Γράφει ο Πέτρος Γιώτης
Δυο βδομάδες πριν από το βρετανικό δημοψήφισμα, έκανε την εμφάνισή της διαδικτυακά μια «Πρωτοβουλία Αγώνα για την αποδέσμευση από την ΕΕ». Από τις πρώτες…
υπογραφές που συνοδεύουν τη διακήρυξη φαίνεται πως πρόκειται για μια κίνηση πέριξ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όμως η πολιτική ταυτότητα της Πρωτοβουλίας δεν πρόκειται να μας απασχολήσει εδώ. Ούτε καν η ίδια η διακήρυξη, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες απόψεις δεν είναι καινοφανείς, ενώ -από την άλλη- οι αντιφάσεις της είναι κραυγαλαίες.

«Η συμμετοχή στην ΕΕ αποτελεί στρατηγική δέσμευση και επιλογή και για την οικονομική ολιγαρχία της χώρας μας.  Η ρήξη με τις δυνάμεις του κεφαλαίου στη χώρα μας είναι και ρήξη με την ΕΕ», αναφέρει η διακήρυξη και αμέσως μετά έχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο με τίτλο «Υπάρχει εναλλακτική, έξω από  το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ενωση». Η οποία εναλλακτική  δε διαφέρει ως προς το περιεχόμενό της απ’ αυτά που περιέγραφε ως εναλλακτική ο ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι να σχηματίσει κυβέρνηση: δε βγαίνει έξω από τα όρια του καπιταλισμού. Το τσάκισμα του καπιταλισμού ως συστήματος οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης είναι το μόνο που δεν συνδέεται με «το αίτημα της αποδέσμευσης από ευρώ και ΕΕ». Το εν λόγω αίτημα συνδέεται «με την πάλη ενάντια στα παλιά και νέα μνημόνια, ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και όποια άλλη κυβέρνηση τα εφαρμόζει, με την πάλη για τη μονομερή διαγραφή του χρέους, για εθνικοποιήσεις των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας κάτω από εργατικό και λαϊκό έλεγχο, για την άμεση βελτίωση της ζωής των εργαζομένων και την ικανοποίηση των στόχων του εργατικού και λαϊκού κινήματος, με την πάλη ενάντια στην Ευρώπη-Φρούριο, με τον αγώνα ενάντια στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό, με την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων των λαών, με την πάλη ενάντια στον φασισμό».

Μιλώντας επιστημονικά, έχουμε να κάνουμε με γελοιότητα. Δεν μπορείς να λες (σωστά) ότι η συμμετοχή στην ΕΕ αποτελεί στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης και από την άλλη να θεωρείς ότι «υπάρχει ζωή έξω από την ΕΕ» χωρίς να χρειαστεί πρώτα να συντρίψεις (για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Μαρξ)  την εξουσία αυτής της τάξης και  παράλληλα να την απαλλοτριώσεις, για να μπορέσεις να οικοδομήσεις νέες, μη εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής στη θέση των εκμεταλλευτικών καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Μιλώντας πολιτικά, πρόκειται για τυχοδιωκτισμό. Γιατί η σύγκρουση με μια στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης περιγράφεται σαν ένας κοινοβουλευτικός περίπατος, σαν μια διαδικασία αλλαγής των κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Αρα, αν υποθέταμε ότι πραγματικά είχαν ως στρατηγική τη ρήξη με την αστική τάξη και τις στρατηγικές της επιλογές, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι οδηγούν το λαό ως πρόβατο επί σφαγήν στο σφαγείο του αστικού κράτους και των αστυνομικοστρατιωτικών μηχανισμών που διαθέτει. Ομως δεν πρόκειται καν γι’ αυτό. Πρόκειται για καθαρή πολιτική σπέκουλα με τα αισθήματα αμφισβήτησης της ΕΕ που έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται. Για να το πούμε απλά (ώστε ν’ ανταποκρίνεται καλύτερα στην πολιτική χυδαιότητα που υποκρύπτεται πίσω απ’ αυτά τα συνθήματα), οι άνθρωποι ψάχνουν ψήφους και ρίχνουν γέφυρες για τη δημιουργία κάποιας ευρύτερης εκλογικής συμμαχίας, που θα τους βοηθήσει να αποβάλουν -για μια φορά έστω- το «στίγμα» του εξωκοινοβουλευτικού. Και έτσι, όμως, η συγκεκριμένη κατεύθυνση ρίχνει το δικό της νερό στο μύλο της ρεφορμιστικής διαφθοράς, ορθώνοντας εμπόδια στην απαραίτητη (σαν οξυγόνο) επαναστατική διαπαιδαγώγηση της εργατικής τάξης.

Εχουμε και άλλη φορά αναφερθεί στον αντεπαναστατικό χαρακτήρα που αποκτούν οι λεγόμενες μεταβατικές διεκδικήσεις, όταν προβάλλονται σε συνθήκες που δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση. Διεκδικήσεις όπως ο εργατικός έλεγχος ή ακόμα και η αποδέσμευση από την ΕΕ θα μπορούσαν να έχουν μεταβατικό χαρακτήρα σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης. Σε συνθήκες που η αστική τάξη δεν μπορεί να κυβερνήσει όπως προηγούμενα, ενώ η εργατική τάξη και τα άλλα εργαζόμενα στρώματα αρνούνται να κυβερνηθούν όπως προηγούμενα, η πολιτικά οργανωμένη πρωτοπορία του προλεταριάτου προωθεί τέτοια μεταβατικά αιτήματα, με στόχο να ανεβάσει την επαναστατική συνειδητότητα, να αυξήσει τη συσπείρωση στις γραμμές του επαναστατικού κινήματος, να βαθύνει την επαναστατική κατάσταση, να βοηθήσει να ωριμάσουν οι συνθήκες για την τελική έφοδο για την κατάκτηση της εξουσίας. Οταν, όμως, δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση, αυτές οι διεκδικήσεις μετατρέπονται στο αντίθετό τους, σε ρεφορμιστικά συνθήματα ενσωμάτωσης, όπως καίρια επεσήμανε η Κομμουνιστική Διεθνής.

Η αλήθεια είναι ότι το βρετανικό δημοψήφισμα διευκολύνει κάπως αυτού του τύπου τη ρεφορμιστική προπαγάνδα. Εχει βέβαια τη δυσκολία του ότι το Brexit προωθήθηκε και στηρίχτηκε από συντηρητικές αστικές δυνάμεις, έχοντας στη βάση του έναν σκληρό, ιμπεριαλιστικού τύπου εθνικισμού (αναβίωση της βρετανικής αυτοκρατορίας), όμως με μερικά επίθετα μπροστά (αριστερό Brexit, εργατικό Brexit) το φέρνουν στα μέτρα τους. Αλλωστε, αν μέσα από κοινοβουλευτικές διαδικασίες μπορεί κανείς να καταργήσει μια στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης, γιατί να μην μπορεί να νικήσει τους «ευρωσκεπτικιστές» (μαζί με τους εθνικοφασίστες) και να δημιουργήσει πολιτικό ρεύμα υπέρ ενός «αριστερού Grexit»;

Η αλήθεια είναι πως η ένταξη στην ΕΕ και την Ευρωζώνη αποτελεί στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης. Αυτό σημαίνει πως δε θα επιτρέψει αυτή η επιλογή να αμφισβητηθεί με κοινοβουλευτικό τρόπο. Μια πολύ μικρή γεύση πήραμε το πρώτο εξάμηνο του 2015, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε τα γνωστά τσαλιμάκια της «σκληρής διαπραγμάτευσης». Γνωρίζοντας πολύ καλά το στρατηγικό χαρακτήρα αυτής της επιλογής, ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν την αμφισβήτησε, αλλά και τη χρησιμοποίησε ως βασικό επιχείρημα για την πλήρη μνημονιακή προσαρμογή του. ‘Η θα υπογράφαμε το τρίτο Μνημόνιο ή θα μας έβγαζαν από την Ευρωζώνη ήταν το επιχείρημα. Από την Ευρωζώνη, όχι από την ΕΕ. Ούτε αυτό θεωρείται ανεκτό και ο ΣΥΡΙΖΑ το είχε καταστήσει σαφές από την πρώτη στιγμή που σχημάτισε κυβέρνηση (έλεγε απλά ότι θα καταφέρει να εφαρμόσει το πρόγραμμά του χωρίς Grexit). H ένταξη στην ΕΕ και την Ευρωζώνη βαραίνει στη ζυγαριά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η έξοδος από την ΕΕ δεν μπορεί να νοηθεί ως μια διαδικασία ανεξάρτητη από τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης, τη συντριβή του αστικού κράτους και την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών.  Για να ακυρώσεις στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης, πρέπει να νικήσεις την αστική τάξη σε μια σύγκρουση που έχει το χαρακτήρα «ποιος ποιον». Η αποδέσμευση από την ΕΕ (και κάθε ιμπεριαλιστικό μηχανισμό, όπως το ΝΑΤΟ) είναι υπόθεση της προλεταριακής επανάστασης. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια που πρέπει να διδαχτεί το προλεταριάτο.

Υπάρχουν, όμως, εκείνοι που χαρακτηρίζουν αυτή την τοποθέτηση «εσχατολογική», ακόμα και… «θρησκευτικού χαρακτήρα». Αν αφαιρέσουμε το προκλητικό βερμπαλιστικό περιτύλιγμα από την ύβριν τους, τι μένει; Μένει η πανάρχαια σκουριά του ρεφορμισμού, που υπόσχεται βαθμιαία (μέσα από κοινοβουλευτικές διαδικασίες) μετάβαση στο σοσιαλιστικό παράδεισο. Οικοδομούν μια κοινοβουλευτική τακτική αποπατώντας πάνω στην επαναστατική στρατηγική και διαφθείροντας -όσο μπορούν- την ταξική συνείδηση. Ακόμα και το οργανωτίστικο επιχείρημά τους αποτελεί κόπια της μπερνσταϊνιάδας. Τα επαναστατικά προγράμματα δεν έχουν σημασία, οι μεταρρυθμίσεις είναι αυτές που δίνουν υπόσταση στο εργατικό κίνημα έλεγε ο Μπερνστάιν. Η κοινωνική επανάσταση είναι εσχατολογική προσέγγιση, το κίνημα θέλει άμεσους στόχους για να συσπειρωθεί λένε οι… ριζοσπάστες ρεφορμιστές.

Το εργατικό κίνημα θέλει αλήθειες και όχι κοινοβουλευτικό παραμύθιασμα. Οι αλήθειες είναι σκληρές, όσο σκληρός είναι και ο αγώνας για την κοινωνική απελευθέρωση. Οι στρατηγικές επιλογές της αστικής τάξης μπορούν να ανατραπούν με τη νίκη της στρατηγικής κατεύθυνσης του προλεταριάτου, που είναι ο κομμουνισμός (με τις βαθμίδες του). Μόνο όταν αυτό είναι ξεκάθαρο, θα μπορέσει το προλεταριάτο να συσπειρωθεί πολιτικά γύρω από ένα επαναστατικό πρόγραμμα. Διαφορετικά ο ορίζοντάς του θα είναι στενός, ίσα που να χωράει στις αστικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Αν το προλεταριάτο μπορεί να ακυρώσει μια στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης, όπως η ένταξη στην ΕΕ, τότε μπορεί και να νικήσει την αστική τάξη στη σύγκρουση για την εξουσία, που αναγκαστικά θα έχει επαναστατικό χαρακτήρα (η σύγκρουση). Μόνο όταν τα πράγματα είναι ξεκάθαρα από προγραμματική άποψη μπορεί να οικοδομηθεί ένα πραγματικά επαναστατικό προλεταριακό κίνημα. Ενα κίνημα που θα ξέρει τι διεκδικεί και μέσα από ποιες δυσκολίες θα περάσει για να το κατακτήσει.

Πηγή