Για τον Τιμόθεο Κιλίφη..
Πέρασαν μήνες από εκείνη την Κυριακή που «έφυγες» για την μακάρια αθανασία…

Σήμερα σε θυμήθηκα. Σχεδόν κάθε μέρα σε θυμάμαι. Πάντα κάτι συμβαίνει και μου  ‘ρχεται στη μνήμη μου η θύμησή σου. Καλά σε είπαν σύγχρονο «Μπουρλοτιέρη ψυχών». Άναψες μεγάλη φωτιά και στη δική μου ψυχή. Υπάρχει κάτι πιο δυνατό από το χέρι που σε τράβηξε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, από το μίζερο σκοτάδι στο φως της ζωής ;

Θυμήθηκα τα λόγια σου εκείνο το καλοκαιρινό σούρουπο στην παραλία, όταν έφευγαν τα καΐκια για το βραδινό ψάρεμα κι εσύ προσπαθούσες απεγνωσμένα για μια δική μου «εκ βαθέων» εξομολόγηση. Μίλησες για σένα μήπως καταφέρεις και παρασύρεις και μένα σ’ αυτή την  περιπλάνηση. Μού ‘λεγες :

«Παιδί μου, οι προκλητικές αντιθέσεις με ερέθιζαν από μικρό. Με έκαναν να επαναστατώ άγρια. Αλλά και πολλές ιδέες τρομερές στροβιλίζονταν στο μυαλό μου. Βλέποντας τ’ άστρα, το φως, το σύμπαν, αναρωτιόμουνα ποιος τα ‘φτιαξε όλα αυτά ; Και πιο το νόημά τους ; Τι είναι η ζωή και ο θάνατος και ποιος ο σκοπός τους ; Τι σημαίνει καλό και κακό και ποια τα όριά τους ; Αυτά αναστάτωναν συνέχεια το «είναι» μου. Μέρα και νύχτα μ’ έκαιγε η λάβα τους. Ηφαίστειο η ψυχή μου. Έτοιμο να εκραγεί το μυαλό μου.

Ωστόσο, για να καλύψω τα κενά μου, ριχνόμουνα ασταμάτητα σε δράση. Πηδούσα από «στρατόπεδο» σε «στρατόπεδο» για να στομώσω την πείνα του μυαλού μου και τη φλόγα της ψυχής μου. Για να μην τρελαθώ, ή για να μην τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα, πιανόμουνα από ιδεολογίες που απαιτούσαν δράση και μου κάλυπταν κάπως τα κενά.

Τελικά μέσα μου απέρριψα σχήματα, συστήματα και «μεγάλα» ονόματα. Και ρίχτηκα στο… άπειρο για να βρω την άπειρη αλήθεια. Την πολύπτυχη και ασύλληπτη αλήθεια. Νιώθω πως η άπειρη αλήθεια, που δεν είναι άλλη από τον άρρητο Λόγο, την άπειρη Θεότητα, δεν είναι «θέατρο», δεν είναι «σχήματα», δεν είναι βόλεμα. Είναι συνεχής «πρόκληση» και προσπέλαση. Τρέχω ασταμάτητα για να συλλάβω το άπειρο. Τον ασύλληπτο Θεό. Είμαι πολύ μακριά Του και πολύ κοντά Του. Τον πιάνω και Τον χάνω. Τον πιστεύω και δεν Τον πιστεύω. Πονάω και κλαίω μαζί. Σφαδάζω και εκστασιάζομαι αντάμα. Ρουφάω τον πόνο των αδελφών μου, σαν δικό μου. Δεν το κάνω αυτό από οίκτο, αλλά ο πόνος είναι ο καλύτερος αδερφός μου. Μ’ αυτόν γυρίζω μέρα-νύχτα. Πολλές φορές με λυγίζει το βάρος του. Με γονατίζει η τραγωδία του. Σφαδάζω. Πέφτω στο χάος… Μ’ ανασηκώνει όμως όχι μόνο ο ουρανός, αλλά και η γη. Η αληθινή αγάπη αληθινών ανθρώπων.

Αυτή η αγάπη στην κρίσιμη ώρα μου λέει πως δεν βασίλεψε ακόμα ο ήλιος της αλήθειας και της λευτεριάς. Σύννεφα μόνο έχουν μπει μπροστά του και θα ξαναφανεί. Συ μόνο μείνε παιδί, «γιατί των παιδιών είναι η βασιλεία των ουρανών». Αυτά είναι η αληθινότερη έκφρασή Του  πάνω στη γη. Και φυσικά προσπαθώ, ματώνω και μένω παιδί, αλλά μεγάλο παιδί, που συνέχεια τραντάζονται τα σύμπαντα μου. Πολλοί δεν με πιάνουν. Τους φαίνομαι ακατάλληλος, ανερμήνευτος, αντιφατικός, αντάρτης, επαναστάτης. Δεν τους μοιάζω για «θρησκευτικός» άνθρωπος. Δεν με νοιάζει.

Ανήκω σ’ αυτούς που με καταλαβαίνουν. Στους λίγους. Στους μετρημένους. Ίσως και στον αγνό, ανιδιοτελή, προδομένο λαό. Σ’ αυτούς που διψάνε την ουσία της αλήθειας. Σ’ αυτούς που μάχονται γι’ αυτήν. Περιέχω όμως μέσα μου όλους. Με όλες τις αντιθέσεις τους. Τους νιώθω γιατί είμαι και εγώ μια σκέτη αντίφαση. Συνέχομαι όμως μόνιμα, από τον ασίγαστο πόθο της αγάπης, της αλήθειας και της λευτεριάς. Αυτή είναι η άβυσσος μου. Η αβυσσαλέα δίψα μου. Μ’ αυτήν θέλω και να ζήσω την επίγεια πορεία μου. Είναι η ζωή μου. Η ζωή της ζωής μου».

Κι άλλη φορά, χειμωνιάτικο απόγευμα στο χιονισμένο Μοναστήρι σου, όταν σε ρώτησα για τον φόβο μου στο θάνατο, με κοίταξες στοργικά και χαμογέλασες. Και ρούφαγα τα λόγια σου…

«Παιδί μου, οι εχθροί του θανάτου είναι η αλήθεια, η αγάπη, η ευτυχία. Δε θέλουν να πεθάνουν ποτέ.

Αυτά δένουν τον άνθρωπο με την αθανασία.

Δε θα υπήρχε τραγικότερο και ανοητότερο δημιούργημα από τον άνθρωπο μέσα στη δημιουργία, αν ο άνθρωπος δεν είχε τη δυνατότητα της αθανασίας. Η αθανασία όμως είναι άθλημα, κατακτάται καθημερινά μέσα στις προσωπικές σχέσεις που έχουμε με την αλήθεια, την αγάπη και την ελευθερία. Δηλαδή με τον αθάνατο Θεό. Γι’ αυτό  η αθανασία δεν τεκμηριώνεται «αντικειμενικά». Βιώνεται προσωπικά, υποκειμενικά. Όποιος θέλει να αποδείξει «αντικειμενικά» την αθανασία, της καταστρέφει την ουσία. Η αθανασία είναι υπερουσία και  είναι μέσα μας».

Και τώρα… Τώρα ζω την παρουσία σου εκεί, εκεί που ο ουρανός και η γη γίνονται ένα, που κατεβαίνουν οι άγγελοι και οι μακάριοι αθάνατοι και ενώνονται με μας του γήινους, που η γη, ο ήλιος, τα άστρα, το σύμπαν, το χθες, το σήμερα και το αύριο γίνονται ένα, εκεί που η παρουσία του Θείου φωτίζει τα πάντα με ελπίδα και χαρά. Και τότε, ναι τότε τα χείλη μου και ο νους μου ψιθυρίζουν πρώτα το όνομά σου, πριν κι από τους λατρεμένους μου γονείς.

Τ.
Πηγή







  • Peter Pan

    Πραγματικά ήταν ένας απιστευτα γλυκός άνθρωπος, αλλά και ένας απίθανος κληρικός. Τυχεροί όσοι τον γνώρισαν, τρομερά άτυχοι όσοι τον γνωρίζουν μόνο από τα βιβλία του. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο μας λείπουν τέτοιοι άνθρωποι.