Γράφει ο Γιώργος Εχέδωρος
Στόβος ή στόμφος είναι λέξεις ελληνικές και χρησιμοποιούνταν και στην μακεδονική, ελληνική φυσικά, διάλεκτο. Στη νότια Ελλάδα…
ήταν σε χρήση η λέξη στόμφος, είχε το νόημα της λοιδορίας, της βρισιάς, των παραφουσκωμένων λόγων και προέρχεται από το ρήμα στοβέω-ώ.

Στη Μακεδονία χρησιμοποιούνταν στην κυριολεκτική της έννοια, του γεμάτου στόματος, του φουσκωμένου. Έτσι, τουλάχιστον, μας τη δίνει ο Μακεδών Λυκόφρων που ήταν ιαμβολόγος (έγραφε ιάμβους) στην αυλή του Πτολεμαίου Β΄του Φιλάδελφου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, περί το 290 π.Χ.- ο Πτολεμαίος ο Β΄ ήταν γιος του Σωτήρα, στρατηγού του Αλεξάνδρου, ιδρυτού του ελληνο-αιγυπτιακού βασιλείου).
Αν αναλογιστούμε, λοιπόν, ότι η αρχαία πόλη που βρίσκονταν, βήματα σχεδόν, από το σημείο όπου ο Εριγώνας ποταμός έπεφτε με ορμή μέσα στον Αξιό ποταμό, καθώς ήταν φουσκωμένος και ο ένας ποταμός και ο άλλος, τότε θα εννοήσουμε γιατί ο οικισμός που κτίστηκε δίπλα σε αυτό το σημείο πήρε το όνομα ‘Στόβοι’.Η ύπαρξη του οικισμού επιβεβαιώνεται αρχαιολογικά, τουλάχιστον από τον 6ο αιώνα π.Χ. Ως μεγάλη πόλη υπάρχει από τον 3ο αιώνα π.Χ. Αναφέρεται από τονΛίβιο (Titus Livius ) το 197 π.Χ. στην εξόρμηση του Φίλιππου του Ε΄ κατά των Δαρδάνων.

Ο οικισμός αυτός των ελληνιστικών χρόνων αναπτύχθηκε στο έπακρο, ενάμισι με δύο αιώνες μετά, επί ρωμαϊκής κυριαρχίας. Πήρε τη μορφή της μεγάλης πόλης. Ειδικά για αυτήν υπήρχε παράδρομος της Εγνατίας Οδού, όπου από τη Θεσσαλονίκη έφτανε μέχρι τους Στόβους. Στα ρωμαϊκά χρόνια ο πληθυσμός αυξήθηκε, αφού εγκαταστάθηκαν σε αυτήν Ρωμαίοι έμποροι καθώς και Ιουδαίοι, όπως και στο Άστραιον (σημερινή Στρώμνιτσα).

Οι Στόβοι, που βρίσκονταν στη πάλαι ποτε Παιονία, είχαν τα χαρακτηριστικά μιας αναπτυγμένης ελληνικής πόλης της μακεδονικής γης, όπως ακριβώς και η Ηράκλεια (Μοναστήρι).
Ο πολιτισμός της διαφαίνεται, εκτός των άλλων, και από τα ερείπια που ανακαλύφθηκαν τα οποία της προσδίδουν το μεγαλείο μιας χαμένης αρχαίας εποχής. Ναοί, λουτρά, μαρμάρινο θέατρο, κοιμητήριο, μαρμαρόστρωτοι οδοί κλπ.Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πόλης αυτής ήταν και είναι, αυτό που ξαφνιάζει τους ‘ειδικούς’: η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας ή καλύτερα η μοναδικότητά της.
Ακόμη και τα λατινικά ονόματα των ρωμαίων κατοίκων αναγράφονται με ελληνικά γράμματα. Ελληνικά στο αρχαίο νεκροταφείο, ελληνικά στους ναούς, ελληνικά στο μαρμάρινο θέατρο. Ακόμη και στην ιουδαϊκή συναγωγή του 3ου αιώνα μ.Χ, η επιγραφή του «Κλαύδιου Τιβέριου Πολύχαρμου, που ήταν γνωστός και ως Αχύριος, πατέρας της Συναγωγής των Στοβίων» μας ενημερώνει για την ανέγερσή της και είναι 32 γραμμών είναι και αυτή στα ελληνικά των ελληνιστικών χρόνων.
Στο προαύλιο του θεάτρου βρέθηκε ναός αφιερωμένος στη Νέμεση, επίσης από τις πολλές επιγραφές και τα αγάλματα πληροφορούμαστε πως λατρεύονταν στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια η Υγεία, ο Τελεσφόρος, η Αρτέμιδα η Λοχεία, οΑπόλλων ο Κλάριος, ο Ζευς, ο Διόνυσος και η Ήρα.
Οι Στόβοι είχαν μια συνεχή ελληνοπρέπεια. Στον οικιστικό τομέα αλλά και στον πολιτιστικό.
Δύο αιώνες περίπου μετά, στα μέσα του πέμπτου προς έκτο, κάνει την παρουσία του μια μεγάλη διάνοια του βορειοελλαδικού χώρου που λέγεται Ιωάννης ο Στοβαίος.
Γράφει στο βιβλίο του ο Θεόκλητος Μπαμπούρης:

«Ὁ Ἰωάννης Στοβαῖος ἦταν γραμματικός, καταγόταν ἀπὸ τοὺς Στόβους τῆς Μακεδονίας καὶ ἔζησε κατὰ τὸν 5ο μ.Χ αι. Ἄγνωστος ἐν πολλοίς, ἔμεινε στὴν ἱστορία γιὰ τὸ ἔργον του «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΝ». Δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ ἐράνισμα γνωμῶν, ἀλλὰ μία πραγματικὴ κιβωτὸς τῆς Ἑλληνικῆς Σκέψεως. Τὸ ἀπόσταγμα τῆς σοφίας 204 φιλοσόφων καὶ ἱστορικῶν, 150 ποιητῶν καὶ 120 ρητόρων μέσα σ’ ἕνα χρονικὸ πλαίσιο δώδεκα αἰώνων χωρισμένο σὲ κεφάλαια ἀνάλογα μὲ τὸ ἠθικό τους περιεχόμενο εἶναι ἀνεκτιμήτου ἀξίας.»

Ότι έχουμε μάθει, παραδείγματος χάριν για τον Ερμή τον τρισμέγιστο το έχουμε μάθει από το Ιωάννη το Στοβαίο. Μέσα από ένα σύνολο 500 αποσπασμάτων, από έργα που έχουν χαθεί, μας γίνονται γνωστές οι σκέψεις, οι απόψεις, ποιητών, φιλοσόφων, ρητόρων, συγγραφέων. Το ‘Ανθολόγιο’ μεταφέρθηκε στη Δύση μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το1536. Από τότε ακολούθησαν πολλές άλλες σε πολλά κράτη της Ευρώπης. Αποτέλεσε την πυξίδα που έδειξε το δρόμο του διαφωτισμού.
Οι ανασκαφές στους Στόβους άρχισαν από τους Σέρβους το 1924 και συνεχίστηκαν μέχρι το 1936. Τα ευρήματα ήταν πάρα πολλά. Ολόκληρα κτίρια, ελληνικές επιγραφές (που αποκρύβονται από το σκοπιανό καθεστώς), μεγάλοι ναοί καθώς και το ξεχωριστό θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν το 1971-72 με πρωτοβουλία του πανεπιστημίου του Τέξας που εδρεύει στο Ώστιν.

Τα ευρήματα ήταν πάρα πολλά. Βγήκε στο προσκήνιο όλη η αρχαία πόλη, η οποία εγκαταλείφθηκε εσπευσμένα λόγω εισβολής βάρβαρων σλαβικών φυλών του 6ου ή 7ου αιώνα.

Στο αρχαίο θέατρο των Στόβων που είναι του 2ου αιώνα μ.Χ.,πραγματοποιούνται, σήμερα, από τους σκοπιανούς εκδηλώσεις τη θερινή περίοδο, όπως και σε αυτό της αρχαίας Ηράκλειας.
Οι κερκίδες του θεάτρου των Στόβων είναι χαραγμένες με ονόματα ελληνικά και ρωμαϊκά με ελληνική γραφή για να διαχωρίζονται οι θέσεις. Η μέθοδος αυτή ήταν ακολουθητέα σε όλα τα ελληνικά θέατρα της αρχαιότητας. Εκείνο το οποίο εντυπωσιάζει είναι πως πολλές θέσεις είναι χαραγμένες ονόματα πέντε ρωμαϊκών φυλών. Αυτό δίνει την ιδέα πως το θέατρο χρησιμοποιούνταν ως πολιτικό πεδίο.
Οι χαμηλές κερκίδες είχαν 18 σειρές και χωρητικότητα 3.038 θεατών και οι υψηλές 17 με χωρητικότητα 4.637 θεατών. Αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο που συγκεντρώνονταν εκεί για να ψυχαγωγηθεί.
Στο δέκατο-δωδέκατο αιώνα, αναφέρεται πως στη γύρω περιοχή κατοικούν σλαβικές φυλές. Απόγονοι των οποίων, μάλλον, είναι οι σημερινοί σκοπιανοί της περιοχής.
Οι Στόβοι απέχουν 160 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη.