Γράφει ο Γιώργος Πεταλωτής 
Στο βρετανικό δημοψήφισμα οι περισσότεροι περιμέναμε τον απο μηχανής Θεό να δράσει, αλλά ξυπνήσαμε έντρομοι με brexit. Πολλοί δε ανησυχούντες, στο περσινό ελληνικό σημείωναν…
υπερήφανα την ένδειξη «ΟΧΙ» δίπλα σε ένα κείμενο παραληρηματικό, ακατάληπτο και το οποίο είχε τεθεί ήδη εκτός διαπραγμάτευσης. Το πρόσφατο αποτέλεσμα προκάλεσε σοκ, παρόλο που η λογική για όσους παρακολουθούσαμε την πραγματικότητα έπρεπε να μας προετοιμάζει για την αρνητική αυτή απόφαση, η οποία διαφαινόταν.

Ακόμη και σήμερα προσπαθούμε να αντιληφθούμε το σκοπό της συγκεκριμένης απόφασης των βρετανών πολιτών, να ψηφίσουν δηλαδή ξεκάθαρα “ΝΟ” στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως νομική οντότητα που να περιλαμβάνει και τη χώρα τους. Κάποιοι μάλιστα αρνούνται να τους το συγχωρήσουν, παρόλο που το ερώτημα ήταν ευθύ και η απόφαση για δημοψήφισμα αποτελούσε βασική προεκλογική δέσμευση του Κάμερον, ο οποίος πολύ πριν – αφρόνως μεν αλλά με συνέπεια – είχε προαναγγείλει το άνοιγμα του ασκού.

Μερικοί δε σήμερα, είτε με την πολιτική είτε την επιστημονική τους ιδιότητα συνεπώς με ενδιαφέρον, ευρύ ακροατήριο και ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάλυση και τη λήψη αποφάσεων στα καθ’ ημάς, μεταδίδουν την ισχυρή πεποίθησή τους ορίζοντας ως πρώτο αίτιο της ευρωπαικής τραγικότητας, την οποία μόλις και διαπίστωσαν, την ύπαρξη του θεσμού των δημοψηφισμάτων τον οποίο ανήγαγαν σε «καταραμένη αμεσοδημοκρατία». Λησμονώντας οι μεν πολιτικοί για άλλη μια φορά οτι και το Κοινοβούλιο απο τους ίδιους πολίτες ψηφίζεται, με τις ίδιες ικανότητες και αδυναμίες και τα ίδια παραγόμενα ποιοτικά αποτελέσματα, οι δε επιστήμονες τα πραγματευόμενα και διδασκόμενα από το Συνταγματικό Δίκαιο, την Πολιτειολογία και τη θεωρία των Πολιτικών Επιστημών.

Απαλλάσσοντας ουσιαστικά τον τρόπο που πολιτεύτηκε ο Κάμερον και ο Τσίπρας, χρησιμοποιώντας δηλαδή ένα πολύ ισχυρό, και συνεπώς χρήζον άκρας προσοχής και σοβαρότητας, εργαλείο της Δημοκρατίας, οδηγείται η δημόσια συζήτηση να θεωρεί οτι ευθύνεται ο θεσμός του δημοψηφίσματος κι όχι η εργαλειοποίησή του απο τους συγκεκριμένους ή μέλλοντες Πρωθυπουργούς. Δε φταίει δηλαδή ο λαϊκισμός, οι τακτικισμοί, ούτε οι εθνικοπατριωτικές κορώνες που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον σε αυτά τα δύο δημοψηφίσματα και με τις οποίες η παγκοσμιοποιημένη αμφισβήτηση των θεσμών μετατράπηκε σε μια ασαφή διαμαρτυρία όσων υφίστανται κυρίως τις συνέπειες της κρίσης, την οποία προσεταιρίστηκε βεβαίως το φάσμα δεξιών και αριστερών άκρων με το παιχνίδι να παίζεται στο δικό τους ιδεολογικό, θολό και φοβικό πεδίο.

Φταίει κατά τις απόψεις αυτές το όχημα κι όχι ο τρόπος και ο σκοπός που χρησιμοποιήθηκε. Αναφερόμενοι στη Μεγάλη Βρετανία εν προκειμένω, ας μην παραβλέπουμε το γεγονός οτι πρόκειται για μία χώρα η οποία εισήγαγε τη σύγχρονη μορφή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αιώνες πριν και εν πάσει περιπτώσει τη Δημοκρατία τη σεβόμαστε σε όλες της τις μορφές και πάντως όχι α λα καρτ, ασχέτως αν συμφωνούμε ή όχι με τις αποφάσεις των πολιτών στην ουσία τους. Αφού φυσικά απαιτήσουμε να υπάρχουν όλες οι αντικειμενικές προυποθέσεις ώστε να μπορεί ο πολίτης με την πλέον δυνατή νηφαλιότητα – που ειδικά στο ελληνικό δημοψήφισμα δεν υπήρχε – να αποφασίζει για σημαντικά θέματα της κοινότητάς του.

Αυτή την άποψή μου, πολιτική και νομική, εξέφρασα εξάλλου, όταν σε εσωτερική σύσκεψη που συγκάλεσε στις αρχές του 2011 ο τότε Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ζήτησε και τη δική μου γνώμη για τη δυνατότητα – σκοπιμότητα των δημοψηφισμάτων. Τότε που δεν υπήρχε καν εκτελεστικός νόμος, έλειπαν δυστυχώς παντελώς οι συναινέσεις απο την αντιπολίτευση και ορθά διερευνούνταν τρόποι νομιμοποίησης για την απαγκίστρωση από τη στασιμότητα και την πορεία του προγράμματος εξόδου απο την κρίση.

Η άποψή μου αυτή, περί σοβαρής προετοιμασίας, δόμησης προϋποθέσεων, προσεκτική εφαρμογή χωρίς ευκαιριακούς τακτικισμούς, εκτείνεται και σε όλα τα ζητήματα εξάλλου με σημαντικό πολιτικό και πολιτειολογικό αντίκρυσμα, όπως είναι ο Εκλογικός Νόμος, ο σταυρός προτίμησης που χρησιμοποιήθηκε ιδιοτελώς με ευκαριακό και μη σοβαρό τρόπο στις Ευρωεκλογές απο την κυβέρνηση Σαμαρά καθώς και η Αναθεώρηση του Συντάγματος.

Κι όσο ξαφνιαζόμαστε αφορίζοντας απλώς τις δημοψηφισματικές αποφάσεις, ας ρίξουμε μια ματιά σε όσα διαδραματίστηκαν στη Σύνοδο Κορυφής μετά το βρετανικό δημοψήφισμα μήπως βρούμε και την εξήγησή τους. Πλήρης αμηχανία από μια Ευρώπη που αντί να αναπτύσσει τη δυναμική της ειδικά σε τέτοιες στιγμές, ενθυμούμενη και υπενθυμίζοντας στους λαούς της ότι πρόκειται για ένα ισχυρό υπερθνικό οικοδόμημα που σέβεται μεν τη βούληση των πολιτών της αλλά δεν μπλοκάρεται απο μεγαλύτερες ή μικρότερες ιδιοτέλειες, που δεν τιμωρεί, αλλά δημιουργεί ελκυστικό πεδίο ανάπτυξης σε όλους τους τομείς, που δεν εξαφανίζει ούτε ισοπεδώνει εθνικές συνειδήσεις αλλά δημιουργεί κίνητρα συμβολής στη δημοκρατική της εμβάθυνση, απομονώνοντας με τον τρόπο αυτό κάθε εθνικιστή και υπονομευτή που σήμερα αναγορεύεται δυστυχώς ήρωας.

Αυτή η ακινησία, η αδράνεια, η ανημποριά της ηγεσίας της, των θεσμών της, των συλλογικοτήτων της, είναι που ευθύνεται για τους «αστάθμητους παράγοντες» που ήδη παρουσιάζονται καταιγιστικά κι όχι οι κάθε λογής αποπροσανατολιστικές προφάσεις εν αμαρτίαις, όπως ο δημοκρατικός θεσμός των δημοψηφισμάτων.

Πηγή