Το τέλος του Β’ παγκόσμιου πολέμου, εκτός από τις οδυνηρές συνέπειες για την ανθρωπότητα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, γέννησε στο…
οικονομικό διεθνές πεδίο τη Νομισματική και Χρηματοοικονομική Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών, γνωστή και ως η Διάσκεψη του Bretton Woods. Στη διάσκεψη αυτή, που έλαβε χώρα από την 1η έως τις 22 Ιουλίου του 1944 στο ομώνυμο θέρετρο της πολιτείας New Hampshire των ΗΠΑ, παραβρέθηκαν 730 συμμετέχοντες από 45 συμμαχικές χώρες. Εκεί αποφασίστηκε η δημιουργία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), της Παγκόσμιας Τράπεζας, καθώς και η υιοθέτηση του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών που έγινε γνωστό ως το σύστημα του Bretton Woods.

Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, κάθε χώρα που συμμετείχε αναλάμβανε την υποχρέωση να ασκήσει τέτοια νομισματική πολιτική που να διατηρεί την συναλλαγματική της ισοτιμία σταθερή σε μια καθορισμένη τιμή, συν/πλην 1%, σε σχέση με το χρυσό. Σκοπός της δημιουργίας αυτού του συστήματος ήταν η ύπαρξη ενός ομαλού και προβλέψιμου διεθνούς κλίματος συναλλαγών ανάμεσα στις συμμετέχουσες χώρες, που θα διέπονταν από συγκεκριμένους κανόνες, με περιορισμό των ελέγχων, και την επίτευξη της μετατρεψιμότητας των νομισμάτων όλων των χωρών που συμμετείχαν στο σύστημα του Bretton Woods, μέσω των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Η διαφορά με το προηγούμενο σύστημα του κανόνα του χρυσού σημειώνεται στο ότι οι ισοτιμίες των νομισμάτων των χωρών που συμμετείχαν ήταν σταθερές σε σχέση με το χρυσό, δεν ήταν όμως τα νομίσματα τους απ’ ευθείας μετατρέψιμα σε χρυσό. Δικαίωμα στη μετατρεψιμότητα διατηρούσε μόνο η Αμερική στην τιμή των $ 35 ανά ουγγιά χρυσού ενώ οι υπόλοιπες χώρες καθόριζαν τις ισοτιμίες τους σε σχέση με τον χρυσό υπολογίζοντας τη σχέση εθνικού νομίσματος ανά ουγγιά χρυσού που επιθυμούσαν και στη συνέχεια όριζαν αντίστοιχα την ισοτιμία τους με το δολάριο. Το νέο αυτό τοπίο μετέτρεψε το δολάριο σε «παρεμβατικό νόμισμα» μέσα σ’ένα ευρύτερο αίτημα για σταθερότητα στην οικονομική σκηνή που είχε ήδη δεχθεί πλήγμα από την οικονομική κρίση του 1930.

Το αίτημα όμως παραμένει απραγματοποίητο, καθώς τη δεκαετία του 1960 έρχεται στο προσκήνιο μια γενικότερη αστάθεια στη διεθνή πολιτική και οικονομική σκηνή που, συνδυαζόμενη με την ανελαστικότητα των τιμών, είχε ως αποτέλεσμα αλυσιδωτές υποτιμήσεις και ανατιμήσεις των ισχυρών νομισμάτων. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην ανάγκη λήψης νομισματικών μέτρων από τις ΗΠΑ για τη στήριξη του δολαρίου.

Τα μέτρα αυτά δεν απέδωσαν αφού τόσο το ελλειματικό ισοζύγιο των ΗΠΑ όσο και το κλίμα της διεθνούς αβεβαιότητας συνέχισαν να συντηρούνται στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Τελικά, το 1971 με απόφαση του προέδρου Richard Nixon, οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν την μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό και μαζί μ’ αυτήν έρχεται το τέλος της εφαρμογής του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών του Bretton Woods. Η οικονομική ευημερία δεν επιτυγχάνεται όμως ούτε με την κατάργηση της μεταπολεμικής συνθήκης καθώς η πετρελαϊκή κρίση του 1973 συγκλόνισε τα θεμέλια του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος.

Ωστόσο, οι υπόλοιποι μηχανισμοί του συστήματος παραμένουν σε εφαρμογή διαμορφώνοντας το σύγχρονο οικονομικοπολιτικό σκηνικό της παγκόσμιας κοινότητας. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι ένας διεθνής οργανισμός, αρμόδιος για τη διαχείριση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος και την παροχή δανείων προς τα μέλη του για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με το ισοζύγιο πληρωμών. Εμπνευστές της δημιουργίας του ήταν ο διεθνούς φήμης άγγλος οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς, υπέρμαχος της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, και ο βοηθός υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Χάρι Γουάιτ. Στις 27 Δεκεμβρίου του 1945 εγκρίθηκε το καταστατικό του και την 1η Μαρτίου του 1947 άρχισε η λειτουργία του. Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, σήμερα αριθμούν 184 μέλη.

Πηγή