Τον Νοέμβριο του 1893 ο Δημήτριος Μαρινόπουλος, από την Ελίκη Αιγιαλείας, ανοίγει το πρώτο φαρμακείο που έφερε το όνομά του στη Νεάπολη της Αθήνας. Στην αλλαγή του αιώνα, θα μεταφέρει το κατάστημα σε…
μεγαλύτερες εγκαταστάσεις, στη συμβολή των οδών Σόλωνος και Ζωοδόχου Πηγής, ενώ το 1905, μαζί με τον αδερφό του Πάνο, ανοίγουν ένα ακόμη φαρμακείο στην οδό Φιλελλήνων.

Ο Τύπος της εποχής εκθειάζει το νέο φαρμακείο, περιγράφοντάς το «ως αληθινά αριστοκρατικόν και ευρωπαϊκών, με πολυτελέστατη επίπλωσιν». Βέβαια, το φαρμακείο αυτό θα ξεχώριζε και για άλλους λόγους, όπως για την πρωτότυπη πλάστιγγα μέτρησης του βάρους που διέθετε, το τμήμα πρώτων βοηθειών, το τμήμα αποστείρωσης, το τμήμα υγιεινής των κυριών με προϊόντα για τον καλλωπισμό τους, καθώς και το τμήμα ταρίχευσης.

Ήδη από τα χρόνια εκείνα, τα δύο αδέρφια αντιλαμβάνονται τη σημασία της συνεργασίας με ξένες εταιρείες, μια πρακτική που υιοθετείται ακόμη από την οικογένεια Μαρινόπουλου, προκειμένου να αποκτήσουν τεχνογνωσία, κύρος και αξιοπιστία. Έτσι, εξασφαλίζουν συνεργασίες με ξένα εργοστάσια και ορισμένους φαρμακευτικούς οίκους, καθώς και την αποκλειστική αντιπροσωπεία προϊόντων του πιο γνωστού τότε φαρμακευτικού οίκου.

Το 1908 είχαν πια ωριμάσει οι συνθήκες για τη δημιουργία του περίφημου φαρμακείου στην πλατεία Ομονοίας, το οποίο στελεχώνεται με επιστημονικό προσωπικό και διαθέτει πλούσια συλλογή καλλυντικών και παιδικών ειδών. Ώθηση στις πωλήσεις θα προσδώσει και η ίδια η προσωπικότητα του Δημήτρη Μαρινόπουλου, ο οποίος υπήρξε εκλεκτό και αγαπητό μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας. Το δε φαρμακείο του έφερε με δικαιολογημένη περηφάνια το διακριτικό »προμηθευτής της Α.Μ του Βασιλέως και του Διαδόχου», προσελκύοντας με αυτό τον τρόπο πολλές επιφανείς προσωπικότητες της εποχής.

Μεταπολεμικά, οι δύο γιοι του Πάνου Μαρινόπουλου, Δημήτρης και Ιωάννης, οι οποίοι είχαν »μπολιαστεί» στην εταιρεία για αρκετά χρόνια, αποφασίζουν ότι έχει έρθει η ώρα για να περάσουν στη βιομηχανική παραγωγή φαρμάκων, ιδρύοντας το 1949 τη φαρμακοβιομηχανία ΦΑΜΑΡ με αντικείμενο την παραγωγή φαρμάκων και καλλυντικών για λογαριασμό τρίτων στην Ευρώπη.

Η Φαμάρ

Η Φαμάρ αποτελεί το σημείο έναρξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της οικογένειας Μαρινόπουλου, από όταν ο προπάππους Δημήτρης άνοιξε το πρώτο φαρμακείο το 1893. Μέχρι σήμερα και παρά την οικονομική κρίση, θεωρείται η έκτη από άποψη τζίρου φαρμακοβιομηχανία της Ελλάδας, καθώς το 2009 οι πωλήσεις της άγγιξαν τα 120,4 εκατ. ευρώ.

Και μπορεί ο φιλόδοξος στόχος των Π. και Στ. Μαρινόπουλου για κύκλο εργασιών 300 εκατ. ευρώ να μην επιτεύχθηκε, όμως, η φαρμακευτική εταιρεία παρουσιάζει έντονα εξαγωγική δραστηριότητα στον κλάδο του φαρμάκου και των καλλυντικών. Δεν είναι τυχαίο πως διαθέτει πέντε παραγωγικές μονάδες στη Γαλλία και επτά συνολικά εκτός συνόρων, ενώ ανέκαθεν αποτελούσε σταθμό για μεγάλα deals, όπως με την Johnson and Johnson για την απόκτηση του εργοστασίου στη Νέα Ορλεάνη.

Μέχρι πριν από μια διετία η ΦΑΜΑΡ επένδυε κάθε χρόνο 20 εκ. ευρώ και έχει οργανική ανάπτυξη 10%- 12%. Η συμφωνία που προκάλεσε επίσης «θόρυβο» είναι κι εκείνη με την γαλλική Grandvision στον χώρο των οπτικών ειδών. Πρόσφατα την «ανέφελη» πορεία της τάραξε η κόντρα της Ομοσπονδίας Εργαζομένων με την διοίκηση, με την πρώτη να καταγγέλλει τη δεύτερη πως ασκεί ψυχολογική βία στους εργαζόμενους ώστε να μην απευθύνονται στην ΟΕΦΣΕΕ.

Η αποχώρηση των Γάλλων

Σελίδα στην ιστορία του γυρίζει ακόμη μια φορά ο όμιλος Μαρινόπουλος, αναλαμβάνοντας αποκλειστικός μέτοχος της Καρφούρ Μαρινόπουλος στη χώρα μας και, ταυτόχρονα, master franchise των γαλλικών σημάτων στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Η απόφαση των Γάλλων να αποσυρθούν ως επενδυτές από τη δοκιμαζόμενη, λόγω της ύφεσης, ελληνική αγορά μετά από 20 χρόνια παρουσίας τους στη χώρα μας, αλλάζει πλήρως το σκηνικό στην ελληνική, πλέον, εταιρεία, ενώ αναταράξεις αναμένονται και στο οργανωμένο λιανεμπόριο, αφού η απόφαση του ομίλου Μαρινόπουλος να επενδύσει εκ νέου στον κλάδο δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί αλλαγές στη στρατηγική της εταιρείας. Οι αλλαγές αυτές θα αποσκοπούν να επαναφέρουν την Καρφούρ Μαρινόπουλος σε αναπτυξιακή τροχιά και να την καταστήσουν κερδοφόρα.

Λειτουργώντας ένα δίκτυο 807 καταστημάτων (41 υπέρ μάρκετ, 287 σούπερ μάρκετ, 479 convenience stores), η εταιρεία τα τελευταία χρόνια χάνει τζίρο, κυρίως λόγω της κρίσης, εμφανίζοντας στο πρώτο τρίμηνο του έτους πωλήσεις 521 εκατ. ευρώ, έναντι 625 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2011 και 676 εκατ. ευρώ το 2010!

Συνεπεία αυτών των εξελίξεων οι τελευταίες χρήσεις της εταιρείας έκλεισαν αρνητικά. Μάλιστα, στη χρήση του 2011 η εταιρεία εμφανίζει ιδιαιτέρως υψηλές ζημίες, όπως τουλάχιστον αναφέρουν πηγές του σελφ σέρβις. Η μείωση των πωλήσεων της Καρφούρ Μαρινόπουλος και τα αρνητικά εν συνόλω αποτελέσματά της ώθησαν, όπως φάνηκε, τους μετόχους της να αντιδράσουν.

Πολύμηνες διαπραγματεύσεις

Της συμφωνίας αποχώρησης των Γάλλων από το κοινό μετοχικό σχήμα προηγήθηκαν πολύμηνες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών, που εντάθηκαν φέτος την άνοιξη, όταν προ και μετά του Πάσχα πύκνωσαν οι επισκέψεις των Γάλλων στην Ελλάδα. Στην αγορά το θέμα συζητιόταν έντονα ήδη από πέρυσι τον Σεπτέμβριο, όταν οι δύο μέτοχοι αποφάσισαν να επαναφέρουν στο «τιμόνι» της εταιρείας τον κ. Jérôme Loubère, προκειμένου να αντικαταστήσει τον μόλις επί τετράμηνο CEO της εταιρείας, κ. Patrice Lespagnol.

Πολλοί στην αγορά τότε είχαν θεωρήσει πως οι δύο μέτοχοι αποφάσισαν να προχωρήσουν σε σημαντικές για το μέλλον της εταιρείας αποφάσεις.

Δεν διαψεύστηκαν, καθώς οκτώ μήνες μετά ανακοινώθηκε η πώληση στον όμιλο Μαρινόπουλος των μετοχών που κατείχε ο όμιλος Carrefour στην Καρφούρ Μαρινόπουλος…

Πρόκειται για τρανταχτή εξέλιξη, εφόσον συνέβη μετά από μια εικοσαετία παρουσίας του γαλλικού ομίλου στην Ελλάδα, την οποία άνοιξε άμεσα η ανάρρηση στην ηγεσία του γαλλικού ομίλου του κ. Georges Plassat, νέου διευθύνοντος συμβούλου του.

Ως γνωστόν η πρώτη μέριμνα του κ. Plassat είναι η εξυγίανση της εταιρείας παγκοσμίως. Για την ιστορία υπενθυμίζουμε ότι ο γαλλικός όμιλος εισήλθε στην Ελλάδα το 1992 με τα καταστήματα Continent, ενώ οι Έλληνες κι οι Γάλλοι «συγκατοίκησαν» ως μέτοχοι υπό την Καρφούρ Μαρινόπουλος από το 2000.

Τι έλεγε η νέα συμφωνία

Βάσει της πρόσφατης συμφωνίας που υπεγράφη για την Καρφούρ Μαρινόπουλος:

* Ο όμιλος Μαρινόπουλος καθίσταται μοναδικός μέτοχος της Καρφούρ Μαρινόπουλος, αγοράζοντας από τον όμιλο Carrefour τη συμμετοχή του στην κοινή εταιρεία, που ανερχόταν στο 50%. Οι δύο πλευρές δεν ανακοίνωσαν το τίμημα της εξαγοράς.

* Τα σήματα της Carrefour παραμένουν στην ελληνική αγορά. Ο όμιλος Μαρινόπουλος αναλαμβάνει master franchise του ομίλου Carrefour όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά συνολικά στην περιοχή των Βαλκανίων όπου έχουν αναπτυχθεί ή πρόκειται να αναπτυχθούν σήματα του γαλλικού ομίλου.

* Από την πώληση του 50% των μετοχών της Καρφούρ Μαρινόπουλος στον όμιλο Μαρινόπουλος οι Γάλλοι θα εγγράψουν επιβάρυνση, κυρίως όχι σε μετρητά, ύψους 220 εκατ. ευρώ. Αν και δεν διευκρινίζεται (και από τις δύο πλευρές) σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η επιβάρυνση, εικάζεται ότι αποτελεί την αρνητική υπεραξία που «γράφει» ο γαλλικός όμιλος από την πώληση των μετοχών του.

* Η Καρφούρ Μαρινόπουλος προχωρά άμεσα σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των
348 εκατ. ευρώ, στην οποία θα μετέχουν όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας (μέλη της οικογένειας Μαρινόπουλου).

Σημειώνεται ότι στην ηγεσία της Carrefour Μαρινόπουλος παραμένει ο κ. Jérôme Loubère, ο οποίος πλαισιώνεται από νέο διοικητικό συμβούλιο, ενώ αλλαγές αναμένονται και στο στελεχιακό δυναμικό της εταιρείας.

Η ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας

Bon viveur με τεράστια περιουσία και ακίνητα Η περιουσία της οικογένειας Μαρινόπουλου είναι τεράστια, όπως ψιθυρίζεται στους κοσμικούς κύκλους, και περιλαμβάνει παχυλές καταθέσεις στις τράπεζες της Ελλάδας και του εξωτερικού, δυνατές μετοχές και επενδύσεις σε ακίνητα. Και τα τέσσερα ξαδέλφια διαθέτουν πολυτελείς κατοικίες στην Αθήνα και τη Μύκονο, ενώ τις εντυπώσεις έχει κλέψει το «παλάτι» που έχουν αγοράσει ο Πάνος και η Σάντρα στο Λονδίνο, στην πιο αριστοκρατική περιοχή της βροχερής πόλης. Τα δύο συνονόματα ξαδέλφια αρέσκονται στην κοσμική ζωή και τα ταξίδια, ενώ ο Λεωνίδας και ο Στέφανος είναι πιο χαμηλών τόνων.

Ο Πάνος Μαρινόπουλος με το προσωνύμιο «Πανάρας» υπήρξε ένας από τους πιο φημισμένους playboy στα νιάτα του, ο οποίος ήταν γυναικοκατακτητής και σύχναζε στα νυχτερινά κέντρα. Όλα αυτά βέβαια μέχρι τη στιγμή που γνώρισε τη δεύτερη σύζυγό του, μοντέλο και διακοσμήτρια, Ιωάννα με την οποία απέκτησε δύο γιους. Η πρώτη του γυναίκα είναι η Όλγα Γουλανδρή με την οποία τους ενώνει πάντα ο γιος τους Γιάννης.

Στα βήματα του ξαδέλφου και ο δεύτερος Πάνος, ο οποίος είναι παντρεμένος με την Σάντρα Φιξ, με την οποία γνωρίστηκαν σε κρουαζιέρα με κοινούς φίλους. Η Σάντρα μάλιστα, έχει μπει δυναμικά στο «παιχνίδι» των επιχειρήσεων, αφού μαζί με τον σύζυγό της «τρέχουν» όλα τα business plan στον τομέα των καλλυντικών του ομίλου. Ένα μεγάλο μέρος του χρόνου της το αφιερώνει και στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, όπου έχει αναλάβει την προεδρία του ΔΣ από τότε που η αγαπημένη της θεία πέθανε. Οι πρωτοβουλίες της για την προβολή του κυκλαδικού πολιτισμού στο εξωτερικό είναι σημαντικές, αφού πολλές φορές διοργανώνει εκθέσεις με προσκεκλημένους ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων από όλον τον κόσμο.

Ένδυση, καλλυντικά και εστίαση ήταν επόμενα σχέδια

Η ιδέα να επενδύσουν οι Μαρινόπουλοι και σε άλλους τομείς πλην των τροφίμων, ανήκε στον Πάνο. Οι επαφές τους με ισχυρούς παράγοντες του εξωτερικού τούς επέτρεψαν να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους και να επεκταθούν σε πρώτη φάση στην αγορά του καφέ, της ένδυσης και των καλλυντικών.

Πέρασαν 8 χρόνια από τότε που με την Μαρινόπουλος εταιρεία καφέ έφεραν στην Ελλάδα το brand της αμερικανικής πολυεθνικής αλυσίδας καφέ Starbucks με σκοπό να δημιουργήσουν μια αγορά «gourmet καταναλωτών», οι οποίοι απολαμβάνουν ξεχωριστές γεύσεις κρύου ή ζεστού καφέ ακόμη και με 5 ευρώ.

Η επέκτασή τους και σε άλλες περιοχές της ελληνικής περιφέρειας και η «εισβολή» στα σούπερ μάρκετ Carrefour- Μαρινόπουλος απέφερε οφέλη της τάξεως του + 10%. Όμως, σε περιόδους κρίσης, που οι Έλληνες καταναλωτές είδαν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται δραματικά, η τσουχτερή τιμή των Starbucks επέφερε μείωση επισκεπτών και τζίρων, με αποτέλεσμα η οικογένεια Μαρινόπουλου να λάβει άμεσα αποφάσεις αναδιάρθρωσης του δικτύου των 60 καταστημάτων της στην Ελλάδα. Έκλεισε ορισμένα από τα πιο ζημιογόνα σημεία της, μετεγκατέστησε άλλα σε διαφορετικά σημεία με περισσότερη κίνηση και χαμηλότερα ενοίκια, ενώ έκλεισε συμφωνία για τη δημιουργία τεσσάρων καινούριων Starbucks στη Σόφια και επενδύει και στη Ρουμανία.

Στον τομέα της ένδυσης και με «πρωτεργάτη» τον Στέφανο Μαρινόπουλο έχουν συνάψει συμφωνίες αντιπροσώπευσης στην ελληνική αγορά ορισμένων από τις μεγαλύτερες φίρμες, όπως της βρετανικής MarksandSpencer και της αμερικανικής GAP. Με την βρετανική εταιρεία ο όμιλος Μαρινόπουλου συνεργάζεται εδώ και 31 χρόνια και κατέχει τα αποκλειστικά δικαιώματα λειτουργίας των καταστημάτων της στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Γι’ αυτό και πολλοί ήταν εκείνοι που απόρησαν όταν πριν από λίγο καιρό ο Στέφανος Μαρινόπουλος ανακοίνωσε την πώληση του 50% των μετοχών που κατείχε στη μητρική εταιρεία ένδυσης.

Η κίνηση αυτή, εντάσσεται στα πλαίσια του στρατηγικού σχεδιασμού της που θα επιτρέψει ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ ο ελληνικός όμιλος διατηρεί το δικαίωμα διαχείρισης του λιανικού δικτύου. Άλλωστε, μετά και το πλήγμα με την αποχώρηση των γαλλικών FNAC από την ελληνική αγορά ψυχαγωγίας, το brand των οποίων εκπροσωπούσε ο όμιλος Μαρινόπουλου στη χώρα μας, όλα τα συμβόλαια με τους ξένους συνεταίρους του περνούν από «stress test» και επαναπροσδιορίζονται ώστε να αποφύγει νέες περιπέτειες στο μέλλον.

Μια από αυτές τις επιχειρηματικές τους περιπέτειες άλλωστε είναι και οι πληγές που μετρούν από τα SEPHORA, τα καταστήματα καλλυντικών των οποίων οι πωλήσεις μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης πριν από μια διετία έχουν πάρει την κατιούσα και παρασύρουν και τα Βαλκάνια. Η προσπάθεια των ιδιοκτητών να αντεπεξέλθουν, «κολλά» στην οικονομική δυσπραγία, στις ακριβές συγκριτικά με τον ανταγωνισμό τιμές, στις συχνές διοικητικές ανατροπές των προηγούμενων χρόνων και στο αρνητικό κλίμα μεταξύ των δικαιοπαρόχων του δικτύου της.

Η μείωση των πωλήσεων τους προηγούμενους μήνες έφτασε το 10% με αποτέλεσμα η οικογένεια Μαρινόπουλου να έχει αποφασίσει και να έχει προχωρήσει εδώ και καιρό στην αναδιάρθρωση του δικτύου.