Γράφει η Ιωάννα Μπρατσιάκου
Δύο εβδομάδες πριν την κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η διπλή «στροφή» της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας με την αποκατάσταση των σχέσεων με το Ισραήλ και τη…
«συγνώμη» του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμιρ Πούτιν, σχολιάστηκε από αναλυτές και μίντια ως ομολογία αποτυχίας της σκληρής γραμμής και του δόγματος της φιλόδοξης, επιθετικής, ιδεολογικής πολιτικής της γείτονος, ανέδειξε ωστόσο και την ικανότητα του «σουλτάνου» να διατηρεί ψυχραιμία και ευελιξία, αναθεωρώντας την πολιτική του με βάση το ωμό συμφέρον.
AdTech Ad
Η «συγνώμη» στον Πούτιν αποφέρει ήδη καρπούς στην πληγωμένη τουρκική οικονομία, καθώς η άρση παλαιότερης ταξιδιωτικής οδηγίας σηματοδότησε την επιστροφή των Ρώσων τουριστών στα τουρκικά θέρετρα με δεκάδες πτήσεις τσάρτερ να έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Αυτό όμως που φαίνεται να επηρεάζει άμεσα την γεωπολιτική σκακιέρα αλλάζοντας τις ισορροπίες στη Μεσόγειο είναι η συμφωνία αποκατάστασης ομαλών διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ, οι οποίες είχαν διαρραγεί από τον Μάιο του 2010, ύστερα από τη φονική επιδρομή Ισραηλινών κομάντος στο τουρκικό πλοίο «Μαβί Μαρμαρά», που μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα. Η επαναπροσέγγιση Τουρκίας – Ισραήλ δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη τη χώρα μας που επένδυσε τα τελευταία χρόνια στη σύσφιξη των αμυντικών σχέσεων με το Ισραήλ και τη σύναψη τριγωνικών σχέσεων με την Κύπρο, προσβλέποντας σε μια «ασπίδα» απέναντι στις τουρκικές βλέψεις. Ο άξονας Ελλάς – Κύπρος – Ισραήλ πλέον αποδυναμώνεται.
Επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσουμε τους παράγοντες που οδήγησαν τον Ερντογάν σε  «μπαράζ» συμφιλιώσεων, τις αλλαγές που αυτές σηματοδοτούν στη γειτονιά μας και τις πιθανές επιπτώσεις για Ελλάδα και Κύπρο, επικοινωνήσαμε με τον ομότιμο καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αλέξανδρο Κούτση και τον επιστημονικό υπεύθυνο του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσνατολικών και Ισλαμικών Σπουδών (ΚΕΜΜΙΣ) στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σωτήρη Ρούσσο.
Τόσο ο κύριος Κούτσης όσο και ο κύριος Ρούσσος δεν αποτιμούν τη «στροφή» του Τούρκου προέδρου ως ομολογία αποτυχίας ούτε ως εγκατάλειψη των ηγεμονικών βλέψεων. «Δεν πρόκειται ούτε για νίκη ούτε για ήττα. Είναι ένας αμοιβαίος συμβιβασμός» επισημαίνει ο Σωτήρης Ρούσσος και εξηγεί πως «Ο Ερντογάν αντελήφθη ότι έχει πάρα πολλά ανοιχτά μέτωπα και πρέπει ένα – ένα να τα κλείσει για να επικεντρωθεί στο εσωτερικό του μέτωπο, δηλαδή τα προβλήματα που του προκαλεί το ISIS και το κουρδικό ζήτημα».
Η τουρκική πολιτική πλέον θα επικεντρωθεί στην επίλυση αυτών των εσωτερικών προβλημάτων και θα αναστείλει τις ηγεμονικές της φιλοδοξίες στην περιοχή. Δεν θα τις ξεχάσει, απλά θα τις αναστείλει.

Από πλευράς του ο Αλέξανδρος Κούτσης επισημαίνει πως η στροφή του Ερντογάν είναι κίνηση ελιγμού. «Ο Ερντογάν δεν κάνει καμιά κίνηση χωρίς να σκεφτεί τα επόμενα βήματά του στη διεθνή σκακιέρα. Σκέφτεται μπροστά και παίζει παιχνίδι μεσοανατολίτικο. Η αλλαγή στην εξωτερική πολιτική δεν έγινε μέσα σε μια νύχτα, οι συζητήσεις και οι διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ ξεκίνησαν πριν δυο-τρεις μήνες περίπου, ενώ ο Νταβούτογλου ήταν ακόμα στην εξουσία».
Τι έκανε όμως τον Τούρκο πρόεδρο να ξεκινήσει αυτές τις διαπραγματεύσεις; «Η απομόνωσή του στη διεθνή πολιτική σκηνή» απαντά ο κύριος Κούτσης.

«Πρώτον, η απομόνωση από τους Αμερικανούς που υποστηρίζουν τους Κούρδους της Συρίας στη μάχη τους εναντίον του ISIS, μια συνεργασία που φέρνει επιτυχίες με αποτέλεσμα να βλέπει ο Ερντογάν κίνδυνο οι Αμερικανοί να γίνουν οι νονοί ενός κουρδικού κράτος στη Βόρεια Συρία.

Δεύτερον, η απομόνωσή του από την Ευρώπη η οποία δεν ήταν ευχαριστημένη από την πολιτική που ακολουθούσε ο Ερντογάν στο προσφυγικό, με αποτέλεσμα να αναβάλει την εφαρμογή της πολίτικης για τη βίζα. Ο Ερντογάν όμως θέλει να ξεπεράσει το ευρωπαϊκό πρόβλημα. Γι’ αυτό και δηλώνει τώρα ότι θα δίνει άδεια παραμονής στους Σύρους πρόσφυγες. Για να το χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικό χαρτί έναντι των Ευρωπαίων. Και όχι μόνο.

Τρίτον, τα οικονομικά προβλήματα που του δημιουργούσε το εμπάργκο με τη Ρωσία τα οποία έπρεπε να ξεπεράσει».
Για τον κύριο Κούτση, αυτό που επιτάχυνε τη συμφωνία με το Ισραήλ είναι η πρωτοβουλία της Γαλλίας για μια διεθνή διάσκεψη για το Παλαιστινιακό. «Η κίνηση του Ολάντ φέρνει το παλαιστινιακό από το περιφερειακό στο διεθνές επίπεδο και ο Ερντογάν θέλει να έχει λόγο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».
Έτσι ανοίγει ξανά δίαυλο επικοινωνίας με την Παλαιστίνη και παράλληλα συσφίγγει και τις σχέσεις του με το Ισραήλ και με το θέμα του φυσικού αερίου, το οποίο πιθανώς χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης εναντίον της Κύπρου και εναντίον της Ελλάδας.

Για τον Σωτήρη Ρούσο «καταλύτες» της στροφής Ερντογάν είναι το φυσικό αέριο και η Συρία . «Η Τουρκία και το Ισραήλ είναι δυο χώρες που μοιράζονται δυο κοινά συμφέροντα. Το πρώτο είναι ότι και οι δύο θα ήθελαν να δουν τον Άσαντ να αποχωρεί και το καθεστώς να καταρρέει, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας επιθυμούν το ίδιο αποτέλεσμα. Συνεπώς είναι αναμενόμενο να ενωθούν με διακριτικό τρόπο για να επιτύχουν τα συμφέροντά τους στη Συρία, ειδικά μετά την παρέμβαση των Ρώσων, η οποία καθιστά την παραμονή του καθεστώτος Άσαντ και τη συμμετοχή του στις μετεμφυλιακές ισορροπίες το πιο πιθανό σενάριο. Το δεύτερο είναι το ζήτημα του φυσικού αερίου και της μεγάλης αγοράς που αποτελεί η Τουρκία για οποιονδήποτε παραγωγό αερίου, όχι μόνο για το Ισραήλ. Μιλάμε για 90 εκατομμύρια ανθρώπους με πολύ χαμηλή ακόμα κάλυψη σε φυσικό αέριο».
«Το Ισραήλ θέλει να μεταφέρει το φυσικό αέριο με υποθαλάσσιο αγωγό που θα καταλήγει στη νότια Τουρκία, θα πρέπει όμως να περάσει και από την βόρεια Κύπρο που κατέχει η Τουρκία. Την ίδια ώρα ο Ερντογάν βάζει και τη Ρωσία στο παιχνίδι. Ζητά τη “συγνώμη” και αφήνει ανοιχτό το θέμα του φυσικού αερίου τόσο με το Ισραήλ όσο και με την Ρωσία, για να ασκεί πίεση» επισημαίνει από πλευράς του ο Αλέξανδρος Κούτσης.
Για τον κύριο Ρούσο, το φυσικό αέριο καθίσταται πλέον βασικό διαπραγματευτικό χαρτί του Ερντογάν. Του ζητάμε να εξηγήσει πώς αυτή η αλλαγή των ισορροπιών με την επαναπροσέγγιση Τουρκίας – Ισραήλ μπορεί να επηρεάσει την Ελλάδα.
«Μας επηρεάζει με δυο τρόπους. Αφενός διαλύει τους όποιους μύθους υπήρχαν και τις υπερτιμημένες προσδοκίες για στενή αμυντική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ με στόχο την Τουρκία. Στην ίδια γραμμή, αποδυναμώνει αυτό που θεωρούσαν “ασπίδα” -ας το πούμε έτσι- απέναντι στις τουρκικές βλέψεις, δηλαδή τον άξονα Ελλάς-Κύπρος-Ισραήλ. Αυτές οι τριγωνικές σχέσεις παύουν να υπάρχουν ή εν πασει περιπτώσει δεν έχουν τον χαρακτήρα που είχαν πριν. Το τρίτο στοιχείο, που είναι πιο σημαντικό, είναι το γεγονός πως το Ισραήλ αυτή τη στιγμή έχει έναν ισχυρό λόγο να επιθυμεί μια γρήγορη λύση στο κυπριακό προκειμένου να γίνει αυτό που επιθυμούν Αμερικανοί, Τούρκοι και Ισραηλινοί, να δημιουργήσουν έναν αγωγό φυσικού αερίου που θα περάσει από την Κύπρο και το κατεχόμενο τμήμα της για φτάσει εύκολα στην απέναντι ακτή της Τουρκίας».
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα πιέζουν προς μια γρήγορη λύση του κυπριακού κι εμάς δεν ξέρω αν μας συμφέρει μια λύση όπως – όπως. Συνεπώς, δεδομένων των εξελίξεων,  Ελλάδα και Κύπρος είναι πιθανό να έρθουν αντιμέτωπες με μια κατάσταση που δεν επιθυμούν.

Συμπληρωματικά, ο κύριος Κούτσης επισημαίνει πως ο Ερντογάν ισχυροποιεί τις σχέσεις του με τους Άραβες την ίδια ώρα που η Ελλάδα τις αποδυναμώνει.
«Οι ελιγμοί του Ερντογάν μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις και υπό την έννοια ότι δυστυχώς η Ελλάδα έχει ακολουθήσει δύο πολιτικές τελευταία που δεν είναι αποδεκτές από τους Άραβες. Για παράδειγμα, η Ελλάδα συμμετείχε στην αλλαγή της ευρωπαϊκής απόφασης τα προϊόντα από την κατεχόμενη Γάζα να μην φέρουν τον τίτλο “προϊόν του Ισραήλ”, ούτως ώστε αυτό να μην είναι υποχρεωτικό για κάθε κράτος αλλά προαιρετικό. Επίσης η Ελλάδα ενώ έχει λαβει απόφαση να αναγνωρίσει το παλαιστινιακό κράτος δεν έχει προχωρήσει σε αυτή την αναγνώριση. Όλα αυτά δεν αρέσουν στα αραβικά κράτη, ειδικά το πρώτο το θεωρούν πισώπλατα μαχαιριά. Συνεπώς, η Τουρκία ισχυροποιείται σε σχέση με τους Άραβες και η Ελλάδα αποδυναμώνεται. Αυτό ο Ερντογαν μπορεί να το χρησιμοποιήσει στις διαπραγματεύσεις για το κυπριακό. Η Τουρκία προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να περάσει απόφαση στην Ισλαμική Συνδιάσκεψη που θα αναγνωρίζει τους τουρκοκύπριους ως επίσημα μέλη και οι Άραβες μέχρι στιγμής καταψηφίζουν την προτασή αυτή. Καλό είναι λοιπόν να τους έχουμε στο πλευρό μας, να κρατάμε ισορροπίες ίσες αποστάσεις».
Από πλευράς του ο κύριος Ρούσσος επισημαίνει πως δεν έχουν όλες οι αραβικές χώρες λόγο να είναι δυσαρεστημένες με την Ελλάδα, Παλαιστίνιοι και Αιγύπτιοι ωστόσο μας βλέπουν πλέον με καχυποψία.
«Προφανώς οι Παλαιστίνιοι είδαν με καχυποψία τις στενές σχέσεις της Ελλάδας με το Ισραήλ. Προφανώς οι στρατιωτικές ασκήσεις προκαλούν μια δυσπιστία του Ιραν απέναντί μας, διότι είναι καθαρό ότι αυτές οι ελληνο-ισραηλινές ασκήσεις αφορούν έναν αντίπαλο που μοιάζει πολύ στο Ιραν… Και αυτές είναι σημαντικές αντιδράσεις. Από τη μια διότι με τους Ιρανούς έχουμε πολύ στενή οικονομική συνεργασία, είναι ξέρετε η μόνη χώρα που μας δίνει πετρέλαιο με πίστωση κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό στη σημερινή μας κατάσταση. Από την άλλη, με τους Παλαιστινίους έχουμε το εξής πρόβλημα.
Η Ελλάδα βασίζει όλες της τις αξιώσεις στο διεθνές δίκαιο και τη διεθνή νομιμότητα, είτε αφορούν το κυπριακό, είτε τις τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο. Δεν μπορείς λοιπόν από τη μια να αξιώνεις στη βάση της νομιμότητας και από την άλλη να κάνεις πολιτική και συμμαχίες συμφερόντων, δεν μπορεί να κάνεις τον κουφό απέναντι στον εποικισμό και τον αποκλεισμό της Γάζας, διότι αυτό θα γυρίσει κάποτε εναντίον σου.

Εν κατακλείδι, ο κύριος Ρούσος προτείνει για τη χώρα μας επιστροφή στον πραγματισμό και εγκατάλειψη των τριγωνικών σχέσεων στην περιοχή. «Θα έλεγα ότι θα πρέπει να είμαστε πραγματιστές και να εγκαταλείψουμε τις τριγωνικές, τετραγωνικές, πενταγωνικές σχέσεις. Προσωπικά είμαι εναντίον αυτών των σχέσεων. Θεωρώ πως οι διμερείς σχέσεις στην περιοχή, μας δίνουν μια μεγαλύτερη ευκινησία και ευχέρεια χειρισμών. Νομίζω λοιπόν πως πρέπει να κινούμαστε με διμερείς σχέσεις με το Λίβανο, με την Αίγυπτο, με το Ισραήλ διότι η προσπάθεια δημιουργίας σχημάτων προς το παρόν δεν αποδίδει και φαίνεται πως δεν πρόκειται να μας δώσει πολλά πράγματα διότι δεν είναι εύφορο το έδαφος. Και ξέρετε γιατί δεν αποδίδει; Διότι αν τα σχήματα αυτά είναι αμυντικά, ασφάλειας δηλαδή, είναι προφανές ότι επειδή η περιοχή αλλάζει γρήγορα, οι σχέσεις των παικτών αλλάζουν και οι παίκτες αλλάζουν τις θέσεις τους. Συνεπώς τα αμυντικά σχήματα δεν μπορούν να έχουν μακροχρόνιο χαρακτήρα. Αν οι σχέσεις είναι οικονομικές, κοινοπραξίες μεταξύ φτωχών χωρών δεν γίνονται. Πρέπει να υπάρχουν και πλούσιες και φτωχές χώρες, κάποιοι να δίνουν σε κάποιους άλλους, οι άλλοι να αναπτύσσονται και έτσι να κυκλοφορεί το χρήμα, για να το πούμε απλά. Η ανατολική Μεσόγειος είναι μια περιοχή φτωχών χωρών, χωρών με σημαντικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης της χώρας μας. Προσωπικά λοιπόν θα προτιμούσα διμερείς σχέσεις με συγκεκριμένα ζητήματα που μπορούν να τηρηθούν και να έχουν και συνέχεια. Διότι εκείνο στο οποίο πάσχουμε δεν είναι οι συμφωνίες, ούτε οι διμερείς ούτε οι τριμερείς ούτε οι τετραμερείς, είναι το γεγονός ότι μετά την υπογραφή των μνημονίων κατανόησης, δεν έχουμε πρακτικές συνέπειες αυτών των συμφωνιών».