Η Τουρκία έχει δει τέσσερις κυβερνήσεις να ανατρέπονται από το στρατό…
τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες με την πιο πρόσφατη τη δεκαετία του ’90. Μέχρι την 15η Ιουλίου ένα ακόμη πραξικόπημα θεωρούνταν απίθανο, γράφει ο Economist. Πολλοί Τούρκοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι κατηγορούσαν τον Ερντογάν για τις προσπάθειές του να διαμορφώσει την κοινωνία με βάση τις μουσουλμανικές αρχές και να απλώσει την κυριαρχία του και στο στρατό, αλλά λίγοι πίστευαν ότι μπορεί ένα πραξικόπημα εναντίον του να είναι επιτυχημένο.

Ο Ενρτογάν έχει κερδίσει όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 2002 και διατηρεί την υποστήριξη μεγάλου τμήματος του εκλεκτορικού σώματος, εξαιτίας μιας δεκαετούς οικονομικής ανάπτυξης. Ακόμη και οι πιο φανατικοί εχθροί του, τον θεωρούν λιγότερο σατανικό από την κυριαρχία των στρατιωτικών. Όπως έγραψε στο twitter ένας Τούρκος δημοσιογράφος στις 15 Ιουλίου «η χειρότερη μορφή δημοκρατίας είναι καλύτερη από ένα πραξικόπημα».

Το πραξικόπημα αντιμετωπίστηκε μέσα σε διάστημα λίγων ωρών, ανάμεσα σε μαζικές κινητοποιήσεις υποστηρικτών της δημοκρατίας. Τουλάχιστον 265 άνθρωποι σκοτώθηκαν σύμφωνα με επίσημες πηγές. Ο Ερντογάν αναδείχθηκε από τα επεισόδια πιο ισχυρός από ποτέ. Ο στόχος που έχει θέσει εδώ και καιρό για αλλαγές στο Σύνταγμα, για να ενισχυθούν οι αρμοδιότητές του ίσως ήρθε η ώρα να τεθούν σε εφαρμογή.

Ο Τούρκος πρόεδρος παίζει αριστοτεχνικά, ταυτόχρονα, το παιχνίδι του νικητή και του θύματος, ένας άνθρωπος που έκανε την παλιά φρουρά του κοσμικού κράτους να υποκλιθεί στη δύναμή του και έδωσε φωνή στους συντηρητικούς της χώρας και στο εξωτερικό. Για τον Ερντογάν ο κόσμος διαιρείται σε δύο ομάδες, από τη μία οι ψηφοφόροι του και από την άλλη οι εχθροί, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών του αντιπάλων, τις δυτικές δυνάμεις που ζηλεύουν την πρόοδο της χώρας και το ισλαμιστικό κίνημα του Γκιουλέν που δρα υπογείως.

Στα μάτια των υποστηρικτών του, το πραξικόπημα έδειξε ότι ο Ερντογάν είχε δίκιο, τώρα μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει την λαϊκή εντολή για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την εξουσία του και να «καθαρίσει» τα εναπομείναντα κέντρα που ασκούν αντιπολίτευση.

Ο στρατός θα είναι ο πρώτος στόχος. Οι περισσότεροι Τούρκοι ανακουφίστηκαν από τις εξελίξεις και από το γεγονός ότι ο στρατός δεν αποτελεί πλέον μία εναλλακτική επιλογή όπως συνέβαινε στο παρελθόν και ότι το πραξικόπημα είχε την υποστήριξη μόνο μέρους του στρατού.

«Αυτό δεν ήταν ένα πραξικόπημα που έγινε θεσμικά από τον στρατό» λέει ο Gareth Jenkins, ειδικός σε θέματα ασφαλείας. Ο Akin Unver, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Kadir Has το αποκαλεί περισσότερο ως ανταρσία. Αλλά ακόμη κι έτσι οι σχεδιαστές του, ανέπτυξαν μεγάλες δυνάμεις στρατιωτών και αρμάτων τόσο στην Κωνσταντινούπολη, όσο και στην Άγκυρα όπου βομβάρδισαν με αεροπλάνα και το τουρκικό κοινοβούλιο. Περισσότεροι από 2.800 στρατιωτικοί, συμπεριλαμβανομένων και στρατηγών έχουν συλληφθεί.

Ακόμη ένας στόχος θα είναι το κίνημα του Γκιουλέν, μία μουσουλμανική σέχτα της οποίας ηγείται ο Γκιουλέν, ένας πρώην σύμμαχος του Ερντογάν, που συγκρούστηκε μαζί του το 2013. Αμέσως η κυβέρνηση Ερντογάν κατηγόρησε το κίνημα του Γκιουλέν, ως υπαίτιο για την προσπάθεια ανατροπής της κυβέρνησης. «Η προσπάθεια για πραξικόπημα έχει παντού τα δακτυλικά αποτυπώματα των Γκιουλενιστών» είπε Τούρκος αξιωματούχος, τονίζοντας ότι υπήρξαν επικοινωνίες ανάμεσα σε ηγετικά στελέχη του κινήματος και τους πραξικοπηματίες. Η κυβέρνηση νωρίτερα μέσα στο έτος είχε χαρακτηρίσει το κίνημα τρομοκρατικό και δόθηκε η εντολή να ερευνηθεί οποίος είχε και την παραμικρή σχέση μαζί του. Στις 16 Ιουλίου ο πρωθυπουργός Γιλντιρίμ απαίτησε από τις ΗΠΑ να εκδώσουν στην Τουρκία τον Γκιουλέν, ο οποίος ζει στην Πενσιλβάνια. «Όποια χώρα στηρίζει αυτόν τον άνθρωπο δεν είναι φίλη της Τουρκίας» προειδοποίησε.

Στο κοινοβούλιο ο Ερντογάν έχει μεγάλη ιστορία υποτίμησης των πολιτικών του αντιπάλων. Το περασμένο καλοκαίρι απάντησε με μαζική μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων στην νοτιοανατολική χώρα για να αντιμετωπίσει την εξέγερση που σχετίζεται με το απαγορευμένο κουρδικό κόμμα PKK, πυροδοτώντας την ένταση και δημιουργώντας το σκηνικό για να συνδέσει ακόμη και μετριοπαθείς Κούρδους βουλευτές με την τρομοκρατία.

Από τότε, ξεκίνησε την προσπάθεια και κατάφερε να άρει τη βουλευτική τους ασυλία και κάποιοι αντιμετωπίζουν ήδη κατηγορίες. Οι επιθέσεις από το PKK και το Ισλαμικό Κράτος, που η Τουρκία μάχεται στη Συρία, έχει νομιμοποιήσει την κυβέρνηση να καταστείλει πολλές ανεξάρτητες φωνές στα τουρκικά media και την ελευθερία του λόγου. Οι βασικές ανεξάρτητες εφημερίδες και τα τηλεοπτικά δίκτυα έχουν «καταληφθεί» από φιλοκυβερνητικές διοικήσεις.

Οι Εισαγγελείς έχουν ανοίξει, από το 2014, τουλάχιστον 2.000 υποθέσεις κατά πολιτών που κατηγορούνται ότι έχουν προσβάλει τον πρόεδρο. Μετά το πραξικόπημα είναι πιθανό αυτές οι διώξεις να ενισχυθούν.

Το πιο προβληματικό στοιχείο είναι ότι πραξικόπημα μπορεί να είναι μία ευκαιρία για τον Ερντογάν να εξαλείψει ότι απομένει ανεξάρτητο στην τουρκική Δικαιοσύνη. Αμέσως, στις 16 Ιουλίου η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι 2.700 δικαστές έχουν τεθεί σε διαθεσιμότητα. Οι αρχές ανακοίνωσαν ότι δύο μέλη του Συνταγματικού δικαστηρίου κρατούνται.

Η ειρωνεία είναι, συμπληρώνει ο Economist, ότι το πραξικόπημα αποκάλυψε πόσο μικρή είναι η απειλή που αντιμετωπίζει ο Ερντογάν. Ουσιαστικά όλη η πολιτική τάξη της χώρας, όπως επίσης και η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, οι οπαδοί του Ερντογάν και οι αντίπαλοί του μίλησαν κατά του πραξικοπήματος. Αυτά είναι τα καλά νέα. Τα άσχημα νέα είναι ότι το αίσθημα ενότητας που εμφανίζεται σήμερα στην χώρα, μπορεί να χαθεί αύριο μέσα στις φωνές που θα ζητούν εκδίκηση. Την επόμενη μέρα του πραξικοπήματος, μία ομάδα ανδρών, με τουρκικές σημαίες στα χέρια έκαναν πορεία στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, ζητώντας εκτελέσεις. Φωτογραφίες και βίντεο από την επόμενη μέρα του πραξικοπήματος έδειξαν τους διαδηλωτές να μαστιγώνουν και να δέρνουν στρατιώτες σε γέφυρα της Πόλης.

Για τον κ. Ερντογάν το αποτυχημένο πραξικόπημα είναι μία χρυσή ευκαιρία να θεραπεύσει μία βαθιά διαιρεμένη κοινωνία. Το παρελθόν όμως, υποδεικνύει ότι η αντίδραση του προέδρου θα έχει ως στόχο τη βίαιη καταστολή. Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 15ης Ιουλίου οι Τούρκοι ανεξαρτήτως κόμματος κατάφεραν να προστατεύσουν τη δημοκρατία στη χώρα τους. Τώρα η προστασία  της εύθραυστης δημοκρατίας, για την οποία πέθαναν δεκάδες πολίτες, εναπόκειται στα ολοένα και πιο αναξιόπιστα χέρια του Ερντογάν.