Η Πίνα Μπάους, μία από τις σπουδαιότερες χορογράφους, διακρινόταν για την αμεσότητα και την ειλικρίνεια που μιλούσε στην καρδιά του…
θεατή, κάνοντας ορατή την ουσία πίσω από το φαίνεσθαι. Η ομάδα της περιλάμβανε χορευτές κάθε μεγέθους και ηλικίας, με έμφαση στην προσωπικότητα. Ένα από τα σημεία αναφοράς στις χορογραφίες της ήταν οι καθημερινές χειρονομίες. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά κι η ίδια: «Αυτό που προσπαθώ να κάνω, είναι να βρω μια γλώσσα για τη ζωή…»

Το άρθρο που ακολουθεί είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη ζωή και στο έργο της Πίνα Μπάους, ιδωμένα μέσα από το πρίσμα του αριστουργηματικού, ομώνυμου ντοκιμαντέρ «Pina Bausch» (2011). Ένα έργο σκηνοθετημένο από τον ιδιοφυή Γερμανό σκηνοθέτη, Βιμ Βέντερς, που αποφάσισε να ολοκληρώσει το όραμά του χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά στην καριέρα του, την τεχνολογία του 3D.

Η Πίνα Μπάους γεννήθηκε στο Ζόλινγκεν της Γερμανίας, στις 27 Ιουλίου του 1940, σε μία από τις πιο ταραγμένες στιγμές της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Μεγάλωσε τριγυρνώντας ανάμεσα στους πάγκους και τα τραπέζια της ταβέρνας του πατέρα της. Μία ανάμνηση που αργότερα θα τη δούμε να ζωντανεύει και στη σκηνή καθώς υπήρξε η απαρχή για το έργο της «Καφέ Μύλλερ». Η σπουδαία αυτή δημιουργός και καλλιτέχνης, έφυγε στις 30 Ιουνίου του 2009, σε ηλικία 68 ετών.

Ο Βιμ Βέντερς είχε εντυπωσιαστεί και συγκινηθεί όταν, το 1985, παρακολούθησε για πρώτη φορά το «Café Müller» της χορογράφου Πίνα Μπάους από το Tanztheater Wuppertal στη Βενετία. Από τη συνάντηση αυτών των δύο καλλιτεχνών δημιουργήθηκε μια μακρόχρονη φιλία και με το πέρασμα των χρόνων, καλλιεργήθηκε το σχέδιο για μια ταινία από κοινού.

Η Πίνα Μπάους, μία από τις σπουδαιότερες χορογράφους, διακρινόταν για την αμεσότητα και την ειλικρίνεια που μιλούσε στην καρδιά του θεατή, κάνοντας ορατή την ουσία πίσω από το φαίνεσθαι. Η ομάδα της περιλάμβανε χορευτές κάθε μεγέθους και ηλικίας, με έμφαση στην προσωπικότητα. Ένα από τα σημεία αναφοράς στις χορογραφίες της ήταν οι καθημερινές χειρονομίες. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά κι η ίδια: «Αυτό που προσπαθώ να κάνω, είναι να βρω μια γλώσσα για τη ζωή…»

Το άρθρο που ακολουθεί είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη ζωή και στο έργο της Πίνα Μπάους, ιδωμένα μέσα από το πρίσμα του αριστουργηματικού, ομώνυμου ντοκιμαντέρ «Pina Bausch» (2011). Ένα έργο σκηνοθετημένο από τον ιδιοφυή Γερμανό σκηνοθέτη, Βιμ Βέντερς, που αποφάσισε να ολοκληρώσει το όραμά του χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά στην καριέρα του, την τεχνολογία του 3D.

Η Πίνα Μπάους γεννήθηκε στο Ζόλινγκεν της Γερμανίας, στις 27 Ιουλίου του 1940, σε μία από τις πιο ταραγμένες στιγμές της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Μεγάλωσε τριγυρνώντας ανάμεσα στους πάγκους και τα τραπέζια της ταβέρνας του πατέρα της. Μία ανάμνηση που αργότερα θα τη δούμε να ζωντανεύει και στη σκηνή καθώς υπήρξε η απαρχή για το έργο της «Καφέ Μύλλερ». Η σπουδαία αυτή δημιουργός και καλλιτέχνης, έφυγε στις 30 Ιουνίου του 2009, σε ηλικία 68 ετών.

Ο Βιμ Βέντερς είχε εντυπωσιαστεί και συγκινηθεί όταν, το 1985, παρακολούθησε για πρώτη φορά το «Café Müller» της χορογράφου Πίνα Μπάους από το Tanztheater Wuppertal στη Βενετία. Από τη συνάντηση αυτών των δύο καλλιτεχνών δημιουργήθηκε μια μακρόχρονη φιλία και με το πέρασμα των χρόνων, καλλιεργήθηκε το σχέδιο για μια ταινία από κοινού.

Ωστόσο, η δημιουργία αυτής της ταινίας δεν ευδοκίμησε για μεγάλο διάστημα, εξαιτίας των περιορισμένων δυνατοτήτων. Ο Βέντερς αισθανόταν ότι δεν είχε βρει τον τρόπο να απεικονίσει επαρκώς τη μοναδική τέχνη της κίνησης της μεγάλης χορογράφου, τις χειρονομίες, τον λόγο αλλά και τη μουσική. Με τα χρόνια το κινηματογραφικό αυτό project μετατράπηκε σε φιλικό τελετουργικό, με τους δύο καλλιτέχνες να το υπενθυμίζουν συνεχώς ο ένας στον άλλον.

Η καθοριστική στιγμή παρουσιάστηκε για τον Βέντερς, όταν το μουσικό συγκρότημα των U2 παρουσίασε στις Κάννες σε 3D προβολή «Με το 3D η ταινία μας θα ήταν εφικτό να γίνει! Μόνο με αυτόν τον τρόπο, ενσωματώνοντας τη διάσταση του χώρου, θα μπορούσα να τολμήσω να μεταφέρω το «Tanztheater» της Μπάους στην κατάλληλη μορφή, στην μεγάλη οθόνη.»

Έτσι λοιπόν ο Γερμανός σκηνοθέτης ξεκίνησε να διερευνά συστηματικά τη νέα γενιά του digital 3D cinema και το 2008, μαζί με την Πίνα Μπάους, άρχισαν να σκέφτονται την πραγματοποίηση του κινηματογραφικού τους ονείρου. Με τη συμβολή του Βέντερς, η Μπάους επέλεξε από το ρεπερτόριό της τα έργα: “Café Müller”, “Le Sacre du printemps”, “Vollmond” και “Kontakthof”.

Στις αρχές του 2009 ο Βέντερς και η εταιρεία παραγωγής Neue Road Movies, μαζί με την Μπάους και το Tanztheater Wuppertal, ξεκίνησαν τη φάση της προετοιμασίας των γυρισμάτων. Όμως μετά από μισό χρόνο εντατικής δουλειάς και μόλις δύο ημέρες πριν τη σχεδιασμένη δοκιμή της τεχνολογίας του 3D, συνέβη το μοιραίο… Η Πίνα Μπάους έφυγε στις 30 Ιουνίου του 2009, ξαφνικά και απροσδόκητα. Ανά τον κόσμο θαυμαστές του έργου της θρήνησαν για τον χαμό της σπουδαίας χορογράφου.

Η Πίνα Μπάους ήταν η καλλιτεχνική διευθύντρια του Tanztheater Wuppertal, το οποίο ίδρυσε το 1973. Η φήμη της, βέβαια, ξεπερνά τα όρια αυτά, καθώς θεωρείται από τις πρωτοπόρους του μοντέρνου χορού. Ανάμεσα στα έργα της, ήταν το πασίγνωστο “Café Müller” (1978) ένα έργο ημι-αυτοβιογραφικό γεμάτο αναμνήσεις από την οικογενειακή επιχείρηση.

Το συναρπαστικό “Rite Of Spring” (1975), το “Nelken” (2005), όπου οι χορευτές καλούνται να χορέψουν σε μία σκηνή γεμάτη λουλούδια, το “Palermo Palermo” (1989), με τους χορευτές να χορεύουν ισορροπώντας ένα μήλο στο κεφάλι τους, αλλά βέβαια και το ιδιαίτερο “Kontakthof” (1978), το οποίο κλήθηκε να  ερμηνεύσει μία ομάδα χορευτών, ηλικίας από 58 έως 77 ετών.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Μπάους δεν αποσύρθηκε από τη χορευτική σκηνή, ακόμα και σε μεγάλη ηλικία. Συνέχισε να χορεύει και να δημιουργεί και στην έκτη δεκαετία της ζωής της και μάλιστα, το 2008 πραγματοποίησε μία μεγάλη περιοδεία στη Μεγάλη Βρετανία.

Η σπουδαία καλλιτέχνης, ξεκίνησε να χορεύει σε μικρή ηλικία. Στην αρχή βέβαια καθαρά από χόμπι, ανάμεσα στα τραπέζια της οικογενειακής τους επιχείρησης. Σύντομα όμως, η ασυνήθιστη σωματική της ευελιξία δε διέφυγε της προσοχής και στα δεκατέσσερα της γράφτηκε στην Ακαδημία Χορού Folkwang στο Essen, την οποία διηύθυνε ο Kurt Jooss. Ο εξπρεσιονιστής αυτός χορογράφος ήταν ένας από τους εμπνευστές του ausdruckstanz movement (ελεύθερος χορός), το οποίο συνδύαζε χορό, μουσική, καθώς και θεατρικά στοιχεία.

Το 1959, η Πίνα Μπάους κερδίζει μια τριετή υποτροφία για την Juilliard School της Νέας Υόρκης. Για το νεαρό της ηλικίας της, η εμπειρία ήταν έως και τραυματική, αλλά σίγουρα δε βγήκε χαμένη. Ανάμεσα στους δασκάλους της ήταν ο José Limon και ο Antony Tudor. Ειδικά ο δεύτερος την ώθησε στα χορευτικά της όρια. Λέγεται μάλιστα, ότι μια φορά έφτιαξε για εκείνη μια χορογραφία η οποία περιλάμβανε 587 arabesques, 224 jetes και 184 στροφές.

Επιστρέφοντας στη Γερμανία, έγινε η βασική χορεύτρια του Jooss Folkwang Ballett για 7 χρόνια, μέχρι την πρώτη της χορογραφική προσπάθεια το 1968. Μετά τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Tο 1969 γίνεται διευθύντρια του Folkwang Ballett και καλλιτεχνική διευθύντρια το 1973. Η ομάδα μετονομάστηκε σε Tanztheater Wuppertal Pina Bausch και η πορεία του ξέφυγε από τα όρια του μπαλέτου.

Μετά την είδηση του θανάτου της Πίνα Μπάους, ο Βιμ Βέντερς αρχικά σταμάτησε τις προετοιμασίες, μιας και πείστηκε ότι η ταινία, χωρίς την Μπάους, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, μετά από μια περίοδο πένθους και με τη συγκατάθεση της οικογένειας της, αλλά και τις παρακλήσεις του προσωπικού και των χορευτών που επρόκειτο να ξεκινήσουν τις πρόβες για την ταινία, ο Βέντερς πείσθηκε τελικά να γυρίσει την ταινία, έστω και χωρίς την Πίνα Μπάους στο πλευρό του.

Η ερευνητική και τρυφερή ματιά της στις χειρονομίες και τις κινήσεις των χορευτών, καθώς και κάθε λεπτομέρεια της χορογραφίας της, ήταν ακόμη εκεί “ζωντανά”. Τώρα πια, παρά τη μεγάλη απώλεια, είχε έρθει η κατάλληλη ευκαιρία και ίσως η τελευταία, ώστε να αποτυπωθούν όλα τα παραπάνω σε μια ολοκληρωμένη δημιουργία, στην μεγάλη οθόνη.

Στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο Tvxs.gr με αφορμή την κυκλοφορία του επίσης υπέροχου ντοκιμαντέρ «The Salt of the Earth» (Το Αλάτι της Γης), ο σπουδαίος Γερμανός σκηνοθέτης, ερωτηθείς τι είναι αυτό που τον ελκύει δημιουργώντας ντοκιμαντέρ για άλλους καλλιτέχνες, αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Αρκετά συχνά, αυτό που θέλω να μοιραστώ, ή ο (καλός) ιός που θέλω να εξαπλωθεί, είναι το έργο ενός άλλου καλλιτέχνη. Ίσως γιατί νιώθω ότι η δημιουργικότητα είναι μια από τις τελευταίες περιπέτειες που έχουν μείνει για να διερευνήσουμε στον πλανήτη μας. Βλέπετε, ξέρω τη δική μου δημιουργική διαδικασία και ξέρω από που προέρχεται όλο αυτό. Αλλά ποια είναι η πηγή έμπνευσης για έναν σχεδιαστή μόδας; Πώς μπορεί ένας χορογράφος να βλέπει τόση ομορφιά; Τι ενεργοποιεί έναν άνθρωπο σαν τον Σεμπαστιάο Σαλγάδο να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και να γίνει ένας σύγχρονος μάρτυρας της ανθρώπινης ιστορίας; […] Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που με προσελκύουν όταν ετοιμάζω κάποιο ντοκιμαντέρ για άλλους καλλιτέχνες. Στην «Pina» ήταν η φανταστική ομορφιά της χορογράφου Πίνα Μπάους…»

Η ταινία περιλαμβάνει – εκτός από αποσπάσματα από τις τέσσερις παραγωγές που προαναφέραμε και τις οποίες είχε επιλέξει η ίδια η Μπάους – αρχειακό υλικό της χορογράφου εν ώρα δουλειάς, με την καινοτομία της 3D τεχνολογίας, καθώς και αρκετές σόλο εμφανίσεις των χορευτών της. Για να το πετύχει αυτό, ο Βέντερς χρησιμοποίησε τη μέθοδο των ερωτήσεων, κάτι που χρησιμοποιούσε και η Μπάους στις δικές της παραγωγές.

Έθετε ερωτήματα και οι χορευτές τις απαντούσαν όχι με λέξεις, αλλά με αυτοσχέδιες χορογραφίες και με τη γλώσσα του σώματος. Εξέφραζαν έτσι τα βαθιά τους συναισθήματα και τις προσωπικές τους εμπειρίες, από τις οποίες η Μπάους, μέσω εντατικών συνεδριών με την ομάδα της, δημιουργούσε τα δικά της χορευτικά κομμάτια.

Ο Βέντερς στράφηκε σε αυτή τη μέθοδο, όταν προσκάλεσε τους χορευτές να εκφράσουν στην ταινία τις αναμνήσεις τους από την Μπάους, με ξεχωριστές σόλο εμφανίσεις για τον καθένα τους. Κινηματογράφησε στη συνέχεια τα διαφορετικά αυτά σόλο σε πολλές τοποθεσίες μέσα και γύρω από το Wuppertal.

Το αποτέλεσμα, είναι απλά μαγικό. Το ντοκιμαντέρ «Πίνα Μπάους» (2011), δεν είναι μόνο μια από τις πρώτες ευρωπαϊκές 3D ταινίες,  αλλά σηματοδοτεί παράλληλα και την πρώτη καλλιτεχνική ταινία που γυρίζεται παγκοσμίως, με τη χρήση της 3D τεχνολογίας.

Συζητώντας με τον Βιμ Βέντερς, τον ρωτήσαμε πως βιώνει την εναλλαγή της κινηματογράφησης και ποια η γνώμη του για την τεχνολογία του 3D:

«Το 3D είναι ένα καταπληκτικό μέσο για να μοιραστείς τις εμπειρίες σου με τους άλλους, όπου μπορείς να εισάγεις κυριολεκτικά το κοινό σ’ έναν άλλο κόσμο. Η ταινία μυθοπλασίας που έκανα παράλληλα την ίδια στιγμή που επεξεργαζόμουν το υλικό για το ντοκιμαντέρ με τον Σαλγάδο, και η οποία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στον Καναδά, το «Every Thing Will Be Fine», ήταν και πάλι σε φορμάτ 3D. Λατρεύω αυτή τη νέα γλώσσα, και πιστεύω ότι είναι ένα σκάνδαλο πώς χρησιμοποιείται (ή μάλλον καταχράζεται) από τα μεγάλα στούντιο αυστηρά ως «έλξη» του κοινού και όχι ως ένα φανταστικό νέο εργαλείο για να πεις τις ιστορίες σου.»

Η ταινία του Βιμ Βέντερς, δεν είναι απλά και μόνο ένας συγκινητικός φόρος τιμής σε μία κορυφαία χορογράφο και καλλιτέχνη, αλλά αποτελεί παράλληλα και την αδιαμφισβήτητη απόδειξη, πως ένα “εργαλείο” όπως το 3D digital, όταν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί όντως να δημιουργήσει ένα μοναδικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Ο Βέντερς κατάφερε να μας χάρισε ήδη από το 2011, ένα από τα κορυφαία δείγματα γραφής με χρήση της τεχνολογίας του 3D. Μέσω του ντοκιμαντέρ του, θυμόμαστε τη ζωή και το έργο της σπουδαίας Πίνα Μπάους, καταφέρνοντας παράλληλα ο σκηνοθέτης να μας κάνει κοινωνούς σ’ ένα μοναδικό κινηματογραφικό δημιούργημα. Ένα αυθεντικό έργο τέχνης, το οποίο αξίζει να σημειώσουμε ότι όχι μόνο κατέκτησε κοινό και κριτικούς, αλλά του χάρισε το 2012 και μία υποψηφιότητα για Όσκαρ, στην κατηγορία του καλύτερου ντοκιμαντέρ.

«Η πορεία μου ως τώρα έχει υπάρξει υπέροχη και είμαι πάρα πολύ ευτυχής. Αλλά όταν φτιάχνω ένα καινούργιο κομμάτι η πορεία δεν παίζει κανέναν ρόλο. Νιώθω πάντα σαν τον πρωτάρη.» – Πίνα Μπάους.

Πηγή