Ο χαλκός βρίσκεται σε όλα τα όργανα και τους ιστούς του ανθρώπινου σώματος σε συγκεντρώσεις…
που κυμαίνονται από λίγα ppm μέχρι και αρκετές εκατοντάδες ppm, είναι συνήθως συνδεδεμένος με πρωτεΐνες ή οργανικές ενώσεις και όχι ως ελεύθερο ιόν.
Ο Χαλκός βοηθάει το σώμα να απορροφήσει και να χρησιμοποιήσει το σίδηρο, συμμετέχει δε στο σχηματισμό των οστών, ενώ είναι απαραίτητος (συνεργικά με τη βιταμίνη C και τον ψευδάργυρο) στο σχηματισμό της ελαστίνης, ενός βασικού συστατικού του δέρματος, των οστών και του συνδετικού ιστού.

Ο χαλκός είναι το παλαιότερο μέταλλο στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Το αγγλικό του όνομα Copper προκύπτει από το λατινικό Cuprum και το σύμβολο Cu προέρχονται από το λατινικό αes Cuprium που σημαίνει από την Κύπρο επειδή οι Ρωμαίοι έλαβαν για πρώτη φορά χαλκό από εκεί.

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους είναι το πρώτο από τα μέταλλα που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος από το 9000 πΧ! Στην αρχαία Αίγυπτο (2000 πΧ) ο χαλκός αντιπροσώπευε την αιώνια ζωή και τον χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία λοιμώξεων. Στην αρχαία Ελλάδα, ο Ιπποκράτης (400πΧ) αντιμετώπιζε με χαλκό (ή χαλκό και μέλι) ανοιχτές πληγές ενώ Ρωμαίοι, Αζτέκοι, Πέρσες, Ινδοί και Μογγόλοι τον είχαν πρώτο και καλύτερο για έλκη και μολύνσεις. Στη νεότερη ιστορία, το 1850 μΧ στη Γαλλία, κατά τη διάρκεια της επιδημίας της χολέρας, παρατηρήθηκε ότι οι εργάτες στα ορυχεία χαλκού παρουσίαζαν ανοσία.

Άλλες ιδιότητες: ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα, βοηθάει στη διατήρηση του μυϊκού τόνου, συμμετέχει στη διαδικασία παραγωγής ενέργειας, στην επούλωση πληγών, στον καθορισμό του χρώματος των μαλλιών και της επιδερμίδας, στο σχηματισμό της μυελίνης, που είναι το προστατευτικό περίβλημα των νεύρων.

Eίναι σημαντικός για το ανοσοποιητικό σύστημα, μελέτες δε σε ζώα έχουν δείξει ότι η ανεπάρκεια του αυξάνει την ευαισθησία στις λοιμώξεις και το ποσοστό θανάτων από αυτές.

Πρόσφατα έχει αποδειχθεί ότι ακόμη και πολύ μικρή ανεπάρκεια χαλκού στον άνθρωπο μειώνει σημαντικά, τόσο τον αριθμό των ουδετερόφιλων (είδος λευκών αιμοσφαιρίων) στην περιφερική κυκλοφορία, όσο και την ικανότητα τους να σκοτώνουν μικροοργανισμούς, ενώ άλλες μελέτες in vitro και με ζώα έχουν δείξει ότι ακόμη και οριακή ανεπάρκεια μειώνει τα επίπεδα της ιντερλευκίνης 2 και περιορίζει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων Τ.

Ο χαλκός έχει επίσης αντιφλεγμονικές ιδιότητες και είναι αποτελεσματικός σε ορισμένους αρθριτικούς. Αυτό εξηγεί γιατί τα βραχιόλια χαλκού είναι μερικές φορές αποτελεσματικά, δεδομένου ότι ο χαλκός διαλύεται σιγά – σιγά από τον ιδρώτα και απορροφάται από το δέρμα.

Στο πλαίσιο της μελέτης που πραγματοποίησαν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ στη Νέα Υόρκη, φάνηκε ότι τα υπερβολικά επίπεδα χαλκού οδηγούσαν στην ανικανότητα του εγκεφάλου να απαλλαχθεί από την πρωτεΐνη β-αμυλοειδές, που συνδέεται με την εμφάνιση της νόσου Αλτσχάιμερ.

Η ανεπάρκεια χαλκού δεν είναι πολύ διαδεδομένη, συνήθως δε απαντάται σε έγκυες, σε πρόωρα νεογνά και σε δεχόμενους ολική παρεντερική διατροφή για μεγάλα διαστήματα.

Έχει σημαντικό ρόλο:
– στη δέσμευση των ελεύθερων ριζών
– στην απορρόφηση του σιδήρου
– στο σχηματισμό των οστών
– στο σχηματισμό της ελαστίνης, ενός βασικού συστατικού του δέρματος, των οστών και του συνδετικού ιστού.
– στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος
– στη διατήρηση του μυϊκού τόνου
– στην επούλωση πληγών
– στον καθορισμό του χρώματος των μαλλιών και της επιδερμίδας
– στο σχηματισμό της μυελίνης που είναι το προστατευτικό περίβλημα των νεύρων.

Ανεπάρκεια.
Κλινικά η εμφανής ανεπάρκεια χαλκού είναι σχετικά ασυνήθιστη. Τα επίπεδα χαλκού του ορού και τα επίπεδα του πρωτεολυτικού ενζύμου του ορού μπορούν να μειωθούν στο 30% του κανονικού σε περιπτώσεις σοβαρής ανεπάρκειας χαλκού. Ένα από τα πιο κοινά κλινικά σημάδια της ανεπάρκειας χαλκού είναι μια αναιμία που δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία σιδήρου αλλά διορθώνεται από τη συμπλήρωση χαλκού. Η ανεπάρκεια χαλκού μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μη ομαλούς χαμηλούς αριθμούς λευκών αιμοσφαιρίων γνωστών ως φαγοκύτταρα (φαγοκυτταρική πενία), μια πάθηση που μπορεί να συνοδευτεί από την αυξανόμενη ευαισθησία στη μόλυνση. Επίσης η ανεπάρκεια χαλκού οδηγεί σε εμφάνιση αποχρωματισμού δέρματος και μαλλιών, μειωμένη λειτουργία ανοσοποιητικού συστήματος. Η οστεοπόρωση και άλλες ανωμαλίες της ανάπτυξης των οστών σχετικές με την ανεπάρκεια χαλκού είναι οι πιο κοινές στα ανεπαρκή σε χαλκό νήπια με χαμηλό βάρος γέννησης και τα μικρά παιδιά. Το γάλα της αγελάδας είναι σχετικά φτωχό σε χαλκό και οι περιπτώσεις της ανεπάρκειας χαλκού έχουν αναφερθεί στα υψηλού κινδύνου νήπια και τα παιδιά που ταΐζονται μόνο με γάλα αγελάδας.

Συνιστώμενη Ημερήσια Δόση
Ανώτατο ασφαλές επίπεδο για ημερήσιο συμπλήρωμα = 5mg
Δεν υπάρχει Συνιστώμενη Ημερήσια Δόση (Recommended Daily Allowance, RDA) από την ΕΕ.
Ο Βρετανικός Δείκτης Αναφοράς (Reference Nutrient Intake, RNI) για τη διατροφική δόση είναι 1,2mg για τους ενήλικες, με τα υψηλότερα ποσά να απαιτούνται από γυναίκες σε θηλασμό.
Η ΣΗΠ (συνιστώσα ημερήσια πρόσληψη) για τους άντρες από 19 -70 στην Αυστραλία είναι 1,7mg/ημέρα, ενώ για τις γυναίκες από 19-70 είναι 1,2mg/ημέρα. Το ανώτερο επίπεδο γι’ αυτές τις ομάδες είναι 10mg/ημέρα. Οι ομάδες με ειδικές ανάγκες όπως οι εγκυμονούσες μπορεί να έχουν διαφορετικές απαιτήσεις.

Ο χαλκός απορροφάται κυρίως στο λεπτό έντερο, µε µια µικρή ποσότητα αυτού να απορροφάται στο στοµάχι. Η απορρόφηση πραγµατοποιείται πιθανόν µέσω σύνδεσης σε φορέα µεταφοράς σε χαµηλές συγκεντρώσεις, και µέσω παθητικής διάχυσης σε υψηλές συγκεντρώσεις. Η απορρόφησή του ποικίλλει ανάλογα με την ποσότητα που προσλαμβάνεται. Έτσι σε λήψη 7,5mg χαλκού απορροφάται το 12% ενώ σε λήψη 0,8mg απορροφάται το 56%. Η απορρόφησή του μπορεί να φτάσει και το 71% αν η λήψη του είναι μεταξύ 0,96mg –1,2mg την ημέρα. Η απορρόφηση του χαλκού πιθανόν να µειώνεται λόγω παρουσίας αλάτων του φυτικού οξέος (βρίσκονται σε τρόφιµα πλούσια σε φυτικές ίνες), καθώς και από την παρουσία πολυσακχαριτών εκτός του αµύλου (διαιτητικές ίνες), αλλά οι συνιστώµενες προσλήψεις για τρόφιµα που περιέχουν φυτικές ίνες πιθανότατα δεν θέτουν την απορρόφηση του χαλκού σε κίνδυνο.
Απέκριση. Η απέκκριση του χαλκού γίνεται διαµέσου της χολής στα κόπρανα. Μικρές ποσότητες εκκρίνονται στα ούρα, στον ιδρώτα και από τα νεκρά κύτταρα της επιδερµίδας.

Πηγές χαλκού
Ο χαλκός βρίσκεται στα οστρακοειδή, το κρέας (συκώτι, νεφρά), τα δημητριακά ολικής άλεσης, τους ξηρούς καρπούς, τα φασόλια, τη σοκολάτα, το κακάο, τις πατάτες, τα σκούρα πράσινα λαχανικά και κάποια αποξηραμένα φρούτα όπως τα δαμάσκηνα. Καθώς ο χαλκός βρίσκεται σε μια μεγάλη ποικιλία τροφών συνήθως δεν χρειάζονται τα συμπληρώματα.

Τροφὲς mg/100 gr.
Μανιτάρια => 6
Συκώτι => 3,7
Στρείδια =>3,4
Μύδια =>3,2
Σιτάρι =>2,9
Θυμάρι =>2,4
Ἀστακὸς =>2,2
Μαῦρο =>πιπέρι 2,1
Μέλι =>1,7
Φουντούκια => 1,4
Καρύδια => 0,9
Γαρύφαλλα => 0,87
Σολωμὸς => 0,8
τζίνσεγκ => 0,75
Φακὲς => 0,71
Ἀμύγδαλα => 0,68
Μπανάνα =>0,51
Ἀβοκάντο =>0,39
Καρύδα => 0,39
Ρύζι =>0,36
Μελιτζάνα => 0,3
Λαχανίδες =>0,3
Κοτόπουλο =>0,28
Ἀρνὶ => 0,24
Ὠμὸ γάλα =>0,19
Γαλοπούλα => 0,18
Πατάτες => 0,16
Καλαμπόκι => 0,15
Τυρὶ => 0,14
Λαχανικὰ => 0,12
Σόγια => 0,11

Toξικότητα – ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ
Τοξικώσεις από χαλκό είναι σπάνιες, χρειάζονται δε δόσεις 300 – 500 φορές μεγαλύτερες των κανονικών για να συμβούν.
Σε υπερβολικές δόσεις µπορεί να παρατηρηθεί: Επιγαστραλγία, ανορεξία, ναυτία, εµετός και διάρροια, ηπατική τοξικότητα και ίκτερος, υπόταση, αιµατουρία (αίµα στα ούρα, πόνος κατά την ούρηση), µεταλλική γεύση, σπασµοί και κώµα.
Όσοι πάσχουν από ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια δε θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν συμπληρώματα χαλκού χωρίς τη συμβουλή γιατρού. Δε θα πρέπει επίσης να πίνουν από χάλκινες σωληνώσεις, στις οποίες το νερό παραμένει στάσιμο για μεγάλα διαστήματα.
Μια σπάνια γενετική διαταραχή που ονομάζεται νόσος Wilson (ηπατοφακοειδής εκφύλιση) είναι μια πάθηση όπου ο οργανισμός δεν μπορεί να εκκρίνει μεγάλη ποσότητα χαλκού. Αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο. Τα συμπτώματα αυτής της διαταραχής συμπεριλαμβάνουν απώλεια της όρεξης, κοιλιακό άλγος, τρέμουλο στα χέρια ή δυσκαμψία των αρθρώσεων, ίκτερο και δυσκολίες στην ομιλία και συμπτώματα που συνδέονται με διανοητικές διαταραχές. Η υπερβολική ποσότητα χαλκού μπορεί να βλάψει τον εγκέφαλο, όπως επίσης και να προκαλέσει προβλήματα στη νεφρική, νευρική και ηπατική λειτουργία.
Πηγή