Επιμέλεια: Λευτέρης Μπιντελας
Το βράδυ της 25ης Μαρτίου του 2014, ο υπαρχιφύλακας Γιώργος Τσιρώνης πραγματοποιεί προγραμματισμένη καταμέτρηση των κρατουμένων στις φυλακές Μαλανδρίνου…

Πρόκειται για μία διαδικασία ρουτίνας, ακόμη μία βάρδια για τον υπαρχιφύλακα. Τίποτα δεν προμηνύει ότι ο βαρυποινίτης Ιλί Καρέλι θα έχει ξέσπασμα βίας, λόγω της άρνησης χορήγησης αδείας για να επισκεφθεί τη μητέρα του που βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση. «Θα πάρω μαζί μου έναν από εσάς», φέρεται να φώναξε ο δράστης δευτερόλεπτα πριν επιτεθεί πισώπλατα, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, στον Γιώργο Τσιρώνη, καταφέροντάς του τρία χτυπήματα με αυτοσχέδιο μαχαίρι στην καρωτίδα.
Το έγκλημα σοκάρει την κοινή γνώμη και η κυβέρνηση προχωρά σε δημόσιες ανακοινώσεις. Με «παρέμβαση Σαμαρά», όπως ανάφεραν τα δημοσιεύματα της εποχής, το υπουργείο Δικαιοσύνης επεξεργάζεται σχέδιο νόμου με σκοπό να περάσει ευνοϊκές ρυθμίσεις για την οικογένεια του Γ. Τσιρώνη. «Να παρασχεθεί κάθε δυνατή αρωγή στην οικογένεια του 46χρόνου υπαρχιφύλακα των φυλακών Μαλανδρίνου, Γεώργιου Τσιρώνη, πατέρα δυο παιδιών, ο οποίος έχασε βίαια τη ζωή του», είχε αποφασιστεί κατόπιν επικοινωνίας που είχε τότε ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς με τον υπουργό Δικαιοσύνης Χαράλαμπο Αθανασίου.
Παράλληλα, ο κ. Σαμαράς είχε ζητήσει από τον κ. Αθανασίου να εξεταστεί το νομοθετικό πλαίσιο, να επεκταθούν, αλλά και να αυξηθούν οι ευνοϊκές ρυθμίσεις για τις οικογένειες των πεσόντων κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους. Λίγες ημέρες αργότερα, το υπουργείο Δικαιοσύνης φέρνει προς ψήφιση στη Βουλή τον νόμο 4285/2014 (ΦΕΚ Α’ αρ. φυλ. 191/10-9-2014).
Στο άρθρο 8 προβλέπεται ρητά ότι «στην περίπτωση που το θύμα, η σύζυγος ή τα ανήλικα τέκνα είχαν δάνειο για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών τους, το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει με κοινή απόφαση του υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, την εξυπηρέτησή του έως την αποπληρωμή του δανείου ύψους ή έως το ποσό των 150.000€». Ο νόμος είναι «φωτογραφικός» για την οικογένεια Τσιρώνη, η οποία μένει σε σπίτι που έχει αγοραστεί με στεγαστικό δάνειο και πλέον το Δημόσιο αναλαμβάνει την εξυπηρέτησή του, καθώς η σύζυγος του υπαρχιφύλακα και μητέρα δύο παιδιών αδυνατεί να το αποπληρώσει.
«Στον αέρα»
Μολονότι ο νόμος είχε ψηφιστεί και είχε δημοσιευθεί και στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, το Δημόσιο δεν ανέλαβε ποτέ την υποχρέωσή του απέναντι στην οικογένεια του υπαρχιφύλακα, ο οποίος έχασε τη ζωή του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Οπως αποκαλύπτει σήμερα το «Εθνος της Κυριακής», δύο χρόνια μετά την τραγική δολοφονία του Γ. Τσιρώνη, οι εισπρακτικές εταιρείες καλούν τη σύζυγό του σχεδόν επί καθημερινής βάσεως ζητώντας την πληρωμή των δόσεων. Η σύζυγος και τα δύο παιδιά του υπαρχιφύλακα κινδυνεύουν να μείνουν στον δρόμο επειδή για την αποπληρωμή του δανείου απαιτείται κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω νόμου η έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης από τον υπουργό Οικονομικών και από τον υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί με αποτέλεσμα το δάνειο να μην εξυπηρετείται.
Εκτός από τον προσωπικό «Γολγοθά» της ξαφνικής απώλειας του δικού τους ανθρώπου, που έχουν να αντιμετωπίσουν η σύζυγος και τα δύο μικρά παιδιά του αδικοχαμένου υπαρχιφύλακα, επί δύο και πλέον έτη βρίσκονται δεμένοι στα γρανάζια της γραφειοκρατίας και «πνίγονται» από τα χρέη του στεγαστικού δανείου.
«Αναμένουμε από την Πολιτεία τουλάχιστον μετά θάνατον να αναλάβει τις στοιχειώδεις νόμιμες υποχρεώσεις της, να πάψει να κρύβεται πίσω από γραφειοκρατικές διαδικασίες και τα συναρμόδια υπουργεία Δικαιοσύνης και Οικονομικών να πράξουν επιτέλους τα νόμιμα και να υπογράψουν έστω και μετά από 3 χρόνια τη σχετική ΚΥΑ για την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου του συναδέλφου μας Γιώργου Τσιρώνη.
Οι εργαζόμενοι στις φυλακές, παρά τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε καθημερινά στην εργασία μας και παρά το γεγονός ότι παραμένουμε από τις πλέον υποστελεχωμένες και αποδιοργανωμένες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, συνεχίζουμε όσο καλύτερα μπορούμε να ασκούμε τα καθήκοντά μας σε εξαιρετικά επικίνδυνες συνθήκες.
Η βία, η εξαθλίωση και η εκμετάλλευση μέσα στις Φυλακές έχουν δημιουργήσει μία εικόνα κατάρρευσης του συστήματος κράτησης, που κάποιοι περιέργως επιμένουν να το αποκαλούν ως σωφρονιστικό», δηλώνουν για το θέμα στο «Εθνος της Κυριακής» ο πρόεδρος και ο γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων Ελλάδας, Σπύρος Καρακίτσος και Βασίλης Μπισμπίκης.
Το χρονικό
Η υπόθεση Καρέλι συγκλόνισε την κοινή γνώμη, λόγω της δολοφονίας του υπαρχιφύλακα Τσιρώνη, αλλά και του άγριου ξυλοδαρμού του δράστη από σωφρονιστικούς υπαλλήλους που οδήγησε στον θάνατό του. Ο Αλβανός κρατούμενος είχε μεταχθεί από τις φυλακές Μαλανδρίνου στη Νιγρίτα Σερρών, όπου εκεί βασανίστηκε από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους. «Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατηγορείτο για τη δολοφονία του υπαρχιφύλακα του καταστήματος κράτησης Μαλανδρίνου, μεταφέρθηκε χθες (27.3.2014) περί ώρα 15.45 στο Κ. Νιγρίτας για λόγους προσωπικής του ασφάλειας. Τοποθετήθηκε σε θάλαμο νεοεισερχομένων περί ώρα 18.30 μόνος του και μακριά από άλλους κρατούμενους, ώστε να υπάρχει συνεχής παρακολούθησή του από το προσωπικό του σωφρονιστικού καταστήματος.
Μάλιστα εντός του χώρου κράτησής του τοποθετήθηκε κάμερα, ώστε να υπάρχει πλήρης εποπτεία και καταγραφή όλων των κινήσεων. Περί ώρα 23.30 υπάλληλοι του καταστήματος κράτησης παρατήρησαν ότι δεν εκινείτο, ενώ βρισκόταν για ώρα στο κρεβάτι του. Εισήλθαν τότε στο κελί του όπου και διαπιστώθηκε έλλειψη των αισθήσεών του.
Ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ το οποίο προσήλθε σε 17 λεπτά και μετέφερε τον κρατούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών, όπου πιστοποιήθηκε ο θάνατός του. Ταυτόχρονα με την ως άνω πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση, διενεργείται και προανάκριση από την Αστυνομία στην οποία παραδόθηκε και το υλικό της κάμερας, ενώ αναμένονται και τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής εξέτασης για τη διαπίστωση των αιτίων θανάτου», ανέφερε τότε η ανακοίνωση του υπουργείου Δικαιοσύνης. Είχε ακολουθήσει έρευνα των Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ, η οποία είχε βασιστεί στο υλικό της κάμερας από το κελί και στη συνέχεια σε μαρτυρίες σωφρονιστικών καθώς και στις διαπιστώσεις ιατροδικαστών και εγκληματολογικού. Το πόρισμα είχε καταλήξει σε αδιάσειστα στοιχεία, με βάση τα οποία ο εισαγγελέας της Αμφισσας, Νίκος Αντωναράκος, είχε ασκήσει ποινικές διώξεις για τρία κακουργήματα σε βάρος 14 υπαλλήλων των φυλακών Νιγρίτας.
Από τα ιατροδικαστικά στοιχεία είχε προκύψει ότι ένα κάταγμα στο στέρνο ήταν η αιτία θανάτου, καθώς και ότι ο βαρυποινίτης είχε υποστεί τον βασανισμό της φάλαγγας. Οι κατηγορίες αφορούσαν τα κακουργήματα του βασανισμού με αποτέλεσμα τον θάνατο, του απλού βασανισμού και της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, καθώς και το πλημμέλημα της υπόθαλψης εγκληματία.
Με δήλωσή του, ο γενικός γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής του υπουργείου Δικαιοσύνης Μαρίνος Σκανδάμης είχε κάνει λόγο για βάναυσες και απάνθρωπες πράξεις που προσβάλλουν το κράτος δικαίου, ενώ είχε προσθέσει ότι «τέτοιες συμπεριφορές βγαλμένες από τα πιο σκοτεινά χρόνια της Ιστορίας λαμβάνουν την απάντησή τους από την ελληνική Δικαιοσύνη και την Πολιτεία. Ο νόμος θα εφαρμοστεί υποδειγματικά και κατά παντός υπευθύνου».