Γράφει η Ράνια Αηδώνη
Πέταξα ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα στην άκρη του δρόμου. Ούτως ή άλλως κανείς δεν αντιλήφθηκε τη μυρωδιά τους. Κι ο τροχός γυρίζει. Και γυρίζει, και γυρίζει, και γυρίζει…
Ατελείωτα. Στο κέντρο του, αστράφτουν διαμαντένιες προσδοκίες. Κι εσύ στέκεις στην άκρη του δρόμου. Μια καλοκαιρινή βροχή ξέπλυνε το χρώμα των λουλουδιών και ζωγράφισε το δρόμο σου. Νερόχρωμα κύλησε μέχρι τα παπούτσια σου. Κι έτσι όπως δε βλέπεις πού πατάς, άφησες πίσω σου ίχνη από ατελείωτα χρυσάνθεμα…

Εκεί με ψάχνεις. Στο κέντρο του κύκλου. Σε ό, τι αστράφτει ψάχνεις να με καθρεφτίσεις. Κι εγώ στέκω στην άκρη του δρόμου. Κι ο τροχός γυρίζει, και γυρίζει, και γυρίζει… Κι εγώ σε ψάχνω στα χρυσάνθεμα του δρόμου.

Να μετράς πόσες φορές χαμογελάς. Έτσι να τη μετράς τη ζωή.

Να ψάχνεις τη ζωή που μοιάζει πως θα κρατήσει για πάντα. Να ψάχνεις τους ανθρώπους που μπορούν να κρατήσουν στο στόμα τους την ψυχή σου και να κρατάς εκείνους που γνωρίζουν να την κρατούν εκεί μέσα με ασφάλεια. Να μοιάζει πως μπορεί να μείνει για πάντα έτσι. Προστατευμένη και άθικτη. Έτσι να μοιάζει… Για πάντα.

Όπως απειλητικά αστράφτουν πάντα οι διαμαντένιες προσδοκίες. Όλα όσα επιθυμείς διακαώς να είναι οι άλλοι και τα καθρεφτίζεις επάνω τους. Και η ζωή έχει ημερομηνία λήξης. Και ο τροχός γυρίζει, και γυρίζει, και γυρίζει…

Πέτα τις προσδοκίες και κράτησε μια καρδιά από διαμάντι. Απ’ αυτές που έχουν επιδέξια κοπεί… Να μοιάζει πως θα κρατήσει για πάντα.

Κράτα ένα χρυσάνθεμο και καθρεφτίσου επάνω της.
Να μοιάζεις πως θα κρατήσεις για πάντα.
Γιατί ο τροχός γυρίζει, και γυρίζει, και γυρίζει…
Ένα χρυσάνθεμο, ίσως, πάντα να σου θυμίζει.

Πηγή