Πολλοί γονείς που μιλούν διαφορετικές γλώσσες βρίσκονται μπροστά σε δίλημμα όταν καλούνται να αποφασίσουν σε ποια γλώσσα θα…
επικοινωνούν με τα παιδιά τους. Η επιστήμη πάντως υποστηρίζει ότι η πολυγλωσσία αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα. Πέρα από το γεγονός ότι τα παιδιά μπορούν να επικοινωνήσουν με περισσότερους ανθρώπους, ο εγκέφαλός τους γίνεται πιο ευέλικτος σε σχέση με εκείνο άλλων παιδιών της ηλικίας τους που μεγαλώνουν μιλώντας μόνο μια γλώσσα.

Τα παιδιά που μιλούν πολλές γλώσσες αποκτούν πιο νωρίς την ικανότητα να καταλαβαίνουν και να δέχονται τις επιθυμίες, απόψεις και αντιλήψεις των συνανθρώπων τους που μπορούν να διαφέρουν από τις δικές τους. Οι επιστήμονες το ονομάζουν αυτό ‘theory of mind’.

Επιπλέον διαθέτουν πολυπολιτισμικές ικανότητες. Συχνά τα παιδιά που μιλούν περισσότερες γλώσσες, τις αναμιγνύουν μέσα στην ίδια πρόταση, κάτι που ανησυχεί κάποιους γονείς, άδικα όμως, όπως επισημαίνουν οι ψυχολόγοι.

Ωστόσο οι γονείς πρέπει να προσέξουν ότι η πολυγλωσσία δεν πετυχαίνει σε όλα τα παιδιά. Μια έρευνα από το Βέλγιο έδειξε ότι το 1/4 των παιδιών που μεγαλώνει μαθαίνοντας παράλληλα δύο γλώσσες, τελικά μιλάει μόνο τη μια, αυτή που μιλάει και στο σχολείο.

Ακόμη, η μέθοδος του «κάθε γονιός μιλάει τη γλώσσα του με το παιδί» δεν αποδείχθηκε τελικά τόσο αποτελεσματική όσο πιστεύουν πολλοί. Σύμφωνα με τη μελέτη είναι καλύτερο να μιλούν και οι δυο γονείς μια γλώσσα και ο ένας από τους δύο να μιλάει επιπλέον τη γλώσσα που μιλάει το παιδί στο σχολείο.

Πηγή