Η εταιρεία Ferrero, η οποία παράγει τις μπάρες σοκολάτας Kinder, διαβεβαίωσε από την πλευρά της ότι «μια μεγάλη ποικιλία διατροφικών προϊόντων διαφόρων κατηγοριών» περιέχουν αρωματικά ορυκτέλαια…

Η γερμανική μη κυβερνητική οργάνωση Foodwatch υποστήριξε σήμερα ότι οι μπάρες σοκολάτας Kinder και τουλάχιστον ένα παρόμοιο προϊόν που πωλείται στη Γερμανία περιέχουν αρωματικά ορυκτέλαια τα οποία πιθανόν είναι καρκινογόνα κι απηύθυνε έκκληση να αποσυρθούν από τα ράφια των καταστημάτων, όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της.

Η εταιρεία Ferrero, η οποία παράγει τις μπάρες σοκολάτας Kinder, διαβεβαίωσε από την πλευρά της ότι «μια μεγάλη ποικιλία διατροφικών προϊόντων διαφόρων κατηγοριών» περιέχουν αρωματικά ορυκτέλαια.

«Είναι απαραίτητο να γίνουν κοινές προσπάθειες», ανέφερε η εταιρεία σε μια ανακοίνωσή της, τόσο από πλευράς της «αγροδιατροφικής βιομηχανίας» όσο και από πλευράς «εμπόρων πρώτων υλών στην Ευρώπη και διεθνώς».

Η Foodwatch, μια ΜΚΟ η οποία ιδρύθηκε το 2002 στη Γερμανία από έναν πρώην διευθυντή της Greenpeace, τον Τίλο Μπόντε, τονίζει ότι οι μπάρες σοκολάτας Kinder, όπως και τα σοκολατάκια Fioretto Nougats Minis της εταιρείας Lindt, τα οποία διατίθενται στη λιανική στη Γερμανία, «έχουν επιμολυνθεί από τα λεγόμενα αρωματικά ορυκτέλαια». Η επιμόλυνση αυτή προέρχεται, σύμφωνα με την οργάνωση, από τα περιτυλίγματα που έχουν οι μπάρες σοκολάτας αυτές.

Κατά συνέπεια, μπορεί οι συγκεκριμένες μπάρες σοκολάτας να «προκαλέσουν καρκίνο» ή «γενετικές διαταραχές». Αλλά παρ’ όλα αυτά, «οι κατασκευαστές αρνήθηκαν να τις αποσύρουν από τη λιανική», τόνισε η Foodwatch στον ιστότοπό της.

Η Ferrero διαβεβαίωσε ότι «εργάζεται πάνω σε τεχνικές λύσεις για ελαχιστοποιηθεί όσο περισσότερο είναι δυνατόν η παρουσία αυτών των ουσιών» στα προϊόντα της.

Σύμφωνα με τη Foodwatch, οι μπάρες σοκολάτας της Kinder περιέχουν 1,2 mg/kg αρωματικών ορυκτελαίων (MOAH) ενώ τα σοκολατάκια της Lindt 0,7 mg/kg, παρότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένα ίχνος τους.

Η Foodwatch υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), οι ουσίες αυτές θεωρούνται «πιθανόν καρκινογόνες και μεταλλαξιογόνες».