Από την Μάρη Γαργαλιάνου
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σαν το γυαλί. Εύθραυστες, μοναδικές και πολύτιμες. Σε περίπτωση που το γυαλί ραγίσει, σπάνια υπάρχει…
γυρισμός και αν υπάρξει εν τέλει ουσιαστικός, τότε μιλάμε για το αγαπημένο και τόσο σπάνιο φαινόμενο της εξαίρεσης. Τι συμβαίνει όμως όταν το ραγισμένο γυαλί έχει ανοίξει πληγή πολύ βαθιά και το αίμα δε λέει να σταματήσει; Είναι από αυτές τις στιγμές που νιώθεις πως η ζωή σου σταματά εδώ, ή σταμάτησε προχτές σε εκείνο το γρήγορο, βροχερό τηλεφώνημα που σου έκοψε την ανάσα ένα εκατομμύριο φορές μέσα σε τρία λεπτά και σε άφησε παγωμένο με ένα κάρο ερωτηματικά στο κεφάλι σου να στροβιλίζονται και να σε παρασέρνουν στη δίνη τους.

Τι δεν πήγε καλά, ποιος έφταιξε και γιατί όλα τελείωσαν έτσι ξαφνικά; Αφού τα έδωσες όλα, σε κάθε δύσκολη στιγμή ήσουν εκεί, σε αρρώστιες, χαρές και απώλειες. Έσφιγγες δόντια και άνοιγες αγκαλιά διάπλατη μέσα σου να μπει ο «άνθρωπός» σου. Τον φίλαγες απαλά στο μέτωπο και με ένα χαμόγελο έγνεφες «Όλα θα πάνε καλά». Και πήγαν. Και μια και δυο. Πάντοτε ήσουν γροθιά και στα δύσκολα, που ίσως φοβόσουν περισσότερο ακόμα κι από εκείνον γινόσουν θεός, παντοδύναμος και επόπτης του κόσμου όλου. Μην πάθει κακό, μη στεναχωρηθεί, μη λυγίσει. Στις χαρές του πρωτεργάτης και στον πόνο του φίλτρο μαγικό χαράς, προστασίας, ζωής.

Και κάπως έτσι σε όλο αυτό, ξέχασες τον εαυτό σου. Αφέθηκες και κλείστηκες στο καβούκι σου, αψηφώντας το «εγώ» και τις ανάγκες του. Αδιαφόρησες για σένα και προτεραιότητά σου δεν υπήρξε καν το πρώτο πληθυντικό, αλλά εκείνος. Μόνο εκείνος. Και το πλήρωμα του χρόνου ήρθε. Και σου φορέθηκε η ταμπέλα του «δεδομένου», γιατί κατά βάση οι άνθρωποι είναι αχάριστοι αφενός και αφετέρου εσύ σε όλο αυτό έχασες τον αυτοσεβασμό σου, δίνοντας βήμα σε αυτό που κάποτε ονόμαζες «αγάπη ουσιαστική». Τώρα πια όμως ξέρεις πως δεν ήταν αυτό. Μα ακόμα κι αν ήταν, ήταν μονομερές.

Έπεσες μια, έπεσες δυο, έγινες ένα με το πάτωμα, ούρλιαξες, διχάστηκες, έβρισες, έκλαψες. Οι συμβουλές φίλων και γνωστών από τη μια έμπαιναν, από την άλλη έβγαιναν. «Για το καλό σου». Όμως το καλό σου το γνώρισες μόνος, μέσα από όλον αυτόν το σχεδόν ατέλειωτο Γολγοθά. Πέρασαν δέκα ζωές από μπροστά σου. Να σε αγαπήσεις ξανά, να διδαχτείς, να οπλιστείς με θάρρος, να πατήσεις στα πόδια σου γερά και να δώσεις ξανά το πράσινο φως στη ζωή σου. Αυτή που παραμέλησες αρκετά για χάρη του. Τώρα είσαι Εσύ πρώτα και μετά όλοι οι άλλοι κι αυτό όχι για εκδίκηση, μα γιατί δε γίνεται να παιχτεί αλλιώς αυτή η παρτίδα.

Κάποτε τα «δεδομένα» γίνονται ζητούμενα κύριοι, και τα καλώς κείμενα αρχίζουν να γράφονται ξανά και να χαράσσουν νέα μονοπάτια γεμάτα νόημα και ουσία για σένα και μόνο για σένα που τράβηξες τόσα, μα δεν το ‘βαλες κάτω ποτέ. Τα πλέον ζητούμενα δεν κοιτούν πίσω, ανατρέχουν στο παρελθόν μόνο για να δώσουν φως στις σκοτεινές πτυχές τους και να γεμίσουν δύναμη, επαναπροσδιορίζοντας το χαμένο τους εαυτό και αγαπώντας τον ένα κλικ παραπάνω. Δε μετανιώνουν σαφώς, μα είναι περισσότερο επιλεκτικά. Δε χαρίζονται εύκολα και όταν ανιχνεύσουν αληθινή ανθρωπιά χαρίζουν αγάπη και μόνο. Αβίαστα, φυσικά, ολοκληρωτικά.

Αν όλα σε αυτόν τον κόσμο είναι παραδόξως δεδομένα, στα ζητούμενα είναι η ομορφιά. Εκεί είναι η ζωή και η μαγεία. Είναι δεδομένο πως κάποια στιγμή στη ζωή σας φορέσατε σε κάποιον την ταμπέλα του «δεδομένου» και είναι δεδομένο επίσης πως αντίστοιχα κάποτε σας φορέθηκε. Δεν ήταν ωραίο, θυμάστε; Δε σας τίμησε. Δεν το ξεχάσατε ποτέ. Τώρα πια όμως όλα αυτά φαντάζουν αναμνήσεις μακρινές. Ένας πόνος κρυφός μόνο τις προδίδει. Πλέον είστε ζητούμενα και ξέρετε τι ζητάτε, μα το κυριότερο όλων είναι πως από αυτό το σκληρό παιχνίδι βγήκατε νικητές και σας δίνετε τη σημασία που σας αρμόζει. Την αγάπη που σας αξίζει. Τη ζωή που είναι δικιά σας!

Πηγή