Απέδωσαν καρπούς οι άοκνες και επίμονες προσπάθειες του Συλλόγου Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Βορείου Ελλάδος για τη δίκαιη αξιολόγηση των αιτήσεων των..
αδύναμων πολιτών για παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας. Μετά προσπάθειες ενός και πλέονχρόνου και συνεχείς πιέσεις προς βουλευτές όλων των κομμάτων, το υπουργείο Δικαιοσύνης προώθησε σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο νόμου με το οποίο παρέχεται πλέον δωρεάν νομική βοήθεια σε όσους τη δικαιούνται, χωρίς να υπάρχει πια το εμπόδιο του τεκμαρτού εισοδήματος.

Ο Σύλλογος Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Β.Ελλάδας, ενημέρωνε και πίεζε επί μήνες προς όλες τις κατευθύνσεις, αναδεικνύοντας το μείζον πρόβλημα που αντιμετώπιζαν χιλιάδες πολίτες που βρίσκονταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση, ώστε να γίνει δίκαιος ο νόμος, να υπάρξουν οι απαραίτητες διευκρινίσεις, και να μην αφήνεται στην κρίση και ερμηνεία των εκάστοτε δικαστών να λάβουν υπόψη το τεκμαρτό εισόδημα του αιτούντος δωρεάν νομική βοήθεια, κάτι που στις περισσότερες περιπτώσεις ξεπερνούσε το πραγματικό εισόδημα, με αποτέλεσμα να αρνούνται οι δικαστές να δεχτούν και να ικανοποιήσουν το αίτημα.

Τόσο με επιστολές, όσο και μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού radio1d.gr ο Σύλλογος ενημέρωσε για το θέμα και πήρε τη δέσμευση των βουλευτών Άδωνη Γεωργιάδη ΝΔ, Νίκο Παναγιωτόπουλο ΝΔ, Θανάση Παπαχριστόπουλο ΑΝΕΛ, Βασίλη Λεβέντη ΕΚ, Βασίλειο Γιόγιακα ΝΔ, Γιώργο Αμυρά Ποτάμι, Γιάννη Θεοφύλακτο ΣΥΡΙΖΑ, Θανάση Θεοχαρόπουλο ΔΣ, και  Αριστείδη Φωκά ΕΚ. Αποτέλεσμα της συνεχούς πίεσης προς τους βουλευτές από τον Σύλλογο Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Β.Ελλάδος ήταν η τελική κατάθεση προς δημόσια διαβούλευση του σχεδίου νόμου που διευκρινίζει ακριβώς το ποιοι εκ των αιτούντων δικαιούνται δωρεάν νομική βοήθεια, βάζοντας τέλος σε μια τεράστια περιπέτεια με την οποία ήταν αντιμέτωποι χιλιάδες Έλληνες που είχαν χαμηλό ή καθόλου εισόδημα.

Υπογραμμίζεται ότι ο Σύλλογος Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Β.Ελλάδος, στις ενημερωτικές επιστολές που έστειλε για το θέμα προς τους βουλευτές όλων των κομμάτων, δεν εντόπιζε απλά το πρόβλημα, αλλά – σε συνεργασία με την ομάδα νομικών του – κατήρτισε συγκεκριμένη πρόταση-λύση για το θέμα. Σύμφωνα με αυτήν: Προτείνει την τροποποίηση το ύψους του εισοδήματος για τον χαρακτηρισμό ενός πολίτου ως έχων χαμηλό εισόδημα με βάση τα κριτήρια και τις αντικειμενικές και επιστημονικές μελέτες και συμπεράσματα της ΕΛ.ΣΤΑΤ και του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους που δημοσιεύτηκε την 10-4-2014. Εκεί προσδιορίζεται με οικονομικά, στατιστικά και επιστημονικά κριτήρια το κόστος της εύλογων δαπανών διαβίωσης των φυσικών προσώπων στην Ελλάδα. Οι ως άνω στατιστικές των ανωτέρω φορέων είναι το πλέον αντικειμενικό σημείο αναφοράς για το κόστος διαβίωσης στην Ελλάδα σήμερα και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη ως κατευθυντήριες γραμμές για τον προσδιορισμό του εισοδηματικού κριτήριου για την παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας.

Αυτό σημαίνει ότι όποιο εισόδημα ανέρχεται μέχρι του εκάστοτε προσδιορισμένου ποσού για τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης από τους ως άνω φορείς, πρέπει να θεωρείται χαμηλό υπό την έννοια του νόμου και να παράσχετε στους πολίτες αυτούς δωρεάν νομική βοήθεια.

Και τούτο διότι όταν το ίδιο το κράτος θέτει ένα όριο για τις δαπάνες διαβίωσης των πολιτών, στις οποίες ΔΕΝ συμπεριλαμβάνει έξοδα για υπηρεσίες δικηγόρων και παραστάσεις στα δικαστήρια, δεν μπορεί να προσδιορίζει έπειτα το όριο για την παροχή νομικής βοήθειας σε χαμηλότερο επίπεδο από το επίπεδο των εύλογων δαπανών διαβίωσης.

Άλλως θα έπρεπε να αυξήσει το επίπεδο και τα όρια των εύλογων δαπανών διαβίωσης ώστε να συμπεριλαμβάνονται σε αυτά και ένα ποσό που θα αντιπροσωπεύει τα έξοδα για υπηρεσίες δικηγόρων και παραστάσεις στα δικαστήρια.

Συνεπώς, πολίτης με χαμηλό εισόδημα θα πρέπει να θεωρείται όποιος έχει πραγματικό (και όχι τεκμαρτό!) εισόδημα το οποίο κείται εντός των ορίων των εύλογων δαπανών διαβίωσης, όπως προσδιορίζονται από την ΕΛ.ΣΤΑΤ και το Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και όχι όποιος έχει ετήσιο οικογενειακό εισόδημα που δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των κατώτατων ετήσιων ατομικών αποδοχών, που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.