Κάθε χειμώνα στην Αθήνα και στα σπίτια των παιδιών της Μιχάλη και Δημήτρη που περνά τα κρύα της εποχής, το μεγάλο μαντέμι της ζωής η Παγώνα Ρουκουνάκη-Ορφανού…
μετράει τις μέρες να έλθει το καλοκαίρι, και να βρεθεί στα πατρογονικά της, κάτω από τη μπαρουτοκαπνισμένη της Τουρκιάς εκκλησιά της Παναγιάς στη Λαμπινή του Ρεθύμνου των λίγων ψυχών…

Τα χρόνια της, όσο κι αν την… πολεμούν, δεν την βάζουν κάτω, και στη θύμησή της κυριαρχούν μόνιμα οι αναμνήσεις της από την αγροτική και ποιμενική της ζωή στα όρη και στην «Πέτρα» στις κοντινές Καρίνες, και «στα χειμαδιά των Προκόπηδων». Εκεί, που από κοινού έβοσκαν και συντηρούνταν  «οι φαμίλιες του Προκόπη και του Ρουκούνη»  από το κοπάδι με τα διακόσια ή και τα τριακόσια πρόβατα. Άλλωστε, στη βοσκική είχαν… ακουμπήσει τη ζήση τους τότε οι φαμίλιες στον αιώνα της ανέχειας, και πάσχιζαν για μια…μπουκιά ψωμί στο χώμα και στα ζωντανά που τους έθρεφαν…

Μα όταν πρόσφατα, η υπερήλικη Παγώνα των 103 χρόνων βρέθηκε στο κέντρο υγείας Σπηλίου επειδή «ένιωσε πρήξιμο στα πόδια» και ζητούσε το φάρμακο να θεραπευτεί γιατί «την αγαπά τη ζωή», οι γιατροί την υπέβαλαν στις εξετάσεις… ρουτίνας και έκπληκτοι διέγνωσαν ότι η γριούλα του αιώνα και βάλε…, έχει υγεία παιδιού! Τώρα εάν έχουν υποχωρήσει κάποιες αισθήσεις της, όπως η ακοή και λιγότερο η όραση, το φαινόμενο λόγω της μακροζωίας της ήταν αναμενόμενο και δεν προκαλούσε ανησυχία! Ύστερα, στα χρόνια της ηθικής και οικονομικής κατάπτωσης που διέρχεται η  κοινωνία, θεωρούν οι πραγματιστές, πως είναι προτιμότερο… «να μην ακούς και να μην βλέπεις».

«ΟΤΙ ΑΚΟΥΩ, Ο ΝΟΥΣ ΜΟΥ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙ…»

Επισήμως, βέβαια, η γιαγιά στα… κιτάπια της Αστυνομίας φέρεται να έχει γεννηθεί πριν ένα αιώνα, όμως «κάνουν λάθος και πρώτα ο γραμματικός του χωριού» που έγραφε για πολλούς και διαφόρους λόγους χρονολογία γέννησης ότι… εξυπηρετούσε! Γι αυτό, λοιπόν, και οι συγγενείς και συγχωριανοί της όταν επιχειρούν να ανιχνεύσουν το χρόνο που ήλθε στη ζωή, μνημονεύουν «ανθρώπους της ίδιας ηλικίας που «έφυγαν» πολλά χρόνια πριν» και κάνουν το… λογαριασμό! Επομένως, καταλήγουν στη διαπίστωση, «πρώτη σε ηλικία παγώνα ορφανός αθήνα λαμπινήείναι η Παγώνα κι ας μη ζει στο χωριό, ύστερα είναι ο Βιτωρονικολής που είναι ενός αιώνα και μετά, του αιώνα και αυτή, η Ελευθερία Περάκη που περνά τον καιρό της στο γηροκομείο…»

«Μα εγώ κοπέλι μου δεν ξέρω γράμματα, αλλά ότι ακούω, ο νους μου τα γράφει και τα λέει», αρχίζει να ξετυλίγει το βίο της! Από τα εννιά αδέλφια που έφεραν στην ανατολή της ζωής ο Στέλιος και η Καλλιόπη Ρουκουνάκη  απόμεινε σήμερα μόνο η ίδια. «Τότεσάς», συνεχίζει, «δεν πηγαίναμε στο σχολειό, μόνο ξανοίγαμε πως θα ζήσουμε» και γι’ αυτό ακολουθούσε τον πατέρα της στις αγροτικές δουλειές στο χωράφι και στη κτηνοτροφία. «Μπροστά σε όλα, στο θερισμό, στο αλώνισμα, στο λίχνισμα κι όπου είχε δουλειά το σπίτι», θυμάται από τα παιδικά της βιώματα…

ΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ «ΠΕΤΡΑ»

Όμως, στην πολύχρονη διαδρομή της θα κάνει… στάση στην «Πέτρα» με «τους Προκόπηδες», όπου από κοπελούδα… μπλέχτηκε στην τέχνη των βοσκών: «Στην «Πέτρα» έκατσα δώδεκα χρόνια κι έβλεπα τα πρόβατα με τον Ακιό και μαζί τα αρμέγαμε. Αυτό το κοπάδι το είχε ο πατέρας μου με τον Προκόπη Προκοπάκη. Μα θα ήτανε διακόσια, τριακόσια πρόβατα; Χρόνια ωραία, μα δεν γυρίζουν πίσω!», νοσταλγεί…

Στις εμπειρίες της ως βοσκοπούλα, ωστόσο, ρίζωσε ένα και μοναδικό περιστατικό ζωοκλοπής, που «μας πήραν 15 πρόβατα και μέσα σε αυτά ήταν και το «Βαρβαράκι», ένα πρόβατο που αγάπησα επειδή είχε γεννηθεί την ημέρα της Αγίας Βαρβάρας». Τα ζωντανά κατάληξαν σε βοσκό στην  Ίμπρο στα Σφακιά, όμως «τα ξεμπερδέψανε γιατί μπήκαν και βγήκαν από τους Προκόπηδες και τα γυρίσανε πίσω. Γύρισε και το «Βαρβαράκι» που μου στοίχισε που το πήραν πιο πολύ από τα άλλα…»

Η διατροφή της δεν άλλαξε όλα της τα χρόνια! Τα φάρμακα, της είναι… άγνωστα και το μόνο που λαμβάνει αφορά στην αρτηριακή πίεση του οργανισμού, θεραπεία που ακολουθούν στους καιρούς μας και οι… μπέμπηδες! Κουβαλά τον… αέρα της «Πέτρας» και στην Αθήνα, υπομένει χωρίς πίεση όπως ο βοσκός επιβλέποντας τα ζώα του, πειθαρχεί με σεβασμό στους κανόνες της ζωής και μονίμως διαβιώνει σε… ήρεμους τόνους. Όταν ζητάς να φέρει στο μυαλό της ένα από τα αναρίθμητα τετράστιχα που δημιούργησε ή άκουσε ως βοσκοπούλα, θα διαλέξει και θα πει:

Οι μαντινάδες θέλουνε
άνθρωπο να κατέχει,
και γλώσσα να τις κελαηδεί
μα και να τις ξετρέχει

Πηγή