Ο αριθμός γεννήσεων από γυναίκες ηλικίας άνω των 30 ή και των 40 ετών συνεχίζει να αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα ο αριθμός των γυναικών που φέρνουν στον κόσμο το πρώτο…
τους παιδί ανάμεσα στα 20 και 24 χρόνια τους μειώνεται σταθερά. Περαιτέρω, ο αριθμός των γυναικών που κάνουν παιδί στα 45 τους ή και μεγαλύτερες, παρότι παραμένει ακόμα σχετικά μικρός, έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία 20 χρόνια. Τα «κατά» και οι ανησυχίες για το ότι όλο και περισσότερες γυναίκες κάνουν πλέον παιδιά σε μεγαλύτερες ηλικίες είναι πολύ γνωστά. Όμως, παρά τους κινδύνους, η τάση αυτή κερδίζει συνεχώς έδαφος και φαίνεται ότι θα συνεχιστεί.

Η πρόοδος της ιατρικής και της τεχνολογίας έχει επιτρέψει στις γυναίκες να περιμένουν για να τεκνοποιήσουν όταν αισθανθούν έτοιμες, όταν είναι «η σωστή στιγμή» γι’ αυτές.

Ευτυχώς, υπάρχουν και πολλά πλεονεκτήματα για τις μητέρες –και τους πατέρες- που μπαίνουν σε αυτό το ρόλο όταν είναι κάπως μεγαλύτεροι. Αλλά ακόμα περισσότερα είναι τα πλεονεκτήματα των παιδιών που έχουν μεγαλύτερες μητέρες, όπως έχουν δείξει μελέτες των τελευταίων ετών.

Ποιά είναι τα οφέλη για τα παιδιά από «μεγαλύτερες» μητέρες;

1. Eίναι πιθανότερο να έχουν θετικά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα

Χρησιμοποιώντας στοιχεία από τη Σουηδία, η μελέτη «Advanced Maternal Age and Offspring Outcomes: Reproductive Aging and Counterbalancing Period Trends» εξέτασε το πως κοσμικές βελτιώσεις – ένα προηγμένο σύστημα δημόσιας υγείας για παράδειγμα- μπορεί να «υπερκαλύπτουν τα μειονεκτήματα που σχετίζονται με το να έχει γεννηθεί ένα παιδί από μία μεγαλύτερη μητέρα». Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αναβολή της εγκυμοσύνης –λόγω παραγόντων καριέρας και ελέγχου γεννήσεων- ακόμα και για ηλικίες άνω των 40 «συνδέεται με θετικά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα για τα παιδιά».

Όταν οι ερευνητές ανέλυσαν τα στοιχεία από αδέρφια που μεγάλωσαν ουσιαστικά στο ίδιο περιβάλλον, παρατήρησαν ότι τα παιδιά που γεννήθηκαν όταν η μητέρα ήταν μεγαλύτερη, ήταν πιο ψηλά, παρέμειναν στο εκπαιδευτικό σύστημα περισσότερα χρόνια, ήταν πιθανότερο να πάνε στο πανεπιστήμιο και είχαν καλύτερες επιδόσεις σε τυποποιημένα τεστ, απ’ ότι τα αδέρφια τους που γεννήθηκαν όταν οι μητέρες τους ήταν νεότερες. Ταυτόχρονα, δε βρέθηκε κανένα ουσιαστικό ή στατιστικό μειονέκτημα για τα αποτελέσματα στην ενήλικη ζωή των παιδιών που γεννήθηκαν όταν οι μητέρες ήταν μεγαλύτερες, ούτε καν στις περιπτώσεις αυτών που γεννήθηκαν όταν οι μητέρες τους ήταν 45 ετών και μεγαλύτερες!

2. Αποκτούν πιο προηγμένες γλωσσικές δεξιότητες

Όταν η Jessica Harding και οι συνεργάτες της ερεύνησαν τη σχέση ανάμεσα στην εκπαίδευση της μητέρας και τα ακαδημαϊκά αποτελέσματα του παιδιού (μελέτη: “The Relationship Between Maternal Education and Children’s Academic Outcomes”) διαπίστωσαν ότι, καθώς οι περισσότερες μεγαλύτερες μητέρες παρέμειναν στο σύστημα εκπαίδευσης περισσότερα χρόνια, διαθέτουν και χρησιμοποιούν πιο ευρύ λεξιλόγιο όταν αλληλεπιδρούν με τα παιδιά τους, ξεκινώντας σε πολύ μικρές ηλικίες. Η μελέτη καθιστά σαφές ότι οι εμπλουτισμένες γλωσσικές δεξιότητες είναι «κρίσιμης σημασίας κομμάτι των γνωστικών δεξιοτήτων των παιδιών» και αυτό είναι εμφανές και στις σχολικές τους επιδόσεις. Εν συντομία, «τα παιδιά που εκτίθενται σε περιβάλλοντα πιο εμπλουτισμένα γλωσσικά, εμφανίζουν πιο προηγμένες γλωσσικές ικανότητες».

Επιπρόσθετα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι «οι μητέρες με υψηλότερα επίπεδα μόρφωσης, πιθανότατα έχουν φίλους και συγγενείς με υψηλό επίπεδο μόρφωσης, οι οποίοι λειτουργούν ως πρότυπα για τα παιδιά».

3. Τα πάνε καλά ακαδημαϊκά σε όλους τους τομείς

Η ίδια μελέτη, συμπεραίνει ότι τα παιδιά δρέπουν τους καρπούς της καλής μόρφωσης της μητέρας τους σε πολλά επίπεδα –από την προσχολική ηλικία έως και τη μετεφηβεία – σε γνωστικά τεστ, τεστ επίτευξης, τεστ για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και είναι πιθανότερο να προχωρήσουν σε ανώτερες και ανώτατες σπουδές.

4. Βρίσκονται στο δεκτικό άκρο της εκπαιδευτικής και συναισθηματικής στήριξης

Παρομοίως, η Pamela Davis-Kean από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν βρήκε ότι «η μόρφωση των γονιών και το οικογενειακό εισόδημα επηρεάζουν εμμέσως τις δυνατότητες επίτευξης του παιδιού, μέσω εκπαιδευτικών προσδοκιών και γονεϊκών συμπεριφορών που παρακινούν το διάβασμα και το εποικοδομητικό παιχνίδι και παρέχουν συναισθηματική στήριξη μέσα στην οικογένεια». Η έρευνα εξέτασε πως συγκεκριμένες γονεϊκές πεποιθήσεις και συμπεριφορές επηρρεάζουν την ανάπτυξη του παιδιού. Τα παιδιά της έρευνας ήταν ηλικίας 8-12 ετών.

Εκτιμήσεις έγιναν ως προς τα: Διάβασμα – πόσο συχνά ένα παιδί διαβάζει για ευχαρίστηση και πόσα βιβλία υπάρχουν στο σπίτι. Συμπεριφορά γονιού και παιδιού στο παιχνίδι – πόσο συχνά έπαιζαν μαζί επιτραπέζια,  αθλούνταν, ασχολούνταν με υπολογιστές, ασχολούνταν με την τέχνη ή τη χειροτεχνία. Μετρήθηκε επίσης η γονεϊκή «ζεστασιά» μέσω του τόνου της φωνής και της συχνότητας των επαίνων.

Τέλος, μετρήθηκαν οι επιδόσεις των παιδιών στην επίτευξη και τα αποτελέσματα υποστηρίζουν τη θεωρία των Davis και Kean, ότι «η μόρφωση του γονέα επηρεάζει τις δυνατότητες επίτευξης του παιδιού εμμέσως, μέσω της επίδρασης των πεποιθήσεων των γονιών για την επίτευξη και της ώθησης που παρέχουν οι συμπεριφορές των γονιών στο σπίτι».

Το τελικό συμπέρασμα της μελέτης ήταν ότι «το μορφωτικό επίπεδο των γονιών είναι βασικός παράγοντας για την ευημερία των παιδιών γενικότερα».

5. Λαμβάνουν περισσότερο χρόνο και προσοχή από τους γονείς τους

Πολλές από τις γυναίκες που επιλέγουν να γίνουν μητέρες αργότερα, έχουν προοδεύσει πολύ ή εκπληρώσει τους στόχους της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους και έχουν υψηλότερα εισοδήματα ή έχουν αποταμιεύσει χρήματα καθώς εργάζονταν περισσότερα χρόνια. Αυτές οι συνθήκες συνήθως δίνουν στους γονείς μεγαλύτερες δυνατότητες να φροντίσουν για μία καλή, ευρύτερη μόρφωση των παιδιών τους, αλλά και να τους παρέχουν μία αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας.

Οι μεγαλύτερες μητέρες –και πατέρες- που ανησυχούν λιγότερο σχετικά με τις οικονομικές απολαβές τους ή λιγότερο απορροφημένοι ή αγχωμένοι με τις δουλειές τους, τείνουν να είναι πιο υπομονετικοί και να περνούν περισσότερο χρόνο με τα παιδιά τους.

6. Οι μεγαλύτερες μητέρες τείνουν να ζουν περισσότερο

Πρόσφατη έρευνα εξέτασε το προσδόκιμο ζωής των γυναικών που γίνονται μητέρες σε μεγαλύτερη ηλικία και διαπίστωσε ότι γυναίκες που κάνουν το τελευταίο τους παιδί μετά τα 33 τους χρόνια είναι πιο πιθανό να φτάσουν 95 ετών. Για την ακρίβεια, οι ερευνητές βρήκαν ότι αυτές οι γυναίκες είχαν διπλάσιες πιθανότητες να φτάσουν τα 95 ή περισσότερα χρόνια απ’ ότι εκείνες που γέννησαν το τελευταίο τους παιδί πριν τα 30 τους χρόνια. Αναλόγως θετικά είναι τα νέα και για τις γυναίκες που κάνουν παιδιά μετά τα 40.

Πηγή