Στις 8:30; Στις 8:30. Στις 7:30; Στις 7:30. Στις 6; Γιατί όχι; Ό,τι ώρα αποφασίσει η Ισαβέλλα πως ξεκινά μια καινούργια, υπέροχη μέρα, εμείς… ακολουθούμε. Να λες «πάλι καλά» που δεν το αποφασίζει κατά τις 4, σαν κάτι άλλα μωρά-αρχηγούς που ακούω.
Αποφασίζει τι θα βγάλει η κατσαρόλα.

Εκεί που ακολουθούσαμε ήσυχοι – ήσυχοι τις κουλές διατροφές μας, ο σύζυγος με τη χορτοφαγία του και τους σπόρους chia και εγώ με τα αθέρμιδα noodles και τα κοτόπουλα με φυστικοβούτυρο, ξαφνικά η Ισαβέλλα μεγάλωσε και το φαγητό της πια δεν βγαίνει μέσα από ένα μπλέντερ. Το τι μοσχαράκια κοκκινιστά, τι κοτόπουλα λεμονάτα με πατάτες, τι μακαρόνια με κιμά και τι γιουβαρλάκια έχω μάθει να φτιάχνω, ντρέπομαι να το ομολογήσω στον παλιό, new age εαυτό μου.
Διαλέγει που θα πάμε το Σαββατοκύριακο.

Εντάξει, αυτό δεν είναι αλήθεια, όπως έχω πει στο παρελθόν, το μωρό είναι portable και μπορεί κανείς να το παίρνει οπουδήποτε θέλει να πάει. Αλλά γιατί ένας έχων σώας τας φρένας άνθρωπος να επιλέξει να πάει κάπου που το μωρό θα βαριέται/ καταπιέζεται/ζεσταίνεται/κρυώνει και ως εκ τούτου θα γκρινιάζει non stop ενώ μπορεί κάλλιστα να το πάρει και να το πάει σε ένα καταπληκτικό, δροσερό, σκιερό μέρος ειδικά διαμορφωμένο για παιδιά; Ναι, ΟΚ, το παραδέχομαι. Συχνάζω σε παιδότοπους. Εκεί με έριξε η ζωή. Μη με κρίνεις.
Ελέγχει το στερεοφωνικό του σπιτιού.

Καμιά φορά, αν αισθάνεται γενναιόδωρη, μας αφήνει να επιλέξουμε ανάμεσα σε ελληνικά ή ξένα παιδικά τραγουδάκια. Ο μόνος λόγος που δεν γράφω «ελέγχει την τηλεόραση, το tablet, το στερεοφωνικό και κάθε ηλεκτρονική συσκευή του σπιτιού» είναι γιατί προς το παρόν η τηλεόραση και το tablet απαγορεύονται. Αλλά ας τα ξαναπούμε σε ένα χρόνο.


Κηρύσσει τις ώρες κοινής ησυχίας.

Είμαι έτοιμη να πάω να χτυπήσω έξαλλη το κουδούνι στους από πάνω που μετακινούν έπιπλα την ώρα που το παιδί μου παίρνει τον μεσημεριανό υπνάκο του. Μέχρι που κοιτάω το ρολόι και είναι, ας πούμε, 11:30.


Κηρύσσει τις ώρες κοινής φασαρίας.

Πάω στοίχημα ότι υπάρχουν καμιά δεκαριά γείτονες που θέλουν έξαλλοι να μου χτυπήσουν το κουδούνι την ώρα που η Ισαβέλλα μπήγει εκείνη την γλυκιά, παρατεταμένη τσιρίδα – και τα παράθυρα είναι ορθάνοιχτα.
Αποφασίζει αν το βράδυ θα δούμε ταινία ή όχι.

Την ώρα που βγάζεις ζεστά – ζεστά τα ποπ κόρν από τα μικροκύματα και ετοιμάζεσαι να πατήσεις το play… το φωτάκι του babyphone ανάβει.
Έχει άποψη για την γκαρνταρόμπα μας.

Δεν είναι λίγες οι φορές που μας έχει αναγκάσει να αλλάξουμε ρούχα ενώ είμαστε στην πόρτα. Αρκεί ένας ωραιότατος λεκές από γάλα, ξέρεις, απ’ τους καλούς, που μοιάζει με γιαούρτι και μυρίζει σαν τυρί.
Τα τηλεφωνήματα επιτρέπονται με μέτρο

Αν εκνευριστεί γιατί μιλάω πολλή ώρα και δεν της δίνω σημασία, ας πούμε απλά πως έχει τον τρόπο να με αναγκάσει να το κλείσω με συνοπτικές διαδικασίες.
Τα παιχνίδια της έχουν κυριεύσει το σπίτι

Κατ’ αρχήν το μισό σαλόνι είναι στρωμένο με αυτά τα πολύχρωμα αφρολέξ. Και η αυλή θυμίζει έντονα υπαίθριο παιδότοπο. Αλλά να ήταν μόνο αυτό; Στο κρεβάτι μου ζει μια πολική αρκούδα, στην μπανιέρα ένας πιγκουίνος και μια γοργόνα, επάνω στο ψυγείο ένα σκυλάκι, στο φωτιστικό μια ζέβρα. Γενικά, όλα τα ζώα έχουν «το σπιτάκι τους» εδω μέσα, εκτός από εμάς, που δεν έχουμε πια σπιτάκι.