Γολά και Ραβοστίβα, είναι δύο πανέμορφα χωριά της Θεσπρωτίας, με πολλούς ξενιτεμένους! Η Γολά είχε πληθυσμό, ασχολούμενο με την…
κτηνοτροφία, το 1971 175 κατοίκους, το 1981, 93 και το 2001, 74 κατοίκους, ενώ σήμερα έχει λιγότερους. Η Ραβοστίβα αποτελεί συνοικισμό της Γολά. Ένα λογοτεχνικό κείμενο, που περιγράφει τη μετανάστευση στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και δημοσιεύθηκε πριν τρία περίπου χρόνια στη γνωστή ιστοσελίδα “Protagon”, εξηγεί και τα αίτια του ξενητεμού των κατοίκων, με φυσικό επακόλουθο την ερήμωση των χωριών.

“Με πέντε στρέμματα χωράφι και οικογένεια με τρία παιδιά, δύσκολα να τα έβγαζες πέρα, όσο δουλευτάρης κι αν ήσουν. Έκανε βέβαια και λίγα μεροκάματα, στη διάνοιξη του δρόμου για τα Γιάννενα, κι όπου αλλού εύρισκε, αλλά πάλι δύσκολα τα έφερναν βόλτα. Άρχισε να του μπαίνει η ιδέα να φύγει για τα ξένα.

Είχε όμως κακό προηγούμενο, ο πατέρας του είχε φύγει το 1933 για την πόλη και γύρισε το 1958 χωρίς να κάνει προκοπή. Δεκατριών χρονών τον είχε αφήσει και τον βρήκε με δυο παιδιά όταν γύρισε. Αλλά πάλι σκεφτόταν ότι αυτός δεν του μοιάζει, είναι εργατικός και οικονόμος με λίγα χρόνια στην ξενιτιά θα μπορέσει να ξεφύγει από τη φτώχεια. Αλλά πού να αφήκεις τη γυναίκα μοναχή της με τρία παιδιά και χωρίς έναν συγγενή στο καινούργιο χωριό; του φαίνονταν κι αυτό δύσκολο.

Ένα Σαββατόβραδο εκεί που κάθονταν στο τζάκι και σκάλιζε τη φωτιά με το μασιά είχε πάρει την απόφασή του και της είπε: «αύριο θα πάω στη Ραβοστίβα να φέρω τη μάνα σου, θα κάτσει με σένα, αφού δεν έχει κανέναν στο χωριό». Σηκώθηκε χαράματα, ήπιε γρήγορα το καφέ, σαμάρωσε τη φοράδα, καβαλίκεψε κι έφυγε για τη Ραβοστίβα. Όταν έφτασε στο χωριό χτύπαγε η καμπάνα κι η πεθερά ετοιμάζονταν να πάει στην εκκλησιά. Όταν τον είδε ανησύχησε και κοντοστάθηκε στην αυλόπορτα.

Αυτός ξεκαβαλίκεψε, σκάλωσε το καπίστρι στη σκαμνιά, την καλημέρισε και μπήκε στο μαγειρειό και ακούμπησε στο σκαμνί. «Μη πας σήμερα εκκλησιά», της είπε. «Εγώ αποφάσισα να φύγω για τη Γερμανία και θέλω να ‘ρθεις στο Πιτσάρι να κάτσεις με την κοπέλα σου. Έτσι κι αλλιώς εδώ δεν έχεις κανέναν, γιατί να ‘σαι κι εσύ μοναχή και η κοπέλα σου;». Αυτή δεν μίλησε καθόλου, την έπιασε ένας κόμπος στον λαιμό και άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυα.

Αφού πέρασαν 2-3 λεπτά χωρίς να μιλήσει κανένας, τον ακούμπησε στο γόνατο και του ‘πε: «Πού να το αφήκω το σπίτι, παιδάκι μου; Εγώ, εδώ μεγάλωσα και τα τρία τα παιδιά μου, χήρα από 27 χρονών». «Δεν παθαίνουν οι πέτρες τίποτα», της είπε. Πρόσφατα είχε εγκαταλείψει κι αυτός το πατρικό κι είχε πάρει μια πρώτη γεύση από ξεσπίτωμα. Μάζεψε τα χρειαζούμενα σε δυο σακιά, τα φόρτωσαν στη φοράδα, έκλεισε την πόρτα με τον σύρτη και μια κλειδαριά που ‘χε και κατέβηκε στην αδερφή της να της αφήσει το κλειδί. Δεν της είπε καθόλου πόσο καιρό θα λείπει, «θα πάω στην Κατέρω, να κοιτάς το σπίτι και τις κότες, μέχρι να γυρίσω».

Ο γυρισμός πήρε τελικά είκοσι χρόνια και δεν ήταν ζωντανός. Σ’ όλο τον δρόμο δεν άλλαξαν κουβέντα, αυτός μπροστά τράβαγε τη φοράδα κι αυτή ακολουθούσε κλαίγοντας βουβά, στον περισσότερο δρόμο. Μόνο όταν πέρναγε από τ’ άλλα τα χωριά σκουπιζόταν για να μη φαίνεται ότι έκλαιγε. Έφτασαν στο Πιτσάρι αργά το μεσημέρι, αυτός ξεφόρτωσε τη φοράδα κι αυτή μπήκε στο σπίτι και πήρε αγκαλιά το νεογέννητο που ήταν στη σαρμανίτσα αφάσκιωτο. Την κοπέλα της δεν τη χαιρέτησε καθόλου, τη θεωρούσε «υπεύθυνη» για το ξεσπίτωμά της. Την άλλη μέρα κίνησε για τη Νομαρχία στην Ηγουμενίτσα. Άρχιζε ο Γολγοθάς της γραφειοκρατίας. To να πουλήσεις τα εργατικά σου χέρια στις βιομηχανίες της Δύσης, είχε περισσότερες δυσκολίες εδώ, παρά εκεί που θα πήγαινες. Επιτροπές, βουλευτικά γραφεία, κομματικοί παράγοντες, έπρεπε όλοι να συνηγορήσουν για να μπορέσει το «όνειρο» να γίνει πραγματικότητα.

Το «όνειρο» κράτησε 15 χρόνια, ξεκίνησε τον Φλεβάρη του 61 μέσα στον «KOLOKOTRONI» και τελείωσε το Καλοκαίρι του ‘76″.

Πηγή