Γράφει ο Χρίστος Χ. Λιάπης MD, MSc, PhD, Ψυχίατρος – Διδάκτωρ Παν/μίου Αθηνών
Πριν από έναν χρόνο, ακριβώς, βιώναμε την αγωνιώδη περίοδο της «διαπραγμάτευσης…
Βαρουφάκη». Μιας διαδικασίας που μετά από αναίτιες παλινωδίες και παλιμβουλίες, αλαζονικές κορώνες, εξω–λογικές διαπραγματευτικές κομπορρημοσύνες και ενδυματολογικώς εκκεντρικά περιτυλίγματα της πολιτικής ανικανότητας του πρώην Υπουργού μας επί των Οικονομικών, οδήγησε στην επιβολή των  αναίτιων και καταστροφικών για την ήδη άρρυθμη και παραπαίουσα οικονομική ζωή της χώρας μας, capital controls. Ήταν τότε που εξοικειωθήκαμε –ευτυχώς μόνον λεξιλογικώς, γιατί η καταστροφή δεν άγγιξε το έσχατο σημείο της εφαρμογής τους- με τα IOU (Άι όου γιού) που σχεδίαζε να εφαρμόσει ως παράλληλο νόμισμα, κατά την έξοδό μας από την Ευρωζώνη, ο κ. Βάρουφάκης και με την αναδρομική κενότητα των οιηματικών «ουάου» με τα οποία διαπραγματευόταν με  τον κ. Ντάισενμπλουμ.

Στο τέλος, η παραίτησή του κ. Βαρουφάκη από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών  απετέλεσε ένα ήσσον ετεροχρονισμένο παρελκόμενο της εξαπατητικής –για τους πλειοψηφούντες υπέρ του ΟΧΙ-  μεταστροφής από τον αυταπατηθέντα  κ. Πρωθυπουργό, του αποτελέσματος ενός αναίτιου και τραγελαφικού Δημοψηφίσματος.  Ταυτόχρονα, απεδείχθη πως οι αδιαπραγμάτευτες «κόκκινες γραμμές» του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσαν στρατηγική και επικοινωνιακή ανορθρογραφία μιας συνολικά μη ρεαλιστικής κυβερνητικής κενολογίας.

Ο παραιτηθείς, λοιπόν, Υπουργός Οικονομικών, αντί να επιδοθεί σε μια γόνιμη πολιτική και -ίσως και- χαρακτηριολογική αυτοκριτική της «αδεια-πραγμάτευσης», της κενής δηλαδή στρατηγικού νοήματος και παραγωγικού αποτελέσματος διαπραγματευτικής του προσέγγισης –ή καλύτερα άπωσης- με τους Ευρωπαίους Εταίρους, επιχείρησε προσφάτως, να επανέλθει στο επικοινωνιακό προσκήνιο, μιλώντας για την κατάθλιψη και την οργή που βιώνει η κοινωνία μας.

Ακριβώς πριν έναν χρόνο, εν μέσω της ανωτέρω εκτεθείσας  ακολουθίας κυβερνητικών αστοχιών, διαπραγματευτικών παραλογισμών και ανερυθρίαστων πολιτικών ψευδών, είχα σπεύσει να αποδώσω στον κ. Βαρουφάκη τους πολιτικούς προσδιοριστές της «Υβριστικής Ανικανότητας» (Hubristic Incompetence) και των υπολοίπων φαινομενολογικών χαρακτηριστικών που ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών της μεγάλης Βρετανίας, Λόρδος Ντέιβιντ Όουεν είχε περιγράψει ως «Σύνδρομο της Υβρεως», μη διστάζοντας να το αποδώσει σε πολιτκές  προσωπικότητες της Γηραιάς Αλβιώνος, αλλά και του παγκόσμιου πολιτικού στερεώματος, αγγίζοντας τα ηγετικά διαμετρήματα της Μάργκαρετ Θάτσερ και του Τόνυ Μπλερ.

Τότε, μαζί με τη δυναμική υποστήριξη όλων των συμφωνούντων  με την προσέγγισή μου, είχα δεχτεί και τη σφοδρή κριτική των διαφωνούντων. Μια κριτική εν μέρει δικαιολογημένη, καθώς η παράθεση συμπεριφορικών προσδιοριστών και όρων δεν είναι απόλυτα συμβατή με τον δημόσιο πολιτικό λόγο, ιδιαίτερα όταν κινείται στα ασαφή και αλληλοεπικαλυπτόμενα όρια της Ύβρεως και του Ναρκισσισμού. Πάνω σε αυτή τη δεοντολογική θεώρηση πραγματοποίησα και εγώ την αυτοκριτική μου. Εξάλλου, η επιστημονική τεκμηρίωση του «Συνδρόμου της Ύβρεως», τόσο στη θεμελιακή βάση των Πολιτικών Επιστημών, όσο και στο δεοντολογικώς αυστηρά δυσπρόσιτο και –ίσως και δικαίως αφιλόξενο για τέτοιες προσεγγίσεις- επιστημονικό έδαφος της Ψυχιατρικής έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της.

Υπήρξε όμως και μια άλλη κριτική, εμπαθής και υστερόβουλη, δανεισθείσα το επιστημονικοπολιτικώς συγκεχυμένο  πρόσημο των ιδεολογικών αγκυλώσεων και στρατεύσεων ή της άγρας επαμφοτεριζόντων κομματικών ωφελημάτων επικοινωνιακής και πολιτικής εξαργύρωσης.

Όλα αυτά, όμως, είναι ήσσονος σημασίας συγκρινόμενα με το επιπλέον κόστος οικονομικής καταστροφής και κοινωνικής αποσάθρωσης που κλήθηκε και καλείται να επωμιστεί η ήδη καθημαγμένη από τη μνημονιακή λιτότητα πατρίδα μας, λόγω της «αδεια-πραγμάτευσης Βαρουφάκη», ο οποίος, ανερυθρίαστα, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, χρησιμοποιεί στο πρόσφατο άρθρο του φράσεις του τύπου «….σήμερα ζούμε κατάθλιψη οικονομική και ψυχολογική και θυμό…».

Ας μου επιτραπεί να επισημάνω πως αρχικώς, η κατάθλιψη εθεωρείτο –ψυχαναλυτικώς-  από τον Φρόιντ και τους επιγόνους του ως εσωτερικευμένος θυμός. Ως θυμός δηλαδή που το άτομο αρνείται να εξωτερικεύσει προς το περιβάλλον του και τον ενδοβάλλει, στρέφοντάς τον προς τον ίδιον του τον εαυτό. Αρκετά χρόνια αργότερα, όμως, ο Μπεκ παρατήρησε πως τα όνειρα των καταθλιπτικών ασθενών δεν κατακλύζονταν από αισθήματα θυμού, αλλά από αισθήματα αυτοϋποτίμησης. Έτσι καθιέρωσε τη γνωσιακή ερμηνεία της κατάθλιψης, εισάγοντας τη «χαρακτηριστική τριάδα του Beck», βάσει της οποίας ο καταθλιπτικός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του χωρίς αξία, τον κόσμο εχθρικόν και το μέλλον χωρίς ελπίδα.

Κάτι ανάλογο, φαίνεται πως έλαβε χώρα και στην ελληνική κοινωνία κατά τη διάρκεια της κρίσης. Καταρχήν, είναι σηματικό να τονίσουμε πως, βάσει και των προσφάτως δημοσιευθέντων ερευνητικών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, η κατάθλιψη έχει αυξήσει τη συχνότητά της στον γενικό πληθυσμό της χώρας μας κατά 80% και αυτό μπορεί να θεωρηθεί πως συνδέεται αιτιοπαθογενετικά με την κρίση. Όμως άλλο θλίψη και άλλο κατάθλιψη. Η πρώτη είναι μια φυσιολογική αντίδραση του ψυχικού μας οργάνου, η οποία εξυπηρετεί προσαρμοστικούς σκοπούς. Η δεύτερη περιγράφει συναισθηματική παθολογία. Για αυτό πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν μετερχόμαστε όρους όπως «εθνική κατάθλιψη», είτε είμαστε γιατροί, είτε οικονομολόγοι, είτε π. Υπουργοί, είτε απλοί πολίτες.

Είναι αλήθεια, πως τα πρώτα χρόνια της κρίσης, η συναισθηματική αντίδραση του λαού υπήρξε πλησιέστερη στα φροϋδικά αντανακλαστικά του θυμού. Ενός θυμού ο οποίος, όμως δεν ήταν ούτε ενδοβαλλόμενος (όπως εν μέρει θα έπρεπε), ούτε σωστά προσανατολισμένος. Αντί, λοιπόν, οι Έλληνες να στρέψουν τον δικαιολογημένο θυμό τους για τη χρεωκοπία της χώρας και προς τους ίδιους τους εαυτούς τους που εψήφιζαν κατ’ εξακολούθηση ανίκανους και διεφθαρμένους πολιτικούς και μέσα από αυτή την αυτοκριτική επανακαθόριση της έννοιας του «υπεύθυνου πολίτη» να εμπιστευθούν νέα και αύθαρτα πρόσωπα, έκδήλωσαν τον θυμό τους τυφλά απέναντι στα κόμματα εξουσίας. Ξέχασαν πως και ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε ένα μειοψηφικό κομμάτι του παλαιοκομματικού συστήματος και γιγάντωσαν αντιδραστικώς την εκλογική του δύναμη, για να τσαλαπατηθούν τώρα από τις αυταπάτες του κ. Πρωθυπουργού. Την ίδια στιγμή, άφησαν τον θυμό να τους οδηγήσει σε επιλογές επιβράβευσης του φασισμού και της γραφικότητας, πάλι στο όνομα της απαξίωσης των κομματικών σχηματισμών που οδήγησαν τη χώρα στην κρίση.

Τώρα, “η συλλογική μας μελαγχολία” έχει ξεπεράσει το στάδιο του θυμού, αποκτώντας περισσότερο γνωσιακές προσλαμβάνουσες. Έχοντας εξαπατηθεί από τον μασκαρεμένον μνημονιακό μηρυκασμό της «πρώτης φοράς Αριτερά» οι Έλληνες δεν αισθάνονται πλέον θυμό, αλλά τη «γνωσιακή τριάδα της κατάθλιψης». Αισθανόμαστε αναξιότητα για τους εαυτούς μας, στον βαθμό που παρασυρθήκαμε από το θυμικό μας και εμπιστευθήκαμε ανίκανους, αυταπατηθέντες ή οπορτουνιστές της αυτολατρείας τους πολιτικούς. Εχθρότητα για τον κόσμο και τους Ευρωπαίους Εταίρους μας, οι οποίοι, μη ανεχόμενοι πλέον τους ερασιτεχνισμούς, τη μεταρρυθμιστική μας ραθυμία και τις παλινωδίες μας, επιβάλλουν όλο και περισσότερο ανάλγητες πολιτικές λιτότητας και ύφεσης. Και τέλος, νιώθουμε απώλεια της ελπίδας μας για το μέλλον, καθώς δεν φαίνεται προοπτική ανάκαμψης. Εκτός εάν, αψηφώντας τις παγίδες του λαϊκισμού, του προσωπικού, ρουσφετολογικού μικροσυμφέροντος και της αντιδραστικής ψήφου, εμπιστευτούμε και δώσουμε ευκαιρίες σε νέες και άφθαρτες δυνάμεις.

Γιατί, μπορεί το κόστος της περσινής διαπραγμάτευσης Βαρουφάκη να έχει ήδη αποτιμηθεί για την οικονομία, καθώς ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ, το ανεβάζει στα 100 δισ. Ευρώ, αν συνυπολογιστεί και η απώλεια στο ΑΕΠ. Αυτό που δεν έχει καταμετρηθεί, όμως, είναι η ζημιά που προκάλεσε ο πρώην Υπουργός  Οικονομικών στα ήδη εξουθενωμένα πολιτικά ήθη της χώρας μας. Μια ζημιά που σχετίζεται με την επικοινωνιακή εκδραμάτιση της πολιτικής μας ζωής, την οποία ανήγαγε σε προσωπικό προνομιακό του πεδίο, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στα επιπόλαια αντανακλαστικά της γενικευμένης απαξίωσης των παλαιότερων πολιτικών, στην ψευδοελκυστικότητα της ανερμάτιστα  θεωρητικολογούσας οικονομικής ετεροδοξίας του και στην ακιζόμενη, θεσμικώς εκδραματιστική διαχείριση των λαϊκίστικων παραμέτρων της κοινωνικής αντίδρασης. Ένα εκρηκτικό μείγμα πολιτικής ανικανότητας και διαπραγματευτικής ιστριονικότητας το οποίο πληρώνουμε τώρα ακριβά με το νέο μνημόνιο και κινδυνεύουμε να το πληρώσουμε ακριβότερα με τους επικείμενους κόφτες. Ένα μείγμα που αφήνει ορατά τα οδυνηρά του κατάλοιπα στην καθημερινότητά μας, με μόνο του αντίδοτο τη συγκροτημένη προσπάθεια όλων μας για την αποδραματοποίηση (ή αλλιώς για την απο-εκδραμάτιση) της πολιτικής και την αποκατάσταση των σχέσεών της με την κοινωνία.