Συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή
Πάνε περίπου δεκαπέντε χρόνια από την προηγούμενη φορά που τον είχα συναντήσει. Ο κ. Δημήτρης Μαρωνίτης, πρόεδρος τότε του…
Τμήματος Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Α.Π.Θ., προκαλούσε σε όλους μας, φοιτητές και καθηγητές, αισθήματα δέους. Ακόμα και σήμερα, γράφοντας αυτές τις αράδες τον φαντάζομαι να ελέγχει τη στίξη μου. Ακόμα και σήμερα, τον θεωρώ δάσκαλό μου και ζητάω να μάθω από αυτόν με αφορμή τη μετάφρασή του της Ιλιάδας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα και τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ενδογλωσσικής Μετάφρασης. Σύντομα, μάλιστα, θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε επί σκηνής την Ιλιάδα στη συγκεκριμένη μετάφραση και σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού (4-8 Ιουνίου 2013, Πειραιώς 260, Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου).

Κύριε Μαρωνίτη, πρώτη φορά στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο θα παρουσιαστεί ολόκληρη η Ιλιάδα, σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού και με βάση τη μετάφρασή σας. Έχετε ήδη δει κάποιο μέρος της δουλειάς;

Έχω δει δύο πρόβες, θα δω ξανά στον καινούργιο χώρο, όπου θα παιχτεί. Ομολογώ ότι έχω ενθουσιαστεί με τη ζωντάνια της δουλειάς αυτής και με την αθωότητά της, γιατί ο Λιβαθινός δουλεύει με πολύ νέα παιδιά κατά βάση. Μ’ έχει συγκινήσει πάρα πολύ η πρόταση καταρχήν του Στάθη του Λιβαθινού, ο ενθουσιασμός των παιδιών – η αφοσίωσή τους απερίγραπτη στον λόγο τον ίδιο και στον τρόπο που τον εκφέρω. Κι ένα στοιχείο που προσωπικά τουλάχιστον θεωρώ ότι είναι σωτήριο για τέτοιου είδους κείμενα, όταν κανείς τα ανεβάζει στο θέατρο. Τι εννοώ; Τα έπη αυτά ουσιαστικά, ασχέτως αν έχουν γραφεί ή αν έχουν συντεθεί και με τη βοήθεια της γραφής, λειτουργούσαν τότε ως ακροαματικός λόγος, θεατός κατά κάποιον τρόπο ακροαματικός λόγος στα Παναθήναια και σε άλλες γιορτές, σε διάφορες περιοχές. Το καλό με τη δουλειά που κάνει τώρα ο Στάθης είναι το πόσο καθαρά, ευκρινώς, και θα έλεγα –με την καλή σημασία– δυνατά ακούγεται ο ομηρικός λόγος από τα νέα αυτά παιδιά. Όχι ψιθυρίσματα εσωτερικότητας και τα λοιπά. Μια καλώς εννοούμενη εξωστρέφεια ακροαματική, που εδώ βγαίνει και που μ’ έχει ενθουσιάσει. Είχε προηγηθεί και είχε μεγάλη επιτυχία, με είχε συγκινήσει πάρα πολύ, αυτό που έγινε πριν από δύο χρόνια στο Εθνικό Θέατρο με τις απαγγελίες γυναικών ηθοποιών, εξαιρετικών. Ακούστηκε όλη η Ιλιάδα χωρίς διακοπές μπροστά σε ένα πραγματικά συγκινητικό ακροατήριο, πέρα από το ότι ήταν πολύ πυκνό – απρόβλεπτο, θα έλεγα, ακροατήριο, πάντως όχι συμβατικό, και στο σύνολό της η εκδήλωση αυτή έδειχνε ότι κάτι τρέχει με το έπος αυτό.

Να επισημάνουμε όμως ότι τότε είχαμε μία ραψωδία κάθε Πέμπτη. Ενώ τώρα θα έχουμε όλη την Ιλιάδα σε μία παράσταση.

Ναι, αυτό είναι το επίμαχο ή το δύσκολο εγχείρημα του Στάθη. Βέβαια, το να παρουσιαστεί επί σκηνής το έπος ολόκληρο δεν είναι δυνατόν. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι πρόκειται για μια σχετικά μακράς διαρκείας παράσταση, γύρω στις 4-4,5 ώρες –δε με πειράζει καθόλου, το γουστάρω αυτό– γουστάρω δηλαδή με αυτό το έπος να καθίσει κανείς και ή να βαρεθεί ή πραγματικά να συγκινηθεί και να του μείνει στη ζωή του εφεξής η αίσθηση αυτή, μένοντας καθηλωμένος 4,5 ώρες μ’ ένα μικρό διάλειμμα. Χαίρομαι που έγινε το πράγμα αυτό.

Πάνω στη δουλειά της μετάφρασης, τώρα, ποια ήταν η μεγαλύτερη αγωνία σας στην Οδύσσεια και ποια στην Ιλιάδα;

Έχει αξία αυτή η αντίστροφη ανάβαση από την Οδύσσεια στην Ιλιάδα, στη βάση την αποδεδειγμένη κατά την αντίληψή μου, ως μελετητή της Οδύσσειας και της Ιλιάδας, ότι το έπος της Οδύσσειας, ας πούμε και ο ποιητής της Οδύσσειας, μάλλον διαφορετικός από τον ποιητή της Ιλιάδας, μαθητεύει στην Ιλιάδα και στον ποιητή της Ιλιάδας συνθέτοντας το δικό του ποίημα. Έτσι δημιουργείται αυτό το μοντέλο που λέω εγώ, από τον μαθητή στον δάσκαλο και όχι αντιστρόφως, από τον δάσκαλο στον μαθητή. Αυτό όπως ξέρεις, εξάλλου, ήταν και ο τρόπος διδασκαλίας μου όλα τα χρόνια στο πανεπιστήμιο, και προσπαθώ ακόμη και στα γραπτά μου κείμενα να υποδεικνύω ότι αυτή είναι η μέθοδος που εμένα προσωπικά τουλάχιστον και μ’ ερεθίζει και μ’ ενδιαφέρει, και νομίζω πως είναι γόνιμη και ωφέλιμη.

Υπάρχουν απαντητικά στοιχεία αυτής της μαθητείας της Οδύσσειας στην Ιλιάδα; Υπάρχουν πολλά, δεν είναι της ώρας να τα συζητήσουμε, αλλά υπάρχουν στοιχεία –ας το πω έτσι– ανταπόκρισης και θετικά και αντιθετικά, και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον. Η Ιλιάδα είναι ένα πολεμικό κατά βάση έπος. Πώς παρουσιάζει τον πόλεμο είναι ένα άλλο θέμα, και πολύ σοβαρό. Η Οδύσσεια είναι ένα κατά βάση μεταπολεμικό έπος, που μοιάζει να συνεχίζει και να σχολιάζει τα παρεπόμενα του ιλιαδικού πολέμου. Αν η Ιλιάδα είναι ένα επιθετικό έπος, κατά κάποιον τρόπο –ή, αν θέλεις, επιδρομικό έπος– η Οδύσσεια είναι και στην κατασκευή της ακόμη ένα αναδρομικό έπος, ένα έπος πια όχι εκστρατείας, όπως η Ιλιάδα, αλλά ένα έπος νόστου, επιστροφής, επομένως εδώ έχουμε αυτά τα συγγενικά και μαζί αντιθετικά δίδυμα για τα οποία μιλώ.

Σε ποιο επίπεδο φαίνεται αυτό;

Φαίνεται σε πολλά επίπεδα. Φαίνεται στο πώς χρησιμοποιεί ή δε χρησιμοποιεί ο ποιητής της Οδύσσειας στοιχεία μύθου από την Ιλιάδα, ή συμπληρώνει στοιχεία μύθου, τα οποία τα αφήνει μετέωρα η Ιλιάδα, όπως είναι λόγου χάρη η τύχη του Αχιλλέα. Και ο θάνατος του Αχιλλέα και η ταφή του Αχιλλέα στην Οδύσσεια υπάρχει, ενώ στην Ιλιάδα δεν υπάρχει – κι εδώ είναι το σκάνδαλο το μεγάλο της Ιλιάδας, που δεν καταδέχεται θα ’λεγε κανείς να συμπεριλάβει και τον θάνατο του πρώτου ήρωά της. Αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Έχουμε, λοιπόν, τέτοιου είδους καταρχήν προσαρμογές και μαζί αντιστροφές ή συμπληρώματα.

Εσείς, μεταφράζοντας και το ένα έπος και το άλλο, σε ποιο νιώσατε την ψυχή σας πιο κοντά;

Τα δύο έπη που, επαναλαμβάνω, έχουν πολλές ομοιότητες θετικές και αντιθετικές, και σε θέματα μυθοπλασίας και σε θέματα τέχνης και τεχνικής, έχουν και κάποιου είδους ριζικές διαφορές στον τόνο και στον τρόπο τους. Δύο από αυτές θα τις υπογραμμίσω, γιατί ήταν αυτές κυρίως που με ερέθισαν εμένα καθ’ οδόν κι ήταν αυτές που έπρεπε να χωνευτούν για να φανεί η ανάκλασή τους – και μες στη μετάφρασή μου επιχειρούσα, εάν δεν ήθελα η μετάφραση της Ιλιάδας να είναι κατά κάποιον τρόπο ένα αντίγραφο της μετάφρασης της Οδύσσειας. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος από κάποια άποψη πιο γοητευτικό, πιο πιασάρικο, με τα παραμυθικά του στοιχεία, με τα αφηγηματικά του κόλπα. Σε γοητεύει να το ακούς, να το σκέφτεσαι, ακόμα και να το παριστάνεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο – και εικαστικά, η έκθεση που έχει κάνει ο Κοκκινίδης τα τελευταία χρόνια έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Σε αντίθεση με αυτόν τον γοητευτικό, πιασάρικο τόνο και τρόπο της Οδύσσειας, τουλάχιστον στην επιφάνεια, γιατί από κάτω τρέχει αρκετή μελαγχολία και απαισιοδοξία και στην Οδύσσεια –απλώς θέλει λίγο σκάψιμο το πράγμα–, η Ιλιάδα είναι ένα καταρχήν ακατάδεκτο έπος, δεν καταδέχεται με τίποτε να δελεάσει τον ακροατή της ή και τον αναγνώστη της με ένα είδος γοητείας και στον αφηγηματικό της τρόπο και στη μυθοπλασία της και στη δραματοποίησή της. Αυτό σημαίνει λίγο-πολύ ότι ισχύει μία ορολογία που τη χρησιμοποιώ και στον πρόλογο και στο επίμετρο της μετάφρασης. Ενώ η Οδύσσεια είναι ένα έπος που το υποδεχόμαστε από κάποια απόσταση, ας πούμε ένα έπος που το προσλαμβάνουμε εξ ακοής, η Ιλιάδα με αυτό που είναι ή την προσλαμβάνουμε εξ επαφής, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει η επαφή με ένα κείμενο που μπορεί να είναι συγκλονιστική, να ανατρέπει πάρα πολλά πράγματα μες στο μυαλό, και στο σώμα ακόμη, η Ιλιάδα το μόνο που δέχεται είναι αυτή η πρόσληψη εξ επαφής. Όποιος την τολμήσει, ανταμείβεται. Όποιος δεν την τολμήσει, μένει έξω ή τον σπρώχνει έξω από τον χώρο της η Ιλιάδα.

Και τι χάνει αυτός που θα μείνει έξω;

Εγώ καθώς προχώρησα από τη γοητεία της Οδύσσειας σε αυτόν τον χαρακτήρα τον περήφανο και τον πιο απαιτητικό της Ιλιάδας, στην αρχή θα έλεγα τρόμαξα. Έτσι κι αλλιώς, η απόφασή μου ήταν να βρω και σε επίπεδο ύφους και σε επίπεδο ήθους έναν διαφορετικό μεταφραστικό κώδικα από κείνον που χρησιμοποίησα στην Οδύσσεια – με βασάνισε αυτό το πράγμα. Πιστεύω ότι εν μέρει τουλάχιστον το πέτυχα, φαίνεται: δεν μοιάζει ο μεταφραστικός λόγος της Ιλιάδας να αποτυπώνει τον μεταφραστικό λόγο της Οδύσσειας. Γενικότερα, θα έλεγα με έχει επηρεάσει και στη ζωή μου στα ώριμα χρόνια μου.

Με ποιον τρόπο;

Μ’ έχει πολύ βαθύτερα επηρεάσει η Ιλιάδα απ’ ό,τι η Οδύσσεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμερίζω στη συνείδησή μου ό,τι έχω κερδίσει από την Οδύσσεια και κυρίως ό,τι έχω αποτυπώσει σ’ ένα βιβλίο που νομίζω ότι ίσως να μείνει και για κάποια χρόνια – οι ξένοι έχουν υπογραμμίσει τη σημασία του πάρα πολύ: Αναζήτηση και νόστος του Οδυσσέα – Η διαλεκτική της Οδύσσειας (Κέδρος, 1991). Επομένως, μοιάζει να έχω λίγο ή πολύ, εν μέρει τουλάχιστον, ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με την Οδύσσεια με το βιβλίο αυτό, αλλά και άλλα μελετήματα. Τώρα, λόγου χάρη, στο Διεθνές Συνέδριο που θα γίνει τον Σεπτέμβριο πάλι στην Ιθάκη, θα μιλήσω για το σκάνδαλο των εταίρων στην Οδύσσεια. Εξακολουθεί να με απασχολεί η Οδύσσεια μ’ έναν δικό της τρόπο. Κυρίως όμως είμαι μες στον κόσμο της Ιλιάδας, είτε διαβάζω και ξαναδιαβάζω, είτε ακούω και ξανακούω, τώρα και βλέποντας… θα ’λεγα μεταξύ τρόμου και πολύ βαθιάς συμπάθειας, δεν ξέρω πώς να το πω. Όσο για τη μεταφραστική μου θεωρία και τη μεταφραστική μου πρακτική, που δεν είναι μονάχα δική μου –την ακολουθούνε και άλλοι, ο καθένας με τον τρόπο του–, στην Ελλάδα όμως νομίζω ότι εφαρμόστηκε πρώτη φορά και σε αυτό διαφέρει η μετάφρασή μου της Οδύσσειας και της Ιλιάδας και από τις μεταφράσεις του Εφταλιώτη, λόγου χάρη, για την Οδύσσεια ή του Πάλλη για την Ιλιάδα, και από τις μεταφράσεις του Καζαντζάκη και του Κακριδή. Καταρχήν η στιχουργία είναι διαφορετική, ακολουθείται αυτό που ονομάζουμε –καλώς ή κακώς– ελεύθερος στίχος, καταργείται ως ένα σημείο ο μονότονος ρυθμός του 15σύλλαβου ή 17σύλλαβου, υπηρετείται η απαίτηση να αποδοθεί ο εσωτερικός ρυθμός του λόγου. Και αυτός ήταν ο μεγάλος μου αγώνας. Έδειξα εμπιστοσύνη στη μεταφραστική αίσθηση έναντι της γραφής και της ανάγνωσης, βλέπω τη μετάφραση ως την τρίτη κορυφή ενός τριγώνου. Και θεωρώ τη λειτουργία της μετάφρασης οριακή για την εξέλιξη της ποίησης και για τη μετάδοσή της. Δεν έχουμε ένα ακίνητο πρωτότυπο κείμενο και μία κινημένη γλώσσα, αλλά τη σύγχρονη κίνηση και των δύο όρων. Οι δύο γλώσσες, η μεταφραζόμενη και η μεταφραστική, συνάγονται, συναντώνται, βρίσκουν σημείο τριβής όπου εκλύεται κάτι που δεν το πιστεύουμε. Η τριβή αυτή βγάζει στην επιφάνεια την ουσία της γλώσσας, τα πυρηνικά της στοιχεία. Βγάζει στο φως το ενδιάθετο δυναμικό και των δύο γλωσσών, στην προκειμένη περίπτωση της αρχαιοελληνικής και της νεοελληνικής. Και δείχνει πόσο προδρομικά είναι τα κείμενα αυτά. Η τριβή αυτή των δύο γλωσσών θυμίζει ακριβώς την τριβή δύο ανθρώπινων σωμάτων: εκλύεται μία δυναμική, που άλλως πως μένει ανενεργή.

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο μεταφραστικό άγχος σας;

Ήταν πολλά τα άγχη, ανάλογα και με το μέρος που μεταφράζει κανείς. Η Ιλιάδα θα μπορούσε τυπολογικά να μεριστεί σε κάποια κεφάλαια που de facto διαφέρουν ως προς τον τρόπο, τον τόνο τους και, επομένως, και τον λόγο τους. Τα κεφάλαια, καταρχήν, των μαχών και των συγκρούσεων. Αυτό που λέω εγώ: το μεγάθεμα του πολέμου, έτσι όπως διασπείρεται στην Ιλιάδα και μερίζεται μάλιστα, και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, ανάμεσα στην εμφυλιακή έριδα και στη σύγκρουση Αχαιών και Τρώων. Είναι, από την άποψη αυτή, κάτι απίστευτο, τι γίνεται ακριβώς με το μεγάθεμα του πολέμου στην Ιλιάδα. Το δεύτερο μεγάλο θέμα, που έχει έναν δικό του κώδικα, είναι αυτό που λέω εγώ: το μεγάθεμα της ομιλίας. Λόγοι και διάλογοι μεταξύ εταίρων, μεταξύ συζύγων ή και μεταξύ παρασυζύγων, όπως είναι η Ελένη και ο Πάρις. Έχουμε, λοιπόν, τα δύο αυτά μεγαθέματα σε εντελώς διαφορετική εκδοχή απ’ ό,τι στην Οδύσσεια – για να φέρω ένα παράδειγμα, στην Ιλιάδα το μεγάθεμα του πολέμου αποδεικνύεται ισχυρότερο και εξαρθρώνει ουσιαστικά το μεγάθεμα της ομιλίας, σχεδόν και στις τρεις αυτές εκδοχές, και δεν αφήνει περιθώρια για το τρίτο μεγάθεμα, που είναι ο νόστος, παρά μόνο στην εκδοχή του νεκρώσιμου νόστου. Έχουμε δύο παραδείγματα συγκλονιστικά νεκρώσιμου νόστου στην Ιλιάδα. Το ένα είναι ο εντεταλμένος από τον Δία νεκρώσιμος νόστος του Σαρπηδώνα, που κατάγεται από τη Λυκία και είναι γιος του Δία, και όταν φονεύεται και διασύρεται, εντέλλεται ο Απόλλων να μυρώσει, να πλύνει, να ντύσει το σώμα αυτό και να το παραδώσει στον Ύπνο και στον Θάνατο για να το επιστρέψουν στη Λυκία. Ένας εμφανής νεκρώσιμος νόστος, κι ένας λανθάνων αλλά ενδεχομένως πιο συγκλονιστικός, όπως είναι κατ’ εμέ ο νεκρώσιμος νόστος του Έκτορα – ο οποίος κι αυτός νοστεί από τη σκηνή του Πριάμου στην τελευταία ραψωδία, ύστερα απ’ τον διασυρμό του, έχουμε αυτή την εταιρική ομιλία του Πριάμου και του Αχιλλέα, ουσιαστικά τη συμφιλιωτική. Κάτι που καταλήγει στην επιστροφή του νεκρού Έκτορα. Και, κατά περίεργο τρόπο, η Κασσάνδρα πάνω από το κάστρο, όταν βλέπει τον πατέρα της να πλησιάζει τις πύλες του κάστρου, φωνάζει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε ποιος έρχεται και ποιον φέρνει». Κι εκεί χρησιμοποιεί το ρήμα νοστώ και το ουσιαστικό νόστος. Έχουμε, λοιπόν, αυτούς τους τρεις βασικούς τύπους και στα δύο έπη, με μια διαφορετική αντιθετική έκφραση. Ο πόλεμος γενικότερα –είναι μεταπόλεμος, ουσιαστικά, στην Οδύσσεια– ή μετατρέπεται σε μνηστηροφονία, σε κάτι εντελώς διαφορετικό, φονική βέβαια μέχρι εξαντλήσεως στην Οδύσσεια. Εν πάση περιπτώσει, κατά κάποιον τρόπο υποχωρεί το μεγάθεμα του πολέμου στην Οδύσσεια στο μεγάθεμα της ομιλίας, και κυρίως της συζυγικής ομιλίας, η οποία φτουράει και εντέλει επιβάλλεται. Και, φυσικά, επικυρώνεται απολύτως το θέμα του νόστου στη θετική του εκδοχή ύστερα, με τις δοκιμασίες που προέκυψαν.

Περιγράψατε με πολύ πάθος δύο-τρεις σκηνές από την Ιλιάδα. Αν θέλατε να κεντρίσετε το ενδιαφέρον ενός νέου ανθρώπου για τα ομηρικά έπη, ποια σκηνή από την Ιλιάδα θα του διαβάζατε;

Κοίταξε, θα αντιδρούσα καταρχήν. Γενικότερα είμαι εναντίον των εκδοχών που προσπαθούν μέσα από ένα κείμενο συνόλου να αρπάξουν στοιχεία και θέματα, τα οποία υποτίθεται ότι είναι αιχμηρότερα και επομένως μπορούν να τραβήξουν περισσότερο τον αναγνώστη, ή και τον θεατή ακόμη. Αυτό που θα λέγαμε, πιασάρικα θέματα. Αφήνοντας λοιπόν στην άκρη αυτή τη μέθοδο, της επιλογής, έχω την εντύπωση ότι το πρώτο που θα έλεγα είναι, και με την αφορμή τώρα της παράστασης του Λιβαθινού, καταρχήν να διαβαστεί η Ιλιάδα –και η Οδύσσεια– ολόκληρη και μέσα στο σχολείο, σαν να διαβάζουν ένα μυθιστόρημα της μιας ή της άλλης κατηγορίας, και με αυτόν τον τρόπο να περάσει ύστερα –όχι ακριβώς μ’ έναν διδακτικό τρόπο, συμβατικό και σχολικό– και μες στο σχολείο και μες στο πανεπιστήμιο. Το κέρδος λοιπόν είναι να διαβαστούν ολόκληρα και τα δύο έπη, προπαντός να διαβαστεί επιτέλους ολόκληρη η Ιλιάδα, κυρίως για να αναγνωριστούν –αυτό είναι κάτι απίστευτο– τα σχεδόν παραβατικά της στοιχεία, που δεν πιστεύει κανείς στα μάτια του και στ’ αυτιά του ότι υπάρχουνε στην Ιλιάδα, ενώ τέτοιου είδους παραβατικά στοιχεία δεν υπάρχουν στην Οδύσσεια. Η Οδύσσεια από την άποψη αυτή θα ’λεγε κανείς ότι είναι ένα συντηρητικότερο, παραδοσιακότερο έπος. Θα σας πω δυο παραδείγματα: το πρώτο και το κυριότερο είναι ότι η Ιλιάδα είναι ένα έπος πολεμικό μοναδικό στη φιλολογία, απ’ όσο ξέρω, του ηρωικού έπους, που τελειώνει χωρίς νικητές και ηττημένους. Αυτό δεν είναι απλώς παράβαση, είναι ανατροπή τρομακτική, με όλες τις συνέπειες και τα παρεπόμενα που μπορεί να έχει, και τα οποία μπορεί κανείς να τα συζητάει μέρες ολόκληρες. Αυτό το παράδειγμα αναφέρεται στο τέλος του έπους. Να πω ότι και στην αρχή έχουμε μια παραβατικότητα εκπληκτική. Συνήθως τα ομηρικά έπη, αυτό κάνει και η Οδύσσεια, στους πρώτους στίχους του προοιμίου εξαίρουν και δοξάζουν τον κεντρικό ήρωα. Η Ιλιάδα κάνει το ανάποδο, σχεδόν καταριέται τον βασικό της ήρωα, καταριέται τουλάχιστον την μήνιν του, τον θυμό του και την καταστροφή που έφερε αυτή η μήνις. Μια τρίτη παράβαση, που δεν την πιστεύει κανείς, παρά μονάχα έχοντας διαβάσει το σύνολο της Ιλιάδας, είναι ότι ο βασικός της ήρωας, ο Αχιλλέας, είναι πάνω από δεκαοχτώ, για να μην πω είκοσι μία ραψωδίες, ανενεργός, απών. Πείτε μου ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα, όπου ο κεντρικός ήρωας να απουσιάζει στα τρία τέταρτά του. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι μόνο εάν διαβαστεί ολόκληρη, ή ακουστεί τουλάχιστον μ’ έναν τρόπο ώστε να μη χαθούν αυτού του είδους οι απίστευτοι νεωτερισμοί, θα έλεγα, της Ιλιάδας, που δεν υπάρχουν στην Οδύσσεια, ώστε να μη χαθεί η βασικότερη σημασία που θα είχε και η παράσταση της Ιλιάδας, και κυρίως η ανάγνωση της Ιλιάδας με προσοχή, η ακρόασή της με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Εμένα αυτά τα στοιχεία είναι που με συγκλόνισαν, καθ’ οδόν τα ανακάλυψα κατά κάποιον τρόπο, και συνεχώς ανακαλύπτω μερικά πράγματα.

Καθώς μεταφράζατε την Ιλιάδα, ανθολογήσατε 24 + 2 Ιλιαδικές παρομοιώσεις, όπως είναι ο τίτλος του έργου σας (Εκδόσεις Άγρα, 2012). Παρόμοιο ανθολόγιο είχατε εκπονήσει και για την Οδύσσεια (Εκδόσεις Διάττων, 2004). Γιατί σας κέντρισαν τόσο το ενδιαφέρον οι ομηρικές παρομοιώσεις;

Οι παρομοιώσεις της Ιλιάδας είναι τολμηρές, ενώ στην Οδύσσεια δεν είναι έτσι ακριβώς. Ό,τι είναι φυσικό σε μια εικόνα φύσης, στην πολεμική σύγκρουση φαίνεται αφύσικο. Σε περίπτωση έξαρσης του νου, γίνεται ένας αναγκαίος συνειρμός σε ένα οριακό γεγονός, όπως είναι για παράδειγμα ο φόνος, που πάει να μας κατακλύσει, μας καθηλώνει με τον αφύσικο χαρακτήρα του. Όταν το ακούμε, λόγου χάρη παρομοιάζεται η σύγκρουση δύο ηρώων με τον σπαραγμό ενός ελαφιού από έναν κάπρο, όταν ζούμε κάτι οριακό, δε λέμε «αυτό κάτι μου θυμίζει»; Είναι ένα είδος παραίσθησης, που γεννιέται μέσα από την αίσθηση. Οι εικόνες λειτουργούν ως συμπλήρωμα παραίσθησης. Κι έτσι, συμπληρώνεται ο κύκλος της πραγματικής συγκίνησής μας, που είναι όχι μόνο αισθητικός αλλά και παραισθητικός.