«Η ανασκαφή του Αμορίου μας προσφέρει την εικόνα μιας βυζαντινής πόλης όπως ακριβώς ήταν στην εποχή της» λέει ο αρχαιολόγος Νίκος Τσιβίκης, ερευνητής του Ινστιτούτου…
Μεσογειακών Σπουδών / ΙΤΕ και μέλος της διεθνούς ανασκαφικής ομάδας που, υπό τη διεύθυνση του Πανεπιστημίου της Ανατολίας στο Εσκισεχίρ, τα τελευταία χρόνια ερευνά συστηματικά τη βυζαντινή πόλη της κεντρικής Μικράς Ασίας. Τα ευρήματα που φέρνει στο φως η μοναδική στο είδος της ανασκαφική σύμπραξη Τούρκων και Ελλήνων αρχαιολόγων μας δίνουν τη σπάνια ευκαιρία να γνωρίσουμε τη βυζαντινή κοινωνία και το υλικό αποτύπωμά της.

Λίγο πριν επιστρέψει στον χώρο της ανασκαφής, ο Νίκος Τσιβίκης μας ξεναγεί στο βυζαντινό Αμόριο, μας μιλά όμως και για όσα συμβαίνουν σήμερα στην Τουρκία, μετά το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα στο αεροδρόμιο Ατατούρκ της Κωνσταντινούπολης.

Συνέντευξη σε καθημερινή εφημερίδα (Αυγή)

* Το προχθεσινό χτύπημα στο αεροδρόμιο Ατατούρκ της Κωνσταντινούπολης σας βρήκε στην Ελλάδα ή στην Τουρκία;

Με βρήκε στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των τελευταίων προετοιμασιών για την έναρξη της φετινής ανασκαφικής περιόδου στο Αμόριο. Όσο κι αν κανείς νιώθει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τον φόβο γύρω από ένα τέτοιο γεγονός, δεν παύει να έχει δεύτερες σκέψεις για το πόσο ασφαλείς μπορεί να είναι οι συνθήκες στον χώρο της εργασίας μας. Ήδη αρκετά μέλη του διεθνούς κομματιού τής ανασκαφής έχουν δηλώσει ότι ίσως φέτος δεν πάρουν μέρος. Αντίθετα, οι Τούρκοι συνάδελφοι και φίλοι μας είναι υποχρεωμένοι να ζήσουν μ’ αυτή την πραγματικότητα, ενώ η καθημερινή επιστημονική δουλειά συνεχίζεται αδιατάρακτα, έστω φαινομενικά.

* Τι σας λένε στα μηνύματά τους;

Επισημαίνουν την τραγικότητα των γεγονότων και ότι ούτε οι ίδιοι μπορούν να πιστέψουν πώς φτάσανε στην Τουρκία τόσο γρήγορα σε μια τέτοια έκρυθμη κατάσταση. Ουσιαστικά μέσα σε έναν χρόνο, από τις πρώτες εκλογές του περσινού καλοκαιριού ώς σήμερα, η Τουρκία είναι μια άλλη χώρα, όπου η ασφάλεια δεν είναι πλέον δεδομένη. Τον περασμένο Μάρτιο ήμουν στην Κωνσταντινούπολη την ημέρα του χτυπήματος στην Ιστικλάλ, την πιο κεντρική οδό του τουριστικού κέντρου. Ήμουν μαζί με έναν Έλληνα συνάδελφο, ο οποίος δεν είχε ακολουθήσει το πρόγραμμα του συνεδρίου που παρακολουθούσαμε και βρισκόταν στην Ιστικλάλ. Φοβηθήκαμε πολύ μέχρι να τον εντοπίσουμε.

* Έχει επηρεάσει αυτή η ένταση την καθημερινότητα των Τούρκων. Τι σας λένε οι φίλοι σας από εκεί;

Όχι σε αποφασιστικό βαθμό. Για πολύ κόσμο είναι μια επιστροφή στις πιο σκοτεινές ημέρες του πρόσφατου παρελθόντος τους, στην περίοδο του κουρδικού πολέμου. Για άλλους πρόκειται για μια απογοήτευση, τη ματαίωση μιας προοδευτικής πορείας στην οποία μεγάλο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας είχε πιστέψει και μοιάζει να ανακόπτεται. Τηρουμένων των αναλογιών, καθρεφτίζει και μια διεθνή συνθήκη. Όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, τα τρομοκρατικά χτυπήματα έχουν εγκαταστήσει ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Έτσι και για πολλούς Τούρκους φίλους και συναδέλφους απειλείται ο τρόπος ζωής τους, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούν να σταματήσουν να ζουν.

* Πόσα χρόνια ανασκάπτετε στην Τουρκία;

Ξεκίνησα το 2002 ως μεταπτυχιακός φοιτητής και σχεδόν κάθε χρόνο από τότε μεγάλο τμήμα του καλοκαιριού μου το περνάω στο Αμόριο, σε ένα εξωτικό για τους Έλληνες μέρος, στην κεντρική Ανατολία. Οι κοντινότερες μεγάλες πόλεις είναι το Αφιόν Καραχισάρ και το Εσκισεχίρ, ενώ το ίδιο το Αμόριο βρίσκεται ελάχιστα χιλιόμετρα από τις πηγές του Σαγγάριου, του ποταμιού που σημάδεψε το απώτατο όριο της προώθησης του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία ή αλλιώς εισβολή όπως την ονομάζει η τουρκική ιστοριογραφία.

* Φορτισμένη εθνικά και ιδεολογικά η περιοχή που ανασκάπτετε. Πώς σας δέχονται οι κάτοικοί της;

Την πρώτη χρονιά οι Τούρκοι εργάτες της ανασκαφής, ντόπιοι κάτοικοι του χωριού Χισάρ, μου δείχναν στον ουρανό τα τουρκικά F16 από τη διπλανή αεροπορική βάση και μου έλεγαν αστειευόμενοι ότι «Πάνε για Ελλάδα». Σε αντίθεση με ό,τι θα μπορούσαμε να φανταστούμε, οι άνθρωποι μας υποδέχονται ζεστά, ανοίγουν τα σπίτια τους, μας φιλοξενούν, μας καλούν στις κοινωνικές τους εκδηλώσεις και μοιράζονται και τα λίγα που μπορεί να έχουν στα φτωχικά αγροτικά σπιτικά τους μαζί μας. Παράλληλα, και σε ένα άλλο επίπεδο, οι Τούρκοι συνάδελφοι μας έχουν αγκαλιάσει και μας κάνουν να νιώθουμε σαν μια ενιαία ομάδα.

* Πως είναι να δουλεύετε μαζί Έλληνες και Τούρκοι αρχαιολόγοι;

Ελλάδα και Τουρκία μοιράζονται έναν γεωγραφικό χώρο που ιστορικά έχει φιλοξενήσει πολιτισμούς που απλώνονταν και στις δύο όχθες του Αιγαίου. Τα επιστημονικά ερωτήματα που έχουμε και οι δύο ομάδες είναι πολλές φορές παρόμοια, οπότε η συνύπαρξη βοηθάει πολύ στην καλύτερη κατανόηση του ιστορικού όλου και από τις δύο πλευρές. Η έρευνά μας για το Βυζάντιο είναι μια τέτοια περίπτωση. Το βυζαντινό κράτος στις περιόδους της ακμής του απλωνόταν τόσο στη Βαλκανική χερσόνησο και την Ελλάδα όσο και στη Μικρά Ασία. Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τη βυζαντινή κοινωνία αν δεν παίρνουμε υπόψη τις πολύ διαφορετικές συνθήκες που επικρατούσαν στις διαφορετικές περιοχές της αχανούς αυτής αυτοκρατορίας. Κάθε μέρα που δουλεύουμε μαζί, εμείς μαθαίνουμε κάτι απ’ αυτούς κι εκείνοι κάτι από μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η καλή γνώση που έχουν οι Έλληνες βυζαντινοί αρχαιολόγοι της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και των χριστιανικών λειτουργιών της, με τις οποίες οι Τούρκοι δεν είναι εξοικειωμένοι και δυσκολεύονται να κατανοήσουν. Αντίστοιχα, οι Τούρκοι συνάδελφοί μας έχουν μεγάλη εμπειρία και καλή γνώση της ανασκαφής εκτεταμένων βυζαντινών πόλεων, κάτι που συμβαίνει λιγότερο συχνά στην Ελλάδα. Άλλωστε και το πρόγραμμά μας, που χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, θέτει σαν βασικό στόχο τη συνεργασία των δύο επιστημονικών κοινοτήτων.

* Γιατί το Αμόριο αποτελεί μοναδικό δείγμα ανασκαφής βυζαντινής πόλεως;

Το Αμόριο και η ανασκαφή του ξεχωρίζουν για μια σειρά από λόγους. Πρόκειται για μια πόλη που ακμάζει μετά τον 7ο αιώνα και μέχρι τον 11ο, όταν και γίνεται η πρωτεύουσα του θέματος των Ανατολικών, της πιο σημαντικής δηλαδή επαρχίας της βυζαντινής Μικράς Ασίας. Ενδεικτικό της σημασίας του είναι ότι τον 9ο αιώνα αυτοκράτορας του Βυζαντίου γίνεται ο Μιχαήλ Β’, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αμόριο, εγκαινιάζοντας την Αμοριανή δυναστεία που μετρά ακόμα δύο αυτοκράτορες. Την εποχή αυτή οι βυζαντινοί συγγραφείς αναφέρονται στο Αμόριο ως τη δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας μετά την Κωνσταντινούπολη. Κι όχι τυχαία, λόγω κυρίως της στρατιωτικής και διοικητικής του σημασίας καθώς το Αμόριο υπήρξε ο βασικός σταθμός του βυζαντινού στρατού κατά τους συνεχείς αραβοβυζαντινούς πολέμους.

Η ολοσχερής καταστροφή του Αμορίου το 838 από τον στρατό του χαλίφη Αλ Μουτάσιμ επέτρεψε στη συστηματική ανασκαφή να εντοπίσει την εικόνα της πόλης και των δραστηριοτήτων των κατοίκων της λίγες στιγμές πριν από το τέλος τους. Η πόλη ξαναχτίζεται μερικώς τον επόμενο αιώνα επάνω στα ερείπια και κατοικείται μέχρι τον 11ο αιώνα, οπότε και εγκαταλείπεται οριστικά από τον φόβο των Σελτζούκων Τούρκων. Το γεγονός ότι ποτέ δεν χτίστηκε νεότερος οικισμός πάνω από τα βυζαντινά ερείπια επιτρέπει την πλήρη διερεύνηση των βυζαντινών καταλοίπων. Οπότε, η ανασκαφή του Αμορίου μας προσφέρει την εικόνα μιας βυζαντινής πόλης όπως ακριβώς ήταν στην εποχή της, κάτι αδύνατο για άλλες μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, όπως η Κωνσταντινούπολη ή η Θεσσαλονίκη, που κατοικήθηκαν χωρίς διακοπή ώς τους νεότερους χρόνους.

* Τι έχει έρθει στο φως μέχρι τώρα;

Γνωρίζουμε πλέον τα τείχη της Κάτω Πόλης αλλά και της Ακρόπολης και εντός αυτών έχουν ανασκαφεί πολλά σημαντικά μνημεία. Ξεχωρίζει η μεγάλη χριστιανική εκκλησία του 6ου αι. μ.Χ. της Κάτω Πόλης, που αρχικά είχε τη μορφή τρίκλιτης βασιλικής και μετά την καταστροφή της από τους Άραβες, το 838, ξαναχτίζεται ως μεγαλοπρεπής ναός με τρούλο. Πιο σημαντικό, ίσως, από την άποψη της καθημερινής ζωής είναι η ανασκαφή μιας ολόκληρης μεσοβυζαντινής γειτονιάς που φιλοξενούσε πλήθος εγκαταστάσεων παραγωγής κρασιού. Στις δύο πλευρές ενός κεντρικού δρόμου της πόλης ανασκάφηκαν πολλά κτήρια με πατητήρια, εντυπωσιακές τεχνολογικά πρέσες κρασιού, αποθηκευτικούς χώρους αλλά και πιθανούς χώρους πώλησης του κρασιού. Ανάμεσα στα κτήρια που καταστράφηκαν το 838, βρέθηκαν ανθρώπινα κατάλοιπα των κατοίκων της πόλης. Βρήκαμε ανθρώπους χτυπημένους από σπαθιά και άλλα όπλα να κείτονται στους δρόμους της πόλης και γύρω τους είχαν τα υπάρχοντά τους, κοσμήματα, νομίσματα, μεταλλικά σκεύη αλλά και πολύτιμους λίθους, μαζί με όπλα που είχαν χρησιμοποιήσει οι ίδιοι ή οι εχθροί τους.

Μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα που χρονολογούνται μετά την καταστροφή προέρχονται από το νεκροταφείο του 10ου και 11ου αιώνα, όπου λόγω των ειδικών κλιματικών συνθηκών της περιοχής, διατηρήθηκαν τα ενδύματα των νεκρών, τα δερμάτινα παπούτσια τους και σε μία περίπτωση ακόμη και το νεκρικό σάβανο ενός επιφανούς Αμοριανού, πιθανότατα επισκόπου. Την καλύτερη εικόνα δίνει ο τάφος μιας σημαντικής Αμοριανής όπου σώθηκε πλήρως το νεκρικό της φόρεμα, πιθανότατα σε αποχρώσεις του πορφυρού, μαζί με τα δερμάτινα πασούμια της διακοσμημένα με χάλκινα επιράμματα.

* Τι μας λέει για την κοινωνία της εποχής το Αμόριο;

Μας λέει πολλά. Παρατηρούμε, για παράδειγμα, την ένταση της παραγωγής κρασιού κατά τη διάρκεια των αραβικών πολέμων προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες του συγκεντρωμένου βυζαντινού στρατού. Μια ολόκληρη γειτονιά της πόλης αφιερώθηκε αποκλειστικά σ’ αυτό το σκοπό. Μια διαφορετική εικόνα έχουμε για την πόλη του 11ου αιώνα, όταν, ενώ ανατολικά καταρρέει το βυζαντινό μέτωπο, η ελίτ της πόλης επιδεικνύει τον μεγαλύτερο δυνατό πλούτο επενδύοντας σε νέα κτήρια και ατομικό πλούτο όπως τον βλέπουμε στις ταφές. Πρόκειται γενικά για μια εύρωστη οικονομικά κοινωνία, στην κορυφή της οποίας βρίσκονταν αξιωματούχοι του στρατού και της αυτοκρατορικής διοίκησης και η οποία βασιζόταν στον πλούτο που έφερνε η παρουσία του στρατού και της διοίκησης αλλά και η αγροτική εκμετάλλευση της γης.

* Τι προσθέτει στη γνώση μας για τους μέσους βυζαντινούς χρόνους και τη Βυζαντινή Αρχαιολογία το Αμόριο;

Στο Αμόριο μελετάμε μία ολόκληρη μεσοβυζαντινή πόλη και ανασκάπτουμε τμήματά της με προσοχή και συστηματικότητα που παλιότερα η Αρχαιολογία απέδιδε μόνο σε αρχαιότερες εποχές. Παράλληλα, εφαρμόζουμε σύγχρονες γεωφυσικές και δορυφορικές αρχαιολογικές μεθόδους, εντελώς πειραματικές για τον κλάδο της Βυζαντινής Αρχαιολογίας. Εδώ λοιπόν το κοσμικό βυζάντιο και η κοινωνία του βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνας και των ερωτημάτων μας, ελπίζοντας η εργασία αυτή να αποτελέσει αφορμή και για άλλες ανάλογες προσπάθειες.

* Έχει ανασκαφεί κάτι παρόμοιο στον ελλαδικό χώρο;

Το πιο κοντινό αντίστοιχο σε μια πόλη όπως το Αμόριο είναι η μεσοβυζαντινή Θήβα και ο μεσοβυζαντινός Χάνδακας, και οι δύο πόλεις πρωτεύουσες βυζαντινών επαρχιών, που όμως έχουν ανασκαφεί αποσπασματικά λόγω της διαρκούς κατοίκησής τους. Η μεγαλύτερη φυσικά βυζαντινή πόλη στην Ελλάδα, η Θεσσαλονίκη, μας έδωσε τα τελευταία χρόνια την περίφημη Μέση Οδό, τον βασικό οδικό και εμπορικό άξονά της από την ύστερη αρχαιότητα μέχρι και τα μέσα βυζαντινά χρόνια.

* Και κοντέψαμε να την καταστρέψουμε…

Η Αρχαιολογία σε μια ζωντανή και μεγάλη πόλη, όπως η Θεσσαλονίκη μας θέτει δυσκολίες και προκλήσεις άλλης τάξης μεγέθους από μία συστηματική ανασκαφή σε απομακρυσμένη επαρχία. Στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, η ίδια η πόλη, οι αρχές της και οι αρχαιολόγοι κατανόησαν τη σημασία ενός τέτοιου ευρήματος για την Ιστορία, τη γνώση και τη μνήμη και τελικά έγινε δυνατό να διασωθεί η Μέση Οδός, παρά τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που επιδίωξαν τη μεταφορά – καταστροφή της

Πηγή