήθηκα απ’ όλη αυτή την κουβέντα και η στενοχώρια μου δεν οφείλονταν στην τόσο μεγάλη ποσότητα ανοησίας που συναντούσα συγκεντρωμένη σ’ έναν μόνο άνθρωπο. Από Θεού είναι και οι έξυπνοι, από Θεού και οι ανόητοι και τον Θεό δεν μπορούμε να τον κρίνουμε. Εκείνο που με στεναχώρησε και με εξέπληξε πάνω απ’ όλα ήταν η επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου η οποία έγινε είτε από τον Υπουργό Ανάπτυξης ή απ’ τον Πρωθυπουργό που, όντες οι ανώτεροι μάνατζερ του Κράτους, υποτίθεται ότι προηγούνται πνευματικά ημών των υπολοίπων κοινών πολιτών. Ε, που να πάρει η οργή, όντας ανώτερος πνευματικά, δε βάζεις επικεφαλής της υψηλής τεχνολογίας κάποιον ο οποίος δεν πιστεύει σ’ αυτή, για τον ίδιο λόγο που δεν βάζεις πρόεδρο του Παναθηναϊκού τον… Τάκαρο τον Τσουκαλά2.

Πηγή