«Η ιστορία κάθε τόπου θα πρέπει να είναι κοινό κτήμα όλων των πολιτών, χωρίς αποκρύψεις και κουτοπονηριές» δηλώνει προς το «Βήμα της Κυριακής» ο αναπληρωτής υπουργός…
Προστασίας του Πολίτη Νίκος Τόσκας, ο οποίος είχε και την πρωτοβουλία για την άρση του απορρήτου επί των 2.110 ατομικών φακέλων πολιτικών φρονημάτων που ανασύρθηκαν από τα αραχνιασμένα αρχεία της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας της ΕΛ.ΑΣ. Μάλιστα, όπως κάνει γνωστό, η σχετική διαδικασία αναμένεται να ξεκινήσει εντός των προσεχών ημερών, οπότε και θα διατεθούν ειδικός χώρος και τηλεφωνικός αριθμός όπου οι ενδιαφερόμενοι πολίτες θα μπορούν να επικοινωνούν και στη συνέχεια, έπειτα από ραντεβού που θα ορίζεται, θα μπορούν αυτοπροσώπως να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου του φακέλου που τους αφορά. Η διαδικασία αυτή άργησε κάποιες δεκαετίες ατέρμονων προσπαθειών των ενδιαφερομένων για το προφανές: την ιστορική αλήθεια, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που καθόρισαν τη ζωή των ανθρώπων τους και των ιδίων και σφράγισαν την πορεία αυτού του τόπου. Με αφορμή την έναρξη της όλης διαδικασίας, καταθέτουν τη μαρτυρία τους για τις πολυετείς άκαρπες προσπάθειές τους να αποκτήσουν πρόσβαση στους φακέλους των γονιών τους, αλλά και τις προσδοκίες και τον προβληματισμό τους για το τι στοιχεία έχουν απομείνει – για όσους έχουν απομείνει – στους φακέλους αυτούς, ο Σήφης Ζαχαριάδης, ο Αλέξης Γυφτοδήμος-Καραγιώργης και η Εφη Αργυριάδη.

«Οι διατηρούμενοι ατομικοί φάκελοι πολιτικών φρονημάτων δεν είναι προσιτοί στους ενδιαφερομένους ή στο κοινό, θα παραδοθούν δε στην ιστορική έρευνα μετά την πάροδο εικοσαετίας» ανέφερε η υπουργική απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1989, την οποία υπέγραφαν οι τότε υπουργοί της συγκυβέρνησης Τζαννετάκη: Προεδρίας Αθανάσιος Κανελλόπουλος, Δικαιοσύνης Φ. Κουβέλης και Δημόσιας Τάξης Ιωάννης Κεφαλογιάννης (ΦΕΚ 672/8.9.1989), ενώ η νεότερη υπουργική απόφαση που υπέγραψαν λίγο πριν από τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009 οι τότε υπουργοί Εσωτερικών Πρ. Παυλόπουλος και ο αναπληρωτής του Χρ. Μαρκογιαννάκης, καθώς και ο υπουργός Δικαιοσύνης Ν. Δένδιας παρέτεινε – άγνωστο με ποιο σκεπτικό – την απαγόρευση για 20 επιπλέον χρόνια, δηλαδή ως το 2029! Επρόκειτο για τους φακέλους που γλίτωσαν από την υψικάμινο στην οποία κάηκαν τον Αύγουστο του 1989 στο πλαίσιο της «εθνικής συμφιλίωσης» χιλιάδες φάκελοι αγωνιστών και μαζί τους ένα πολύτιμο κομμάτι της Ιστορίας του τόπου. «Επί δεκαετίες οι πολιτικές ηγεσίες και οι κρατικές υπηρεσίες μού αρνούνταν το δικαίωμα να λάβω γνώση του φακέλου. Στο τέλος, με διακομματική συναίνεση, τον κατέστρεψαν. Με ποιο δικαίωμα; Δεν αρκούσε ότι δολοφονήθηκε ο πατέρας μου; Επρεπε το 1989, εν ονόματι της “εθνικής συμφιλίωσης”, να εξαφανίσουν και τεκμήρια της ιστορικής μνήμης; Για ποιους ανομολόγητους λόγους, οι μαΐστορες εγκέφαλοι του ΚΚΕ και της Ελληνικής Αριστεράς (προερχόμενης από τη διάσπαση του πρώην ΚΚΕ εσωτερικού), όντας συγκυβέρνηση με τη ΝΔ και παρά τις σφοδρές αντιδράσεις της συντριπτικής πλειονότητας των ιστορικών, αλλά και μερίδας φορέων, συνέπραξαν ασμένως στην καταστροφή των φακέλων, κρίνοντας οι ίδιοι τι ενδιέφερε την Ιστορία;» αναφέρει χαρακτηριστικά η Εφη Αργυριάδη, κόρη του Ηλία Αργυριάδη, του κομμουνιστή που εκτελέστηκε στις 30 Μαρτίου 1952 μαζί με τους Νίκο Μπελογιάννη, Νίκο Καλούμενο και Δημήτρη Μπάτση.

Στην πρόσφατη, ιστορικής σημασίας, υπουργική απόφαση που υπογράφουν εκτός από τον κ. Τόσκα, ο υπουργός Εσωτερικών Π. Κουρουμπλής και ο υπουργός Δικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλος (ΦΕΚ 1538/31.5.2016) προβλέπεται ότι εκτός από τα ίδια τα πρόσωπα που βρίσκονται εν ζωή, δικαίωμα πρόσβασης στους φακέλους έχουν οι σύζυγοι και οι συγγενείς μέχρι τρίτου βαθμού (εφόσον οι άμεσα εμπλεκόμενοι δεν ζουν πια). Οσον αφορά την ιστορική ή τη δημοσιογραφική έρευνα, η πρόσβαση στους φακέλους θα καθοριστεί βάσει κριτηρίων που θα θέσει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ενώ προσεχώς αναμένεται και η συγκρότηση Διεύθυνσης Ιστορίας Αστυνομίας, κατά το πρότυπο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, με στόχο τη συστηματοποίηση του συνολικού αρχειακού υλικού που έχει στη διάθεσή της η ΕΛ.ΑΣ.

Αδιανόητο να μένουν στο σκοτάδι
Ποιο ήταν όμως το πολιτικό σκεπτικό για την άρση του απορρήτου για τους 2.110 εναπομείναντες φακέλους (αφορούν την περίοδο από το 1945 ως το 1974); Ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη εξηγεί: «Η ιστορία κάθε τόπου θα πρέπει να είναι κοινό κτήμα όλων των πολιτών, χωρίς αποκρύψεις και κουτοπονηριές. Τα πρόσωπα που συνέβαλαν στη δημιουργία των ιστορικών γεγονότων, άσχετα από ποια πλευρά ήταν, θα πρέπει να μνημονεύονται και από εκεί και πέρα είναι θέμα του κοινού ή των ιστορικών να κάνουν την κριτική τους. Είναι αδιανόητο φάκελοι με ιστορικά γεγονότα εδώ και πάνω από μισό αιώνα να μη γίνονται κτήμα όσων προβλέπουν οι νόμοι και οι ιστορικές ανάγκες».

Οσον αφορά το πρακτικό πεδίο υλοποίησης της απόφασης και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούν να πληροφορούνται το περιεχόμενο των συγκεκριμένων φακέλων οι ενδιαφερόμενοι – επιζώντες, συγγενείς τους ή τρίτα πρόσωπα που ορίζει πλέον ο νόμος – ο κ. Τόσκας διευκρινίζει ότι «μέσα στις επόμενες μέρες θα διατεθεί ειδικός χώρος όπου οι ενδιαφερόμενοι πολίτες θα μπορούν να επικοινωνούν τηλεφωνικά και στη συνέχεια, έπειτα από ορισμό ημέρας και ώρας αυτοπρόσωπης επικοινωνίας, θα μπορούν να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου».

Αλ. Γυφτοδήμος
«Δεν πήραμε ποτέ απάντηση»
Ο Κώστας Καραγιώργης (το πραγματικό επώνυμό του ήταν Γυφτοδήμος) υπήρξε εκ των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ την περίοδο Ζαχαριάδη, διευθυντής του «Ριζοσπάστη» από το 1944 ως το 1947 και έφτασε ως τον βαθμό του αντιστρατήγου του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), ενώ μετά την ήττα του 1949 βρέθηκε στη Ρουμανία. Οι διαφωνίες του με τον Ζαχαριάδη του κόστισαν την ίδια του τη ζωή. Το 1950 καθαιρέθηκε και ακολούθως διαγράφηκε, συνελήφθη αυθημερόν από τους συντρόφους του και με εντολή Ζαχαριάδη τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Βουκουρέστι, ενώ μετά την απόδρασή του πιάστηκε και παραδόθηκε στο ρουμανικό καθεστώς, το οποίο του επιφύλαξε φρικτές συνθήκες φυλάκισης, δίχως δίκη, με ψυχολογικά βασανιστήρια. Η φυματίωση και η πλήρης ψυχική και σωματική κατάρρευση οδήγησαν στον θάνατό του, χωρίς οι οικείοι του να μάθουν ποτέ ούτε πού ετάφη.

Η σύζυγός του και αγωνίστρια του ΚΚΕ Μαρία Καραγιώργη προσπάθησε μαζί με τον γιο τους, Αλέξη Γυφτοδήμο-Καραγιώργη, να βρουν στοιχεία για τους φακέλους και των τριών τους. «Ενα από τα πάγια αιτήματα της Αριστεράς μετά τον Εμφύλιο ήταν “να καούν οι φάκελοι”. Οποτε ένας αριστερός ζητούσε δουλειά, διορισμό, ακόμη και δίπλωμα οδήγησης, πρώτα εξεταζόταν ο φάκελός του. Ακόμη και για εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο ήταν απαραίτητο το “Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων”, το οποίο βέβαια δεν έπαιρνες αν είχες φάκελο – μέχρι το 1961 νομίζω» αναφέρει ο κ. Γυφτοδήμος.

«Εύλογο λοιπόν το αίτημα. Εύλογοι επομένως και οι πανηγυρισμοί όταν το 1989 ανακοινώθηκε ότι επιτέλους όντως θα καούν. Η χαρά της Αριστεράς απολύτως κατανοητή. Η προθυμία της Δεξιάς όμως; Οι καιροί είχαν αλλάξει. Κανείς δεν κινδύνευε πια από τους φακέλους. Πολλοί αριστεροί, ψημένοι χρόνια σε φυλακές και εξορίες, καχύποπτοι προς όποιο “ευεργετικό” μέτρο της όποιας εξουσίας, αντέδρασαν. Θεωρούσαν ότι οι “φάκελοι” ανήκουν πια στην Ιστορία και μέσω αυτών οι ιστορικοί θα μπορέσουν να φωτίσουν πολλές άγνωστες πτυχές αυτής της εποχής και να έχουν μια πολύ πιο ολοκληρωμένη εικόνα της. Δεν είδαν το κάψιμο ως λύτρωση για τους ίδιους, αντίθετα ως μία πράξη που στρεφόταν πάλι εναντίον τους, γιατί έτσι εξαφανίζονταν οι καταδότες, οι χαφιέδες, όλος αυτός ο συρφετός που τους παρακολουθούσε στην κάθε τους κίνηση και έβαζε τρικλοποδιές όπου μπορούσε. Αυτοί που βασάνισαν. Αυτοί που πρόδωσαν συντρόφους» σημειώνει.

Οπως εξηγεί ο κ. Γυφτοδήμος «πολλοί γνωστοί αριστεροί τότε ζήτησαν να εξαιρεθεί από το κάψιμο ο δικός τους φάκελος και να παραδοθεί στους ίδιους ή σε κάποιο ιστορικό αρχείο». «Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και η Μαρία Καραγιώργη, η οποία ζήτησε και τον δικό της φάκελο και του πατέρα μου, Κώστα Καραγιώργη, και τον δικό μου. Δεν πήρε απάντηση. Υποθέτω ότι κάηκαν, όπως οι περισσότεροι. Η απόφαση για την καύση υλοποιήθηκε τότε με εξαιρετικό ζήλο και πρωτοφανή ταχύτητα για την ελληνική διοίκηση» υπογραμμίζει, ενώ επανέρχεται και τώρα στο ίδιο αίτημα και ζητεί: «Αν υπάρχουν ακόμη οι φάκελοί μας, να παραδοθούν σε εμένα ή στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας».

Εφη Αργυριάδη
«Μου έλεγαν ψέματα»
Η κόρη του εκτελεσθέντος κομμουνιστή και στελέχους του παράνομου δικτύου ασυρμάτων του ΚΚΕ που εξαρθρώθηκε τον Νοέμβριο του 1951 Ηλία Αργυριάδη (συνελήφθη στη βίλα «Αύρα» της Γλυφάδας, όπου είχε εγκαταστήσει σε υπόγεια κρύπτη τους ασυρμάτους και καταδικάστηκε τον Φεβρουάριο του 1952 από το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών για κατασκοπεία «δις εις θάνατον», για να εκτελεστεί έναν μήνα αργότερα μαζί με τους Μπελογιάννη, Καλούμενο και Μπάτση) αναζητούσε τον φάκελο του πατέρα της πολλά χρόνια πριν από το ’89.

«Το 1983 ή το 1984 συναντήθηκα με τον τότε “αττικάρχη” της Ελληνικής Αστυνομίας Μανώλη Μποσινάκη, με αίτημα να λάβω γνώση του περιεχομένου του φακέλου. Εισέπραξα κατηγορηματική άρνηση» αναφέρει η ίδια. Δεν περιορίστηκε όμως εκεί: «Στις 7 Δεκεμβρίου 1984 υπέβαλα αίτηση με το ίδιο αίτημα, στο τότε υπουργείο Δημόσιας Τάξης (κυβέρνηση ΠαΣοΚ). Στις 7 Ιανουαρίου 1985 έλαβα από τη Διεύθυνση Κρατικής Ασφαλείας (Τμήμα Προστασίας του Πολιτεύματος, παρακαλώ!) την ψευδή “υπηρεσιακή” απάντηση ότι “δεν υπάρχουν στοιχεία” για τον πατέρα μου και συνεπώς “δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί” το αίτημά μου».

Η τελευταία επίσημη προσπάθειά της έγινε στις 9.4.2001. «Με την αριθ. 14837 αίτησή μου προς τον τότε υπουργό Δημόσιας Τάξης Μιχ. Χρυσοχοΐδη περιέγραφα την ιστορική αξία των ζητουμένων στοιχείων και για αυτό εστίασα όχι στις “καθ’ ύλην” αρμόδιες υπηρεσίες, αλλά στην πολιτική βούληση» σημειώνει και προσθέτει: «Πίστευα (αφελώς όπως αποδείχτηκε) ότι για ιστορικούς λόγους θα είχε διατηρηθεί ο φάκελος του πατέρα μου. Η απάντηση, με ημερομηνία 13-4-2001, ανέφερε ότι “οι ατομικοί φάκελοι πολιτικών φρονημάτων των ελλήνων πολιτών έχουν καταστραφεί από 29 Αυγούστου 1989″»!

Η ίδια υπογραμμίζει: «Οπως διαφαίνεται από την παραπάνω απάντηση (αν αυτή λέει την αλήθεια), ο φάκελος του πατέρα μου (τουλάχιστον στη χάρτινη μορφή του…) έχει οδηγηθεί στην πυρά». Πάντως προσθέτει και κάτι ακόμη: «Εχοντας μακρά και πικρή πείρα, αρνούμαι να πιστέψω ότι οι κρατικές μυστικές υπηρεσίες παραιτήθηκαν από τον διαχρονικό ρόλο τους και αποδέχτηκαν να χάσουν διά παντός το πολύτιμο υλικό, χωρίς να διατηρήσουν (όχι απαραιτήτως σε χάρτινη μορφή) το περιεχόμενο ενός μεγάλου αριθμού φακέλων και πάντως πολύ μεγαλύτερου από αυτόν που εμφανίζεται σήμερα».

Σ. Ζαχαριάδης
«Να μη χαθεί άλλος χρόνος»
Ο γιος του Νίκου Ζαχαριάδη, του επί 25ετία γενικού γραμματέα του ΚΚΕ (1931-1956), του πλέον δοξασμένου αλλά και πιο αμφιλεγόμενου προσώπου στην Ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος της χώρας, έχει καταβάλει εδώ και πολλά χρόνια μεγάλες προσπάθειες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρωσία, προκειμένου να ανοίξουν τα αρχεία για τον πατέρα του.

«Ασφαλώς είμαι ένας διαφορετικός άνθρωπος από τον πατέρα μου αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι μεγάλωσα ως ο γιος του Νίκου Ζαχαριάδη. Σε κάθε βήμα της ζωής μου με ακολουθούσε η μορφή του και τα βιώματα που είχα μαζί του. Αυτό, όμως, ήταν κάτι εντελώς προσωπικό για εμένα. Στις κοινωνικές μου σχέσεις, στην επαφή μου με την κοινωνία, με ακολουθούσε και με ακολουθεί ο Νίκος Ζαχαριάδης ως το ιστορικό πρόσωπο. Ολα όσα του αναγνώριζαν και όλα όσα του καταμαρτυρούσαν οι σύντροφοί του και οι πολιτικοί του αντίπαλοι» αναφέρει ο Σήφης Ζαχαριάδης.

Και προσθέτει: «Αναζητώντας να μάθω περισσότερα για τον πατέρα μου κατέληξα πολύ νωρίς στο συμπέρασμα πως ό,τι τον αφορούσε έπρεπε να δοθεί στη δημοσιότητα. Να μπορεί να το βρει ο ιστορικός ερευνητής αλλά και ο τελευταίος έλληνας πολίτης που θα είχε το ενδιαφέρον της αναζήτησης της Ιστορίας μέσα από ντοκουμέντα και στοιχεία. Προσωπικά αυτό κάνω. Κάθε τι καινούργιο που βρίσκω γύρω από τη ζωή και την πολιτική δράση του πατέρα μου φροντίζω να το δημοσιοποιώ».

Οπως εξηγεί όμως «το θέμα δεν είναι τι κάνω εγώ ως άτομο ή τι κάνουν ιδιωτικά οι ερευνητές της Ιστορίας». «Το θέμα είναι τι κάνει το κράτος ώστε οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ή οι συγγενείς τους, οι ερευνητές και οι ιστορικοί επιστήμονες να έρθουν σε επαφή με αυτό το υλικό και να το αξιοποιήσουν για την καλύτερη γνώση της Ιστορίας του τόπου μας» συνεχίζει ο κ. Ζαχαριάδης και καταλήγει:

«Επιτέλους έχουμε αποτέλεσμα. Χαιρετίζω την απόφαση της κυβέρνησης και των αρμοδίων υπουργών να ανοίξουν οι φάκελοι. Είναι μια θαυμάσια ενέργεια που βάζει τέλος σε μια εποχή κατά την οποία στη χώρα μας κυριάρχησαν τα πάθη και ο πολιτικός ρατσισμός σε βάρος των κομμουνιστών, των αριστερών, των προοδευτικών πολιτών.

Ελπίζω όλα να προχωρήσουν γρήγορα. Να μην κολλήσουμε στα γρανάζια της γραφειοκρατίας. Να μη χάσουμε άλλο χρόνο».