Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,
Έχουν παρέλθει δυο και πλέον μήνες από την ημερομηνία δημοσίευσης της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, με την οποία καταργείται η δυνατότητα ελεύθερης επιλογής της Β’ Ξένης Γλώσσας στην Ε’ Δημοτικού και…
αντικαθίσταται με την κατά πλειοψηφία επιλογή αυτής από τους μαθητές και της μαθήτριες της Ε’ τάξης των Δημοτικών Σχολείων της χώρας. Απόφαση που σε συνδυασμό με τη Διευκρινιστική Εγκύκλιο που ακολούθησε της δημοσίευσής της πρώτης έχει προκαλέσει ήδη τεράστια προβλήματα αναφορικά με τη διδασκαλία της Β’ Ξένης Γλώσσας και βεβαίως σωρεία αντιδράσεων από το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Τα προβλήματα αυτά είχαν διαφανεί βεβαίως και επισημανθεί όπως γνωρίζετε από τους εκπροσώπους των επιστημονικών φορέων των εκπαιδευτικών Γαλλικής (ΠΕ05) και Γερμανικής (ΠΕ07) Φιλολογίας αμέσως μετά τη δημοσίευση της Υπουργικής Απόφασης και είχε υπογραμμιστεί μάλιστα η ανάγκη άμεσης ανάκλησής της ως άνω Υ.Α. Θα πρέπει να σημειωθεί δε, ότι έχουν πραγματοποιηθεί για τον λόγο αυτό επανειλημμένες συναντήσεις με τους εκπροσώπους σας και συγκεκριμένα τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Σπουδών, Προγραμμάτων και Οργάνωσης Π.Ε. του ΥΠ.Π.Ε.Θ. κ. Ιωάννη Κουφόπουλο και τον Σύμβουλό σας κύριο Γεώργιο Αθανασόπουλο, ενώ σας έχουμε αποστείλει σειρά Υπομνημάτων στα οποία καταγράφονται διεξοδικά και με απόλυτη ακρίβεια τα σοβαρότατα θέματα που θα προκύψουν από την εφαρμογή της ως άνω απόφασης, με ταυτόχρονη κατάθεση του πάγιου αιτήματός μας για συνάντηση μαζί σας, στο οποίο δεν έχετε δυστυχώς μέχρι σήμερα ανταποκριθεί.

Είναι λυπηρό ότι το σύνολο των παραπάνω ενεργειών μας, που ως μόνο γνώμονα είχαν και έχουν το «δέον γενέσθαι» για τους μαθητές της χώρας, με βάση πάντα τα διεθνώς ισχύοντα επιστημονικά δεδομένα στον νευραλγικό χώρο της Ξενόγλωσσης Εκπαίδευσης, όχι μόνον δεν προσέκρουσαν σε «ευήκοα ώτα», αλλά αντιμετωπίστηκαν με πλήρη και επιδεικτική αδιαφορία και σε κάθε περίπτωση χωρίς τη δέουσα σοβαρότητα που αρμόζει σε θέματα τέτοιας βαρύτητας. Ωστόσο η ίδια η πραγματικότητα και η αρνητική αξιολόγηση της Υ.Α. στην πράξη από τους άμεσα ενδιαφερόμενους απέδειξε – και σας διαβεβαιώνουμε ότι κάθε άλλο παρά επιχαίρουμε για αυτό – το δίκαιο χαρακτήρα των αιτημάτων των επιστημονικών ενώσεων ΠΕ05 και ΠΕ07.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα του δυσμενέστατου κλίματος που έχει δημιουργηθεί στον «πυρήνα» της εκπαιδευτικής κοινότητας, αποτελούν, τόσο η απογοήτευση και ματαίωση που βιώνουν οι μαθητές/μαθήτριες κατά τη διαδικασία επιλογής της Β’ Ξένης Γλώσσας και συγκεκριμένα όταν συνειδητοποιούν ότι δεν θα διδαχθούν τη γλώσσα της επιλογής τους, ακόμα και όταν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις (π.χ. ικανός αριθμός μαθητών/ύπαρξη διαθέσιμου εκπαιδευτικού), όσο και τα αισθήματα οργής που βιώνουν οι γονείς τους για τους ίδιους λόγους και τα οποία αποτυπώνονται εύγλωττα στις ολοένα και αυξανόμενες επιστολές διαμαρτυρίας που στέλνουν οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων της χώρας προς το Υπουργείο Παιδείας και σε εσάς προσωπικά.

Ενδεικτικά αναφέρουμε την περίπτωση της επιστολής που σας απέστειλε ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του 4ου Δημοτικού Σχολείου Ν. Σμύρνης, στην οποία εκφράζεται η άποψη ότι «το αναφαίρετο δικαίωμα οποιουδήποτε έλληνα μαθητή για δημόσια, ποιοτική και από κάθε άποψη ολοκληρωμένη εκπαίδευση, δεν μπορεί να συνθλίβεται στη δίνη των οριζόντιων οικονομικών ή άλλων περικοπών», ενώ εκτιμάται ότι σε περίπτωση εφαρμογής της Υ.Α. «θα είναι απόλυτα κατανοητή η αδιαφορία και υποβάθμιση προς το μάθημα της 2ης γλώσσας από ένα σημαντικά μεγάλο αριθμό μαθητών, ενώ ταυτόχρονα θα είναι προφανή και τα προβλήματα στη διδασκαλία, από τον αυξημένο, λόγω συνωστισμού, αριθμού των μαθητών». Τέλος γίνεται αναφορά στο ιδιαίτερα οξύ πρόβλημα που παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο σχολείο λόγω της αριθμητικής κατανομής που έχει προκύψει για τα δύο τμήματα της Ε’ τάξης αναφορικά με τη δημιουργία ξενόγλωσσων τμημάτων, καθώς για μεν τα Γαλλικά ανέρχεται στους 29 για δε τα Γερμανικά στους 22 μαθητές, αποτελώντας κατά την άποψη μας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τα προβλήματα που μπορούν να προκύψουν από την κατανομή των μαθητών σε ξενόγλωσσα τμήματα με κριτήρια αποκλειστικά αριθμητικά.

Η έντονη δυσαρέσκεια και η υφιστάμενη απογοήτευση μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών καταδεικνύεται και από τις χιλιάδες υπογραφές που έχουν συγκεντρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα με αίτημα την ανάκληση της ως άνω απόφασης και η ροή των οποίων συνεχίζεται σε σταθερούς ρυθμούς.

Με αυτά τα δεδομένα, και έχοντας ως μόνο «απτό» και την ίδια στιγμή «φρούδο» όπως απεδείχθη δείγμα ανταπόκρισης από μεριάς σας, την έκδοση της Διευκρινιστικής Εγκυκλίου που δημοσιεύθηκε σε συνέχεια της Υ.Α., καθώς είναι φανερό ότι συντάχθηκε με μόνο κριτήριο την με κάθε τρόπο παρεμπόδιση της δυνατότητας δημιουργίας παράλληλων τμημάτων για τη διδασκαλία της Β’ Ξένης Γλώσσας, βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να σας εκθέσουμε εκ νέου το σύνολο των σοβαρότατων ζητημάτων που έχουν προκύψει σε συνέχεια της Υ.Α. και της Διευκρινιστικής αυτής Εγκυκλίου. Και αυτό γιατί, η προβλεπόμενη στην εγκύκλιο αύξηση του ελάχιστου απαιτούμενου αριθμού των μαθητών για τη δημιουργία τμημάτων, που ανεβάζει το όριο από τους 12 στους 14 μαθητές, σε συνδυασμό με την απαγόρευση της δυνατότητας για δημιουργία παράλληλων τμημάτων που θα υπερβαίνουν τον αριθμό των υφιστάμενων τμημάτων γενικής παιδείας, καθιστούν -στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων- παντελώς ανεφάρμοστη τη δυνατότητα δημιουργίας μεικτών-παράλληλων τμημάτων.

Ως απόρροια των παραπάνω έχουν ανακύψει σειρά θεμάτων τα οποία εντοπίζονται και εστιάζονται καταρχήν στις λογικές «αποκλεισμού» των μαθητών/μαθητριών από το πολυτιμότατο μορφωτικό αγαθό της Β’ Ξένης Γλώσσας και άπτονται ταυτόχρονα και πληθώρας άλλων, μείζονος σημασίας ζητημάτων, όπως αυτών της διαχείρισης και οργάνωσης του υπάρχοντος εκπαιδευτικού προσωπικού, της οργάνωσης και χρηστής διοίκησης των κατά τόπους Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας/Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και των σχολικών μονάδων ευθύνης τους, και φυσικά του ίδιου του εργασιακού αντικειμένου των εκπαιδευτικών, το οποίο πλήττεται κατά απόλυτο τρόπο.

Αυτό σημαίνει, ότι αν δεν προχωρήσετε σε ανάκληση των ως άνω αποφάσεων όπως απαιτεί σύσσωμη η εκπαιδευτική κοινότητα θα υπάρξουν, όπως προκύπτει πέραν κάθε αμφιβολίας πλέον, σε συνέχεια και της επεξεργασίας των δηλώσεων προτίμησης για την επιλογή της Β’ Ξένης Γλώσσας στην Ε’ Δημοτικού (Γαλλικά ή Γερμανικά), τα παρακάτω εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα:

1. Για τους μαθητές/μαθήτριες των 4/θέσιων και 5/θέσιων Δημοτικών Σχολείων:

• Μετατροπή των ως άνω σχολείων σε γαλλόφωνα ή γερμανόφωνα αντίστοιχα, αφού η επιλογή της εκάστοτε γλώσσας τον Ιούνιο του 2016 στην Δ’ Δημοτικού θα καθορίσει και μάλιστα με αμετάκλητο τρόπο την Ξένη γλώσσα που θα διδάσκεται στις εν λόγω σχολικές μονάδες στο μέλλον. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, πως στις περισσότερες των περιπτώσεων οι μαθητές/ μαθήτριες στην Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού των ως άνω δυναμικότητας σχολείων λειτουργούν υπό καθεστώς «συνδιδασκαλίας», που σημαίνει ότι ένας δάσκαλος/μία δασκάλα διδάσκει τα παιδιά και των δύο τάξεων. Σε περίπτωση λοιπόν, που η γλώσσα που θα κληθούν να επιλέξουν οι μαθητές της Δ’ Δημοτικού τον Ιούνιο του 2017 είναι άλλη από αυτήν που θα διδάσκονται ήδη οι μαθητές της Ε’ Δημοτικού, οι πρώτοι θα υποχρεωθούν τελικά, προκειμένου να καταστεί δυνατή η «συνδιδασκαλία», να διδαχθούν το Σεπτέμβριο του 2016 τη γλώσσα της ΣΤ’ τάξης.

2. Για τους μαθητές των 6/θέσιων και άνω Δημοτικών Σχολείων:

• Αποκλεισμός ενός εξαιρετικά μεγάλου αριθμού των μαθητών/μαθητριών της Ε’ τάξης από την γλώσσα επιλογής τους, καθώς πάνω από το ένα τρίτο εξ αυτών δεν θα διδαχθούν τη γλώσσα που επιθυμούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αρνητικότατης εξέλιξης αποτελεί η περίπτωση του 4ου Δημοτικού Σχολείου Νέας Σμύρνης που αναφέρθηκε παραπάνω, αφού οι 22 μαθητές που επέλεξαν να διδαχθούν τη Γερμανική γλώσσα, θα διδαχθούν τελικά – εάν ισχύσει η Υ.Α. ως έχει – τη Γαλλική γλώσσα μαζί με τους 29 μαθητές που την επέλεξαν! Είναι δε περιττό να επισημάνουμε ότι υπάρχουν άπειρες παραλλαγές του ως άνω παραδείγματος, τα οποία –κάνοντας μια επιφανειακή ανάγνωση- άλλοτε «ευνοούν» τη μία και άλλοτε την άλλη γλώσσα, αποβαίνουν ωστόσο στην πραγματικότητα πάντοτε εις βάρος των μαθητών/μαθητριών καθώς και όλων των άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενων στην μαθησιακή διαδικασία.

• Απουσία των απαιτούμενων προϋποθέσεων μάθησης, λόγω της έλλειψης κινήτρων και ύπαρξης αρνητικά φορτισμένου μαθησιακού και παιδαγωγικού κλίματος που θα δυσχεράνει σημαντικά τη μαθησιακή διαδικασία.

• Δημιουργία προϋποθέσεων ανταγωνισμού και αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους μαθητές ως προς τη γλώσσα που θα «υπερισχύσει» πλειοψηφικά και θα διδαχθεί τελικά στο εκάστοτε τμήμα ή και σχολείο.

• Δημιουργία πολυπληθών τμημάτων για τη διδασκαλία της Β’ Ξένης Γλώσσας που θα δυσχεράνει σωρευτικά με τα παραπάνω τη μαθησιακή διαδικασία.

3. Για τους γονείς και κηδεμόνες:

• Πλήρης ανατροπή του οικογενειακού προγραμματισμού, τόσο σε επίπεδο μελλοντικού σχεδιασμού σπουδών ή/και επαγγελματικού προφίλ του/των παιδιών τους, όσο και σε επίπεδο οικονομικού προϋπολογισμού.

• Δημιουργία προϋποθέσεων ανταγωνισμού και αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους γονείς και κηδεμόνες τους ως προς τη γλώσσα που θα «υπερισχύσει» πλειοψηφικά και θα διδαχθούν τελικά τα παιδιά τους.

4. Για τους εκπαιδευτικούς:

• Περαιτέρω επιβάρυνση των ήδη πολύ βεβαρημένων εργασιακών συνθηκών των εκπαιδευτικών κλάδου ΠΕ07 και ΠΕ05. Αυτή αναμένεται να υπάρξει, αφενός μεν λόγω της δραματικής συρρίκνωσης του εργασιακού αντικειμένου των ως άνω εκπαιδευτικών, και αφετέρου λόγω της ανάγκης μετακίνησης για συμπλήρωση του διδακτικού τους ωραρίου με γνώμονα αποκλειστικά την προσφερόμενη κάθε φορά -ανά τμήμα ή σχολική μονάδα- γλώσσα, ασχέτως της εγγύτητας ή μη των εκάστοτε σχολικών μονάδων (όμορες).

• Δημιουργία προϋποθέσεων ανταγωνισμού και μεταξύ των εκπαιδευτικών κλάδου ΠΕ07 και ΠΕ05 υπό το φόβο συρρίκνωσης ή και πλήρους κατάργησης του διδακτικού τους αντικειμένου.

• Πλήρης απαξίωση των εκπαιδευτικών κλάδου ΠΕ07-Γερμανικής και ΠΕ05-Γαλλικής Φιλολογίας.

5. Για τους διευθυντές/διευθύντριες των σχολικών μονάδων:

Μεγάλες δυσκολίες στην κατάρτιση των ωρολογίων προγραμμάτων από τους διευθυντές/τις διευθύντριες των σχολικών μονάδων οι οποίοι βάσει των προβλεπόμενων στην Υ.Α. καλούνται να καταρτίσουν προγράμματα με γνώμονα:

• Την οργάνωση της διδασκαλίας της 2ης ξένης γλώσσας σύμφωνα με τον θεσμό των τμημάτων παράλληλης διδασκαλίας που θα εξακολουθήσει να ισχύει σε μεταβατικό επίπεδο ειδικά για το σχολικό έτος 2016-2017 για τους μαθητές της ΣΤ’ τάξης, και ο οποίος προϋποθέτει τον απόλυτο συντονισμό των εκπαιδευτικών κλάδου ΠΕ05 και ΠΕ07.

• Τον «νέο» τρόπο οργάνωσης των ξενόγλωσσων τμημάτων με κριτήριο την «πλειοψηφία» σε επίπεδο τμήματος.

• Την ανάγκη συντονισμού των «παλαιών» ομάδων μετακινούμενων εκπαιδευτικών, (π.χ. εκπαιδευτικοί κλάδου ΠΕ05 και ΠΕ07 με τα ως άνω πάντα κριτήρια) και «νέων» ομάδων μετακινούμενων εκπαιδευτικών, (λόγω της μείωσης των διδακτικών ωρών ενός μεγάλου αριθμού των διδασκόμενων στο Δημοτικό Σχολείο γνωστικών αντικειμένων).

• Το νέο και κατά μια διδακτική ώρα μειωμένο ημερήσιο Ωρολόγιο Πρόγραμμα.

• Τους περιορισμούς που προκύπτουν από την ύπαρξη συνολικά δυο διδακτικών περιόδων χωρίς διάλειμμα μεταξύ τους.
6. Για τις κατά τόπους Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης:

Αδυναμία καθορισμού του τελικού αριθμού των διαθέσιμων διδακτικών ωρών για την εκάστοτε γλώσσα σε επίπεδο οικείας Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και αντιστοίχως της γλώσσας που θα διδαχθεί ανά τμήμα/τμήματα στις εκάστοτε σχολικές μονάδες την 1η Οκτωβρίου κάθε σχολικού έτους. Το χρονικό αυτό όριο κρίνεται από όλες τις απόψεις παντελώς ανεδαφικό και ανεφάρμοστο, καθώς πριν και μετά από αυτό βρίσκονται εν πλήρη εξελίξει και ρυθμίζονται πάσης φύσεως υπηρεσιακά ζητήματα (π.χ. τοποθετήσεις, διαθέσεις, αποσπάσεις και προσλήψεις αναπληρωτών), η ολοκλήρωση των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο για τον καθορισμό των διδακτικών ωρών.

Αδυναμία διαχείρισης του εκπαιδευτικού δυναμικού των κλάδων ΠΕ05 και ΠΕ07 που υπηρετούν στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, και συγκεκριμένα των 1.900 μόνιμων εκπαιδευτικών Γαλλικής και 1.400 μόνιμων εκπαιδευτικών Γερμανικής Φιλολογίας που διδάσκουν αυτή τη στιγμή στα Γυμνάσια και τα Λύκεια της χώρας, από το σχολικό έτος 2018-19, όταν δηλ. οι μαθητές της φετινής Ε΄ Δημοτικού θα εγγραφούν για φοίτηση στην Α΄ Γυμνασίου. Και αυτό γιατί στα Γυμνάσια εξακολουθεί να  ισχύει το καθεστώς της παράλληλης διδασκαλίας της Γαλλικής και της Γερμανικής γλώσσας (με ελάχιστο αριθμό για το σχηματισμό τμήματος τους 12 μαθητές), το οποίο είναι παντελώς ασύμβατο με τη ρύθμιση της «πλειοψηφίας των δηλώσεων προτίμησης σε επίπεδο τμήματος», που προβλέπεται να ισχύσει για τη συγκρότηση τμημάτων διδασκαλίας της δεύτερης Ξένης γλώσσας στην Ε΄ Δημοτικού από το φετινό Σεπτέμβριο. Ως εκ τούτου θεωρούμε απολύτως εύλογη την ανησυχία που εκφράζουν τόσο οι εκπαιδευτικοί των κλάδων ΠΕ05 και ΠΕ07 της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όσο και  μια σειρά στελεχών της συγκεκριμένης βαθμίδας για το μέλλον αυτού του νευραλγικού τομέα της εκπαίδευσης, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας τις νωπές ακόμα «πληγές» από τις «οριζόντιες απολύσεις-διαθεσιμότητες» του Αυγούστου του 2013 στην Τεχνική Εκπαίδευση.

7. Για την Ξενόγλωσση εκπαίδευση στην χώρα μας συνολικά:

Καταστρατήγηση της έμπρακτης εφαρμογής της Πολιτικής Προαγωγής της Πολυγλωσσίας, την οποία έχει συνυπογράψει και η χώρα μας και στο πλαίσιο της οποίας η ΕΕ έχει θέσει ως πρωταρχικό στόχο «το να κατέχει κάθε ευρωπαίος πολίτης δύο ακόμα γλώσσες εκτός από τη μητρική του» (Κοινοτική Οδηγία 1+2), στόχος για την επίτευξη του οποίου ορίζεται ότι «τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται δύο ξένες γλώσσες στο σχολείο από νεαρή ηλικία».

Πλήρης απαξίωση του αυτοτελούς γνωστικού αντικειμένου των Ξένων Γλωσσών.
Ακύρωση της κατά γενική παραδοχή αναγκαίας αναμόρφωσης της Ξενόγλωσσης εκπαίδευσης στη χώρα μας και μαζί με αυτήν της δυνατότητας για σύνδεση της διδασκαλίας της Ξένης Γλώσσας στο Δημόσιο Σχολείο με την πιστοποίηση της γλωσσομάθειας (ΚΠΓ).

Θεωρούμε ότι από την παράθεση των παραπάνω προκύπτει σαφώς και πέραν πάσης αμφιβολίας το εύρος της μη αναστρέψιμης ζημίας που προκαλείται από την εφαρμογή της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης για όλους τους εμπλεκόμενους και ταυτόχρονα για έναν τομέα πολιτικής και στρατηγικής προτεραιότητας όπως αυτός των Ξένων Γλωσσών. Είμαστε βέβαιοι δε, ότι η μέχρι σήμερα εμμονή στην διατήρηση των «ατυχών» διατάξεων της Υ.Α. από μέρους σας, δεν καταδεικνύει σε καμία περίπτωση τη σύμφωνη γνώμη σας με τα απαράδεκτα δεδομένα που απορρέουν από την εφαρμογή της, αλλά αντίθετα το μέγεθος της παραπληροφόρησης την οποία έχετε δεχτεί και η οποία προκύπτει σαφώς και μέσα από σειρά δηλώσεών σας αναφορικά με το ζήτημα.

Ενδεικτικά αναφέρουμε την περίπτωση της συνέντευξής σας στον Διευθυντή του ραδιοφωνικού σταθμού «Στο Κόκκινο» κ. Κώστα Αρβανίτη την Τετάρτη 18 Μαΐου 2016, όπου ερωτηθείς από ακροατή του σταθμού για την κατάργηση επιλογής της Β’ Ξένης Γλώσσας στο Δημοτικό απαντήσατε: «Δεν κόβεται το δικαίωμα, αντιθέτως γίνεται επιλογή, δε θα κάνουμε τρεις γλώσσες σε ένα σχολείο αν δεν υπάρχει ενδιαφέρον, οπωσδήποτε θα γίνονται δύο».

Από την παραπάνω δήλωση προκύπτει άγνοια του γεγονότος ότι και προ δημοσίευσης της Υ.Α. με Αρ. Πρωτ.: Φ12/657/70691/Δ1/26-04-2016 με θέμα: «Ωρολόγιο Πρόγραμμα Ενιαίου Τύπου Ολοήμερου Δημοτικού Σχολείου και της Διευκρινιστικής Εγκυκλίου υπ’ αριθμ. 87776/Δ1/30-5-2016 με θέμα: «Διδασκαλία της 2ης ξένης γλώσσας στα Δημοτικά Σχολεία για το σχολικό έτος 2016-2017» δεν υπήρχε δυνατότητα διδασκαλίας Ξένης γλώσσας, για την οποία δεν είχε εκδηλωθεί ενδιαφέρον. Και αυτό γιατί σύμφωνα με την μέχρι πρότινος ισχύουσα νομοθεσία ο ελάχιστος αριθμός μαθητών που απαιτούνταν για τη δημιουργία τμήματος παράλληλης διδασκαλίας ή τμήματος που συγκροτούνταν από μαθητές δύο ή περισσότερων τμημάτων ήταν οι 12 μαθητές. Η μη εκπλήρωση αυτού του κριτηρίου πολύ απλά συνεπάγονταν και την αδυναμία δημιουργίας τμήματος για την εκάστοτε γλώσσα (Γαλλικά ή Γερμανικά).

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω αντικειμενικά δεδομένα και παράλληλα την εκπεφρασμένη πρόθεσή σας για την ύπαρξη ανοιχτού δίαυλου επικοινωνίας και διαλόγου τόσο με την ίδια την εκπαιδευτική κοινότητα όσο και με την κοινωνία στο σύνολό της σας, αιτούμαστε για άλλη μια φορά συνάντηση των εκπροσώπων των επιστημονικών φορέων των εκπαιδευτικών των κλάδων ΠΕ05 και ΠΕ07 μαζί σας, οι οποίοι όπως είναι ευνόητο κατέχουν τα θέματα της Ξενόγλωσσης Εκπαίδευσης σε βάθος. Η άμεση πραγματοποίηση της συνάντησης αυτής κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντική, προκειμένου να έχουμε τη δυνατότητα ενός εποικοδομητικού και αμοιβαία επωφελούς διαλόγου αναφορικά με το ζήτημα της διδασκαλίας της Β’ Ξένης και του τρόπου επιλογής της Β’ Ξένης Γλώσσας στα Ενιαίου Τύπου Ολοήμερα Σχολεία, η οποία σε κάθε περίπτωση θεωρούμε ότι θα πρέπει να βασίζεται σε λογικές «συμπερίληψης» και όχι «αποκλεισμού» των δυνητικών αποδεκτών αυτής.

Με εκτίμηση
Τα Δ.Σ. των Επιστημονικών φορέων των εκπαιδευτικών
Γαλλικής (ΠΕ05) και Γερμανικής (ΠΕ07) Φιλολογίας