Του Δημήτρη Ψαρρά 
Η μετάφραση είναι «ένας έμμεσος λόγος κρυμμένος πίσω από έναν άμεσο λόγο». Αυτός είναι ο ορισμός της μετάφρασης σύμφωνα με την καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Θεωρίας της…
γλώσσας στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι,Susan Petrilli. Από την άλλη μεριά, ο Gérard Genette, γάλλος θεωρητικός της λογοτεχνίας και της ποιητικής και ένας από τους δημιουργούς της αφηγηματολογίας, εκτείνει τον στοχασμό του σχετικά με τη μετάφραση ακόμα παραπέρα, συγκρίνοντάς την με το παλίμψηστο, ήτοι το χειρόγραφο παπύρου ή περγαμηνής, του οποίου η πρώτη γραφή έχει αποξεσθεί, για να γραφτεί νέο κείμενο. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τον Genette, η μετάφραση είναι ένα κείμενο που εξακολουθεί να διατηρεί ίχνη της προηγούμενης γραφής –εκείνης του συγγραφέα–, η οποία όμως έχει εσκεμμένα υποκατασταθεί από την καινούργια γραφή – εκείνη του μεταφραστή.

Πρόκειται, αδιαμφισβήτητα, για δύο πολύ γλαφυρούς ορισμούς, οι οποίοι μας βοηθούν να κατανοήσουμε σε τι συνίσταται η δουλειά του μεταφραστή. Στο βιβλίο του με τίτλο Εμπειρίες μετάφρασης, ο πρόσφατα εκλιπών Ουμπέρτο Έκο, ορίζει τη μετάφραση ως “την τέχνη τού να λες σχεδόν το ίδιο”. Εντούτοις, αυτό το “σχεδόν” θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο χιλιάδων βιβλίων, δοκιμίων και διδακτορικών διατριβών. Κι αυτό, γιατί το “σχεδόν” εδώ, έχει τεράστιο εύρος ερμηνείας, με αποτέλεσμα να ευθύνεται για μεγάλες επιτυχίες ή παταγώδεις αποτυχίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας· σε αυτό το “σχεδόν” αποτυπώνονται θεατρικές παραστάσεις οι οποίες αγαπήθηκαν ή μισήθηκαν από το κοινό τους.

Το παρόν άρθρο εγγράφεται σε ένα πλαίσιο στοχασμών αναφορικά με το αντικείμενο της δουλειάς του μεταφραστή λογοτεχνίας, γενικά, και του μεταφραστή θεάτρου, ειδικότερα. Πρόκειται για ένα θέμα εξαιρετικά συναρπαστικό, όχι μόνο λόγω της ιδιότητάς μου ως μεταφραστή, αλλά κυρίως, λόγω του δημιουργικού “διπολικού συνδρόμου” απ’ το οποίο διακατέχονται οι μεταφραστές λογοτεχνίας και κατ’ επέκταση θεάτρου. Κι αυτό, γιατί ο μεταφραστής αμφιταλαντεύεται πάντα ανάμεσα στην πιστότητά του ως προς τον συγγραφέα και στην επιθυμία του να «τον διορθώσει» και να «του δείξει τον σωστό δρόμο».

Σε καμία περίπτωση, φυσικά, δεν είναι στις προθέσεις μου να υποβαθμίσω τη δουλειά του συγγραφέα ή ακόμα περισσότερο του μεταφραστή. Απεναντίας, θεωρώ ότι ο μεταφραστής λογοτεχνίας συμβάλλει καθοριστικά στην εξέλιξη του έργου, όπως και στην εξέλιξη του ίδιου του συγγραφέα. Εξάλλου, ο μεταφραστής δεν είναι παρά ένας ακόμα αναγνώστης του έργου, όχι όμως οποιοσδήποτε αναγνώστης: πρόκειται για έναν πολύ προσεκτικό αναγνώστη, ο οποίος διψάει από περιέργεια. Ένας αναγνώστης που θέλει να καταλάβει τα πάντα και ο οποίος οφείλει να κατανοήσει έννοιες ή προθέσεις, τις οποίες, ενίοτε, ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας δεν έχει συνειδητοποιήσει.

Μου έχει συμβεί συχνά να μεταφράζω ένα θεατρικό έργο κάποιου εν ζωή συγγραφέα και να σημειώνω τις απορίες που μου γεννώνται απ’ το έργο, για τις οποίες κατόπιν συμβουλεύομαι τον ίδιο τον συγγραφέα. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, οι συγγραφείς συχνά εκπλήσσονται από τα ερωτήματα ή τις σκέψεις που γεννά το μυαλό του μεταφραστή. Αυτό συμβαίνει γιατί πολλά από τα στοιχεία που ο συγγραφέας κρύβει στο υποσυνείδητό του κι αραδιάζει στο χαρτί θεωρώντας τα δεδομένα, συνεπάγονται μια επίπονη διαδικασία αποκωδικοποίησης για τον μεταφραστή. Πράγματι, ο μεταφραστής δεν πρέπει να αρκεστεί μόνο στην οικειοποίηση των διανοητικών συνάψεων που γέννησαν σε πρώτο χρόνο τους εν λόγω υποσυνείδητους στοχασμούς στο μυαλό του συγγραφέα, αλλά να τους αποκωδικοποιήσει και να τους μετουσιώσει σε λέξεις και εικόνες που είναι σε θέση να προκαλέσουν στον αναγνώστη ή τον θεατή της μετάφρασης την ίδια αίσθηση που είχε προκαλέσει το πρωτότυπο κείμενο στους αντίστοιχους αναγνώστες ή θεατές του.

Συνεπώς, η μετάφραση συνεπάγεται μια συνεχή κίνηση σε τεντωμένο σκοινί. Σύμφωνα με τον αμερικανό ποιητή Ρόμπερτ Λι Φροστ, «ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση». Προσωπικά, διαφωνώ με τη θέση του Φροστ και τη θεωρώ απόλυτα αφοριστική, μιας και όταν ο μεταφραστής είναι ικανός, ό,τι χάνεται στη μετάφραση, κερδίζεται στο επίπεδο της πολιτισμικής προσέγγισης, της εξωστρέφειας, του συγκερασμού διαφορετικών κόσμων. Επιπλέον, οι μεταφραστές δίνουν τη φωνή τους σε άλλες φωνές, οι οποίες, χωρίς τη μετάφραση, δε θα μπορούσαν ποτέ να σπάσουν τα στενά όρια της κάθε γλώσσας. Ωστόσο, η φράση του αμερικανού ποιητή δεν παύει να είναι ενδεικτική για τις δυσκολίες του εγχειρήματος της μετάφρασης στην ποίηση, κάτι που, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει και στο θέατρο, αλλά και στη λογοτεχνία συνολικά.

Πολύ γλαφυρό, υπό αυτή την έννοια, είναι αυτό που μου συνέβη στο Φεστιβάλ Σύγχρονης Ισπανικής Δραματουργίας του Αλικάντε τον Νοέμβριο του 2012. Φαντάζομαι ότι λόγω επαγγελματικής διαστροφής, αδυνατώ να διαβάσω ή να δω στη σκηνή ένα θεατρικό έργο και να μην πετάξει το μυαλό μου κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ή της παράστασης στη μεταφρασιμότητά του. Μια από τις παραστάσεις που είδαμε κατά την παραμονή μας στο Αλικάντε ήταν το “Fair Play” του Αντόνιο Ροχάνο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κείμενο, το οποίο είχε την τύχη να ανέβει από έναν πολύ καλό θίασο. Εντούτοις, μετά το τέλος της παράστασης, προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν εκείνο που είχε τραβήξει τόσο πολύ την προσοχή μου στο εν λόγω έργο. Μοιράστηκα τις ανησυχίες μου με τους συναδέλφους-μεταφραστές από άλλες χώρες που είχαν δει την παράσταση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, διαπίστωσα ότι εκείνο που με είχε συναρπάσει περισσότερο στην παράσταση ήταν το γεγονός ότι οι χαρακτήρες του έργου, επαγγελματίες ποδοσφαιριστές που εργάζονταν σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον, μιλούσαν ισπανικά με διαφορετική προφορά ο καθένας, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό διαφορετικών εκφάνσεων της ισπανικής γλώσσας, το οποίο προσέδιδε στο έργο έναν φρενήρη ρυθμό. Κατόπιν, προσπάθησα να φανταστώ πώς θα ηχούσε το συγκεκριμένο έργο στα ελληνικά και το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Με άλλα λόγια, συνειδητοποίησα ότι εν προκειμένω επιβεβαιωνόταν η ρήση του αμερικανού ποιητή, μιας και αυτό που μου άρεσε πιο πολύ στο συγκεκριμένο έργο ήταν εκείνο που θα χανόταν στη μετάφραση.